ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

ΑΣΚΗΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ 

με αφορμή το κείμενο Το αντίτιμον, του Δ. Καμπούρογλου.

Το κείμενο είναι ο μονόλογος μιας κοπέλας που μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη και γυρίζει κάποια στιγμή στο χωριό της,μορφωμένη, με συνήθειες που  οι συγχωριανοί της δεν κατανοούν και την κουτσομπολεύουν. 

Του Νίκου Παπαχαραλάμπους, (τμήμα Β4)

Περπατάω στο χωριό και νιώθω πως κάθε πέτρα, κάθε μονοπάτι, έχει μια δική του φωνή. Όλα μοιάζουν γνώριμα κι όμως τόσο ξένα. Οι άνθρωποι κοιτάζουν με περιέργεια, άλλοι με καχυποψία, άλλοι με ένα αμήχανο χαμόγελο σαν να μην ξέρουν αν πρέπει να μου μιλήσουν ή όχι, ή να αποστρέψουν το βλέμμα τους. Είναι καλοί, αλλά τόσο κλεισμένοι στον μικρό τους κόσμο, τόσο φοβισμένοι για κάθε τι διαφορετικό.

Το χωριό είναι ήσυχο, σχεδόν ακίνητο. Οι φωνές των παιδιών, οι ήχοι των ζώων, οι καμπάνες της εκκλησίας – όλα ανακατεύονται με τον αέρα και μοιάζουν να λένε ιστορίες απ’ τα παλιά. Μου αρέσει αυτή η γαλήνη, αλλά με κάνει να νιώθω φυλακισμένη. Εγώ μεγάλωσα αλλιώς, με άλλα όνειρα, με μια ανάγκη να γνωρίσω τον κόσμο, να μιλήσω γαλλικά, να δω πόλεις, θέατρα, ανθρώπους που σκέφτονται και ζουν ελεύθερα.

Κι όμως όσο μένω εδώ, αρχίζω να καταλαβαίνω. Πίσω από τα κουτσομπολιά και τα πειράγματα κρύβεται ο φόβος μήπως χάσουν ό,τι ξέρουν. Δεν είναι κακοί· απλώς δεν έμαθαν ποτέ να κοιτούν πιο πέρα από τον κάμπο και να βουνά τους. Ίσως κι εγώ, αν είχα γεννηθεί εδώ να ήμουν σαν και αυτούς.

Κοιτώ τον ήλιο που δύει πίσω από τα σπίτια και σκέφτομαι κάπου βαθιά μέσα μου ότι αγαπώ αυτόν τον τόπο. Είναι ρίζα μου, κι ας μην ταιριάζουμε πια. Ίσως μια μέρα να γυρίσω, όχι σαν ξένη, αλλά σαν κάποια που έμαθε να βλέπει αλλιώς.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης