<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:series="http://organizeseries.com/"
		>
<channel>
	<title>Σχόλια στο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η τιμή και το χρήμα</title>
	<atom:link href="https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170/feed" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170</link>
	<description>Schoolpress</description>
	<lastBuildDate>Tue, 12 May 2026 14:41:24 +0000</lastBuildDate>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	
	<item>
		<title>Από: ΑΣΦΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170#comment-100</link>
		<dc:creator>ΑΣΦΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ</dc:creator>
		<pubDate>Sun, 26 Jan 2025 20:48:01 +0000</pubDate>
		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=170#comment-100</guid>
		<description><![CDATA[Δεν είχε περάσει αρκετή ώρα αφότου είχε νυχτώσει,γυρνούσα κουρασμένος από το χωράφι όπου δούλευα και ξαφνικά καθώς περνούσα έξω από το σπίτι της σιόρας Επιστήμης, είδα τον Αντρέα να παίρνει την κόρη της την Ρήνη.Χωρίς κανένα δισταγμό,έτρεξα με όση δύναμη μου είχε μείνει στο εργοστάσιο όπου δούλευε η σιόρα Επιστήμη προκειμένου να την ενημερώσω για αυτό που είδα.Μόλις έφτασα και της είπα τι έγινε η Επιστήμη άσπρισε από το άγχος της και ήταν έτοιμη να χάσει τις αισθήσεις της.Αφότου πέρασαν λίγα λεπτά συνήλθε και άρχισε να τρέχει σαν δαίμονας σπρώχνοντας όποιον έβρισκε στον διάβα της για να φτάσει γρήγορα στο σπίτι το Ανδρέα. Αρκετές ώρες μετά το περιστατικό, καθώς κοιμόμουν,ξαφνικά ακούω κάποιον να χτυπά την πόρτα του σπιτιού μου.Ήταν η σιόρα Επιστήμη,βουρκωμένη και εξουθενωμένη μου είπε όλα όσα έγιναν στο σπίτι του Ανδρέα καθώς και την  απόφαση του να παντρευτεί την Ρήνη χωρίς χρήματα.Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα παρά μόνο να την παρηγορήσω για το κακό που τη βρήκε λέγοντάς της πως ο Ανδρέας δέχτηκε τη Ρήνη χωρίς προίκα, αλλά φάνηκε να μην ήταν αυτό που την ανησυχούσε πραγματικά..Ειλικρινά, όμως, και εγώ δεν πίστευα τα &quot;παρηγορητικά&quot; λόγια που της έλεγα. Πώς μπορούσε να ξεπλυθεί αυτή η ντροπή που της έκαμε η Ρήνη, με τι πρόσωπο θα κυκλοφορουσε στην κοινωνία. Ο Θεός να φυλάει μακριά από μας τέτοιες καταστάσεις...]]></description>
		<content:encoded><![CDATA[<p>Δεν είχε περάσει αρκετή ώρα αφότου είχε νυχτώσει,γυρνούσα κουρασμένος από το χωράφι όπου δούλευα και ξαφνικά καθώς περνούσα έξω από το σπίτι της σιόρας Επιστήμης, είδα τον Αντρέα να παίρνει την κόρη της την Ρήνη.Χωρίς κανένα δισταγμό,έτρεξα με όση δύναμη μου είχε μείνει στο εργοστάσιο όπου δούλευε η σιόρα Επιστήμη προκειμένου να την ενημερώσω για αυτό που είδα.Μόλις έφτασα και της είπα τι έγινε η Επιστήμη άσπρισε από το άγχος της και ήταν έτοιμη να χάσει τις αισθήσεις της.Αφότου πέρασαν λίγα λεπτά συνήλθε και άρχισε να τρέχει σαν δαίμονας σπρώχνοντας όποιον έβρισκε στον διάβα της για να φτάσει γρήγορα στο σπίτι το Ανδρέα. Αρκετές ώρες μετά το περιστατικό, καθώς κοιμόμουν,ξαφνικά ακούω κάποιον να χτυπά την πόρτα του σπιτιού μου.