Μόνα Λίζα: Το μυστήριο πίσω από τον πίνακα

Mona_Lisa,_by_Leonardo_da_Vinci,_from_C2RMF_retouched

Η Μόνα Λίζα (γνωστή και ως , ή Πορτραίτο της Λίζα Γκεραρντίνι, συζύγου του Φραντσέσκο ντελ Τζιοκόντο) είναι προσωπογραφία που ζωγράφισε ο Ιταλός καλλιτέχνης Λεονάρντο ντα Βίντσι. Πρόκειται για ελαιογραφία σε ξύλο λεύκης, που ολοκληρώθηκε μέσα στη χρονική περίοδο 1503-1519. Αποτελεί ιδιοκτησία του Γαλλικού Κράτους και εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου, στο Παρίσι. Ο πίνακας, διαστάσεων 77 εκ. × 53 εκ., απεικονίζει μία καθιστή γυναίκα, τη Λίζα ντελ Τζιοκόντο, η έκφραση του προσώπου της οποίας χαρακτηρίζεται συχνά ως αινιγματική. Η Μόνα Λίζα θεωρείται το πιο διάσημο έργο ζωγραφικής.

Το 2012 ανακοινώθηκε πως στο Μουσείο ντελ Πράδο υπάρχει πίνακας που είναι αντίγραφο της Μόνα Λίζα και δημιουργήθηκε την ίδια χρονική περίοδο με τον αυθεντικό πίνακα. Ο πίνακας παλαιότερα θεωρούνταν ως ένα από τα πολλά μεταγενέστερα αντίγραφα του αρχικού έργου, ωστόσο μετά από επεξεργασία προέκυψε πως πιθανότατα δημιουργήθηκε παράλληλα με τον πρωτότυπο. Ο δημιουργός του αντιγράφου δεν ήταν ο Λεονάρντο, αλλά πιθανότατα κάποιος μαθητής του, ίσως ο Φραντσέσκο, που εργαζόταν στο ίδιο εργαστήριο με τον Ντα Βίντσι και ζωγράφισε το έργο την ίδια περίοδο που ο Ντα Βίντσι ζωγράφισε την Τζιοκόντα. Ο πίνακας απεικονίζει τη Μόνα Λίζα αρκετά νεότερη σε σχέση με την πρωτότυπη απεικόνισή της. Επίσης η εικονιζόμενη δεν παρουσιάζεται εξιδανικευμένη στο αντίγραφο το οποίο για αυτό το λόγο ίσως αποτελεί μια πιο ακριβή περιγραφή της συγκεκριμένης γυναίκας. Χαρακτηριστικό του δεύτερου πίνακα είναι πως ο δημιουργός του έχει σχεδιάσει και φρύδια στην εικονιζόμενη,  κάτι που λείπει πλήρως από τον αρχικό πίνακα.

Η φήμη του πίνακα μεγάλωσε όταν η Μόνα Λίζα κλάπηκε στις 21 Αυγούστου του 1911. Την επόμενη μέρα, ο Λουί Μπερού (Louis Béroud), ένας ζωγράφος, περπατώντας στο Λούβρο, πήγε στο Salon Carré όπου εκτίθονταν η Μόνα Λίζα επί πέντε χρόνια. Ωστόσο, στο σημείο όπου έπρεπε να βρίσκεται ο πίνακας, υπήρχαν τέσσερις σιδερένιοι πάσσαλοι. Ο Μπερού ενημέρωσε τον υπεύθυνο της ασφάλειας εκείνου του τομέα, ο οποίος νόμιζε πως ο πίνακας φωτογραφιζόταν για εμπορικούς λόγους. Λίγες ώρες αργότερα, ο Μπερού μαζί με τον επικεφαλής της ασφάλειας του τομέα επικοινώνησαν με τον επικεφαλής του τομέα, και επιβεβαιώθηκε πως η Μόνα Λίζα δεν βρισκόταν με τους φωτογράφους. Το Λούβρο έκλεισε για μια εβδομάδα για να διευκολυνθεί η έρευνα για την κλοπή.

Ο Γάλλος ποιητής Γκιγιώμ Απολλιναίρ, θεωρήθηκε ύποπτος, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Ο Απολλιναίρ προσπάθησε να εμπλέξει στην υπόθεση τον φίλο του, Πάμπλο Πικάσο, ο οποίος επίσης ανακρίθηκε, αλλά αργότερα και οι δύο απαλλάχθηκαν των κατηγοριών. Εκείνη τη χρονική περίοδο επικράτησε η εντύπωση πως ο πίνακας είχε χαθεί οριστικά, ωστόσο δύο χρόνια αργότερα ανακαλύφθηκε ο πραγματικός δράστης. Η Μόνα Λίζα είχε κλαπεί από τον Βιντσέντσο Περούτζια (Vincenzo Peruggia), υπάλληλο του Λούβρου, ο οποίος μπήκε στο μουσείο κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ημέρας, κρύφτηκε σε μία ντουλάπα και βγήκε από το μουσείο αφού αυτό είχε κλείσει, κρύβοντας τον πίνακα κάτω από το παλτό του. Ο Περούτζια ήταν ένας Ιταλός πατριώτης που πίστευε πως ο πίνακας του Λεονάρντο έπρεπε να επιστραφεί στην Ιταλία και να εκτίθεται σε ιταλικό μουσείο. Ένα από τα κίνητρα του Περούτζια πιθανόν να ήταν και το γεγονός ότι ένας φίλος του πουλούσε αντίγραφα του πίνακα, η αξία των οποίων θα αυξανόταν ραγδαία μετά την κλοπή του αυθεντικού. Αφού κράτησε τον πίνακα στο διαμέρισμά του για δύο χρόνια, τελικά συνελήφθη όταν προσπάθησε να τον πουλήσει στους διοικητές της πινακοθήκης Ουφίτσι στη Φλωρεντία. Ο πίνακας εκτέθηκε σε διάφορα μέρη σε όλη την Ιταλία και επεστράφη στο Μουσείο του Λούβρου το 1913. Ο Περούτζια επικροτήθηκε στην Ιταλία για τον πατριωτισμό του και εξέτισε ποινή φυλάκισης έξι μηνών. Το μυστικό της ταυτότητας της Μόνα Λίζα βρίσκεται στα µάτια της. Η γυναίκα με το αινιγματικό χαμόγελο που απεικονίζεται στον διάσημο πίνακα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, τον οποίο σπεύδει να δει το 90% των επισκεπτών του Μουσείου του Λούβρου, δεν είχε αποκαλύψει μέχρι σήμερα την ταυτότητά της.

Στους πέντε αιώνες που µεσολάβησαν από τη δηµιουργία του µέχρι σήµερα, δεκάδες είναι οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για την ταυτότητα της γυναίκας. Οι πιο ακραίες θέλουν τον καλλιτέχνη να έχει φιλοτεχνήσει µια αυτοπροσωπογραφία του, σε ένα καλλιτεχνικό παιχνίδι µε τη θηλυκή πλευρά του.

Άλλες υποστηρίζουν πως είχε επιλέξει ως µοντέλο του τη µητέρα του, μια ιερόδουλο ή γνωστές κυρίες της αυλής, καταλήγοντας ορισµένες φορές και σε συγκεκριµένες µορφές της εποχής, όπως η Ιζαµπέλα ντ’ Έστε και η Σεσίλια Γκαλεράνι, µε επικρατέστερη εκείνη τη Λίζα Γκεραρντίνι, σύζυγο του εύπορου εµπόρου µεταξιού Φραντζέσκο Ντελ Τζοκόντο (εξ ου και η επωνυµία Τζοκόντα).

Όπως αναφέρουν Τα Νέα, τώρα Ιταλοί ερευνητές υποστηρίζουν πως στη σκούρα καφέ-πράσινη ίριδα του αριστερού µατιού της είναι ζωγραφισµένα µικροσκοπικά γράµµατα, τα οποία ίσως αποτελούν κλειδιά για την ταυτότητά της. «Στον Λεονάρντο πάντοτε άρεσε να χρησιµοποιεί σύµβολα και κώδικες, για να περάσει µηνύµατα και ήθελε να ξέρουµε την ταυτότητα του µοντέλου χρησιµοποιώντας τα µάτια, για τα οποία πίστευε ότι αποτελούν µέσο επικοινωνίας και την πόρτα για την ψυχή» εξηγεί στον «Guardian» o Σιλβάνο Βιντσέτι, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για την Πολιτισµική Κληρονοµιά της Ιταλίας.

Αόρατα µε γυµνό µάτι, στη δεξιά κόρη της Μόνα Λίζα, βρίσκονται ζωγραφισµένα τα γράµµατα LV, προφανώς τα αρχικά του καλλιτέχνη. Στην αριστερή κόρη όµως διακρίνονται οι λατινικοί χαρακτήρες B ή S ή πιθανόν τα αρχικά CE.

Το στοιχείο αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σηµαντικό για την ταυτοποίηση της γυναίκας που απεικονίζεται στον πίνακα. Κάτω, δε, από τη γέφυρα που διακρίνεται πίσω από τη Μόνα Λίζα ο Λεονάρντο ζωγράφισε τα στοιχεία 72 ή L2 που πιθανόν να αποτελούν επιπλέον ενδείξεις, καθώς οι ειδικοί διατείνονται πως οι συγκεκριµένοι χαρακτήρες έχουν ζωγραφιστεί µε πολύ λεπτό πινέλο και µεγεθυντικό φακό, γεγονός που αποκλείει το γεγονός να έχουν γραφτεί κατά λάθος.

Οι αποκαλύψεις όµως αναµένεται να γίνουν τον επόµενο µήνα από τον Σιλβάνο Βιντσέτι, καθώς είναι από εκείνους που υποστηρίζουν πως η Μόνα Λίζα φιλοτεχνήθηκε στο Μιλάνο. «Στην πίσω πλευρά του πίνακα είναι ζωγραφισµένοι οι αριθµοί 149, µε έναν τέταρτο αριθµό να έχει σβηστεί, πράγµα που σηµαίνει ότι ο Λεονάρντο ζωγράφισε τον πίνακα κατά τη δεκαετία του 1490, όταν βρισκόταν στο Μιλάνο, χρησιµοποιώντας ως µοντέλο κάποια γυναίκα από την αυλή του δούκα του Μιλάνου Λουδοβίκου Σφόρτσα» εξηγεί για το έγκλημα που διέπραξε.

 Αναστασία Μπλιάμπτη

Σχολιάστε

Top