Ήταν η σιόρα Επιστήμη,βουρκωμένη και εξουθενωμένη μου είπε όλα όσα έγιναν στο σπίτι του Ανδρέα καθώς και την  απόφαση του να παντρευτεί την Ρήνη χωρίς χρήματα.Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα παρά μόνο να την παρηγορήσω για το κακό που τη βρήκε λέγοντάς της πως ο Ανδρέας δέχτηκε τη Ρήνη χωρίς προίκα, αλλά φάνηκε να μην ήταν αυτό που την ανησυχούσε πραγματικά..Ειλικρινά, όμως, και εγώ δεν πίστευα τα «παρηγορητικά» λόγια που της έλεγα. Πώς μπορούσε να ξεπλυθεί αυτή η ντροπή που της έκαμε η Ρήνη, με τι πρόσωπο θα κυκλοφορουσε στην κοινωνία. Ο Θεός να φυλάει μακριά από μας τέτοιες καταστάσεις&#8230;</p>
]]></content:encoded>
	</item>
	<item>
		<title>Από: ΒΙΔΑΛΗ ΕΛΕΝΗ</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170#comment-99</link>
		<dc:creator>ΒΙΔΑΛΗ ΕΛΕΝΗ</dc:creator>
		<pubDate>Mon, 20 Jan 2025 15:50:32 +0000</pubDate>
		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=170#comment-99</guid>
		<description><![CDATA[Καθώς καθόμουν στην αυλή και απολάμβανα την ησυχία που επικρατούσε, ξαφνικά βλέπω τον Αντρέα να μπαίνει στο σπίτι της γειτόνισσας μου της σιόρας Επιστήμης και να παίρνει την κόρη της, την Ρήνη και να την πηγαίνει σπίτι του. Λίγο μετά αφού έφυγαν θεώρησα σωστό πώς έπρεπε να ενημερώσω την σιόρα Επιστήμη για όσα είχαν συμβεί. Εκεί που είμαι έτοιμη να πάω στο εργοστάσιο που δουλεύει,την βλέπω να έρχεται. Έτσι την χαιρετάω και της λέω τι είχε γίνει. Εκείνη πάγωσε και πανικόβλητη άρχισε να τρέχει με την ελπίδα να τους φτάσει. Εγώ την ακολούθησα, γιατί φοβήθηκα, καθώς δεν την είχα ξαναδεί έτσι. Όταν τελικά έφτασε στο σπίτι του Αντρέα, χτύπησε την πόρτα, αλλά δεν άνοιξε κάνεις, τότε σκέφτηκε ότι δεν θα ήταν εκεί. Κοίταξε γύρω της και είδε τον μπάρμπα του Αντρέα και ταραγμένη που ήταν καθώς έψαχνε εξηγήσεις, πηγαίνει προς το μέρος του και τον ρωτάειQ «Σπύρο, που είναι ο Αντρέας;» Εκείνος την κορόιδεψε. Δεν της απάντησε στην ερώτηση που του έκανε, αντιθέτως την ρώτησε μήπως είναι άρρωστη. Όταν είδε πως συνέχιζε να μην της απαντάει, φωνάζει και του λέει «Πού είναι;» Αλλά πάλι δεν απάντησε. Εκείνη, έπεσε στα γόνατα μπροστά από την πόρτα του σπιτιού του Αντρέα, χτύπησε με όλη της την δύναμη και φώναξε «Ανοίξτε, επάνω είστε» αλλά δεν πήρε απάντηση. Μετά από λίγο άνοιξε το παράθυρο ο Αντρέας και η Επιστήμη τον βλέπει και όταν βλέπει ότι είναι πίσω του η κόρη της αρχίζει να της φωνάζει και να λέει «Έλα σπίτι μας, δεν θα σου κάνω τίποτα». Εκείνη δεν απάντησε. Ο Αντρέας ταραγμένος καθώς ήταν λέει στην Επιστήμη «η Ρήνη είναι γυναίκα που θέλω να παντρευτώ». Η Επιστήμη όταν το άκουσε αυτό σωριάστηκε στο πάτωμα. Αφού σηκώθηκε, από την ντροπή της κάλυψε το πρόσωπο της με το μαντήλι της. Εκεί που πήγαινε να φύγει τους λέει «Δεν θα σας δώσω πάρα μόνο τα τριακόσια τάλαρα που είχε η Ρήνη σαν προίκα». Εκείνος της απάντησε «Δεν θέλω τίποτα». Η Επιστήμη έφυγε..... Όλη η γειτονιά μιλούσε για αυτό, πολύ την λυπήθηκα γι&#039; αυτό το ρεζίλεμα που της έκαμε το κορίτσι της. Ο Αντρέας άνδρας είναι, δεν θα πάθει και τίποτα, η Ρήνη της όμως, αν δεν τηνε παντρευτεί ο Αντρέας, πάει χάθηκε....]]></description>
		<content:encoded><![CDATA[<p>Καθώς καθόμουν στην αυλή και απολάμβανα την ησυχία που επικρατούσε, ξαφνικά βλέπω τον Αντρέα να μπαίνει στο σπίτι της γειτόνισσας μου της σιόρας Επιστήμης και να παίρνει την κόρη της, την Ρήνη και να την πηγαίνει σπίτι του. Λίγο μετά αφού έφυγαν θεώρησα σωστό πώς έπρεπε να ενημερώσω την σιόρα Επιστήμη για όσα είχαν συμβεί. Εκεί που είμαι έτοιμη να πάω στο εργοστάσιο που δουλεύει,την βλέπω να έρχεται. Έτσι την χαιρετάω και της λέω τι είχε γίνει. Εκείνη πάγωσε και πανικόβλητη άρχισε να τρέχει με την ελπίδα να τους φτάσει. Εγώ την ακολούθησα, γιατί φοβήθηκα, καθώς δεν την είχα ξαναδεί έτσι. Όταν τελικά έφτασε στο σπίτι του Αντρέα, χτύπησε την πόρτα, αλλά δεν άνοιξε κάνεις, τότε σκέφτηκε ότι δεν θα ήταν εκεί. Κοίταξε γύρω της και είδε τον μπάρμπα του Αντρέα και ταραγμένη που ήταν καθώς έψαχνε εξηγήσεις, πηγαίνει προς το μέρος του και τον ρωτάειQ «Σπύρο, που είναι ο Αντρέας;» Εκείνος την κορόιδεψε. Δεν της απάντησε στην ερώτηση που του έκανε, αντιθέτως την ρώτησε μήπως είναι άρρωστη. Όταν είδε πως συνέχιζε να μην της απαντάει, φωνάζει και του λέει «Πού είναι;» Αλλά πάλι δεν απάντησε. Εκείνη, έπεσε στα γόνατα μπροστά από την πόρτα του σπιτιού του Αντρέα, χτύπησε με όλη της την δύναμη και φώναξε «Ανοίξτε, επάνω είστε» αλλά δεν πήρε απάντηση. Μετά από λίγο άνοιξε το παράθυρο ο Αντρέας και η Επιστήμη τον βλέπει και όταν βλέπει ότι είναι πίσω του η κόρη της αρχίζει να της φωνάζει και να λέει «Έλα σπίτι μας, δεν θα σου κάνω τίποτα». Εκείνη δεν απάντησε. Ο Αντρέας ταραγμένος καθώς ήταν λέει στην Επιστήμη «η Ρήνη είναι γυναίκα που θέλω να παντρευτώ». Η Επιστήμη όταν το άκουσε αυτό σωριάστηκε στο πάτωμα. Αφού σηκώθηκε, από την ντροπή της κάλυψε το πρόσωπο της με το μαντήλι της. Εκεί που πήγαινε να φύγει τους λέει «Δεν θα σας δώσω πάρα μόνο τα τριακόσια τάλαρα που είχε η Ρήνη σαν προίκα». Εκείνος της απάντησε «Δεν θέλω τίποτα». Η Επιστήμη έφυγε&#8230;.. Όλη η γειτονιά μιλούσε για αυτό, πολύ την λυπήθηκα γι” αυτό το ρεζίλεμα που της έκαμε το κορίτσι της. Ο Αντρέας άνδρας είναι, δεν θα πάθει και τίποτα, η Ρήνη της όμως, αν δεν τηνε παντρευτεί ο Αντρέας, πάει χάθηκε&#8230;.</p>
]]></content:encoded>
	</item>
	<item>
		<title>Από: Καβαλιεράκης- Φωκάς Τάσος</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170#comment-97</link>
		<dc:creator>Καβαλιεράκης- Φωκάς Τάσος</dc:creator>
		<pubDate>Sun, 19 Jan 2025 19:19:43 +0000</pubDate>
		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=170#comment-97</guid>
		<description><![CDATA[Η νύχτα είχε πέσει και καθόμουν στο κατώφλι του σπιτιού μου απολαμβάνοντας την ησυχία που συνόδευε τις ώρες αυτές. Ήξερα καλά τη σιόρα Επιστήμη, μια εργατική γυναίκα, με τα χέρια της πάντα γεμάτα από δουλειά και τα όνειρά της να αναζητούν έναν καλύτερο κόσμο για την κόρη της, τη Ρήνη. Είχα παρατηρήσει τη σχέση της με τον Αντρέα, αλλά ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα φτάνανε σε αυτό το σημείο, ότι δηλαδή θα την έπαιρνε απ&#039;το σπίτι της αστεφάνωτη, για να τη σπιτώσει .

Ἀκουσα βήματα, ήταν της Επιστήμης, την είδα να έρχεται, βιαστική και ανήσυχη. Κάτι δεν πήγαινε καλά, μάλλον είχε πληροφορηθεί την είδηση. Την σταμάτησα, ανησυχώντας για την κατάστασή της. 

«Θα ερχόμουνα να σ’ εύρω στο εργοστάσιο».

Έβλεπα τον τρόμο να της καταλαμβάνει το πρόσωπο.  Με τη φωνή της αχνή με ρώτησε &quot;την επήρε;&quot;. Της απάντησα καταφατικά και για μια στιγμή ο κόσμος γύρω μας φάνηκε να καταρρέει. 

Η αντίδραση της ήταν αναμενόμενη. Άρχισε να σκέφτεται, να συνειδητοποιεί, και η οργή της φούντωσε. Έπρεπε να τρέξει, να προφτάσει τον Αντρέα και τη Ρήνη πριν ήταν πολύ αργά. Ήξερα ότι η έκφρασή της δεν ήταν μόνο απόγνωση, αλλά και η δύναμη μιας μάνας που δεν θα άφηνε τίποτα να καταστρέψει την ευτυχία της κόρης της. 

Και τότε την είδα να φεύγει, να τρέχει όπως ποτέ άλλοτε, απερίσκεπτη και γεμάτη αγωνία. Η εικόνα της καθώς έσπρωχνε τον κόσμο γύρω της, μου έχει εντυπωθεί. 

Πέρασαν μερικά λεπτά, αλλά η ανησυχία μου δεν με άφησε σε ησυχία. Οι φωνές της ηχούσαν ακόμα στα αυτιά μου. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, καθώς συνειδητοποίησα ότι η κατάσταση ήταν πιο σοβαρή απ’ ότι φανταζόμουν. Η Ρήνη κινδύνευε και η σιόρα Επιστήμη δεν θα σταματούσε μέχρι να την βρει.

Δυστυχώς, όταν τελικά έφτασε στο σπίτι του Αντρέα, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Η σιόρα Επιστήμη χτυπούσε την πόρτα, φωνάζοντας με όλη της τη δύναμη. Ήταν μανιασμένη, όπως μια μητέρα που προσπαθεί να σώσει το παιδί της από την καταστροφή. Το βλέμμα της έδειχνε απελπισία, αλλά και αποφασιστικότητα.

Όταν άνοιξε το παράθυρο, είδα τη Ρήνη να κλαίει. Αν και με λύπη, ήταν σα να με ρωτούσε «Γιατί;». Η κατάσταση είχε φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο. Ο Αντρέας,  αναστατωμένος,αλλά αποφασισμένος, δήλωσε ότι η Ρήνη ήταν γυναίκα του. Η σιόρα Επιστήμη, σπασμένη, κατέρρευσε, και η όλη γειτονιά παρακολουθούσε την τραγική σκηνή με βαριά καρδιά. 

Η καρδιά μου βούλιαξε καθώς παρακολουθούσα τη γυναίκα που ήξερα να φεύγει από το σπίτι με δάκρυα στα μάτια. Η Ρήνη, ωστόσο, φαινόταν να βρίσκει κάποια παρηγοριά στην αγκαλιά του Αντρέα. 

Η ζωή προχωρούσε, αλλά η νύχτα είχε αφήσει τις σκιές της στην ψυχή μου. Ναι, η αγάπη μπορεί να είναι σφοδρή, αλλά η απώλεια μπορεί να είναι καταστροφική.]]></description>
		<content:encoded><![CDATA[<p>Η νύχτα είχε πέσει και καθόμουν στο κατώφλι του σπιτιού μου απολαμβάνοντας την ησυχία που συνόδευε τις ώρες αυτές. Ήξερα καλά τη σιόρα Επιστήμη, μια εργατική γυναίκα, με τα χέρια της πάντα γεμάτα από δουλειά και τα όνειρά της να αναζητούν έναν καλύτερο κόσμο για την κόρη της, τη Ρήνη. Είχα παρατηρήσει τη σχέση της με τον Αντρέα, αλλά ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα φτάνανε σε αυτό το σημείο, ότι δηλαδή θα την έπαιρνε απ’το σπίτι της αστεφάνωτη, για να τη σπιτώσει .</p>
<p>Ἀκουσα βήματα, ήταν της Επιστήμης, την είδα να έρχεται, βιαστική και ανήσυχη. Κάτι δεν πήγαινε καλά, μάλλον είχε πληροφορηθεί την είδηση. Την σταμάτησα, ανησυχώντας για την κατάστασή της. </p>
<p>«Θα ερχόμουνα να σ’ εύρω στο εργοστάσιο».</p>
<p>Έβλεπα τον τρόμο να της καταλαμβάνει το πρόσωπο.  Με τη φωνή της αχνή με ρώτησε «την επήρε;». Της απάντησα καταφατικά και για μια στιγμή ο κόσμος γύρω μας φάνηκε να καταρρέει. </p>
<p>Η αντίδραση της ήταν αναμενόμενη. Άρχισε να σκέφτεται, να συνειδητοποιεί, και η οργή της φούντωσε. Έπρεπε να τρέξει, να προφτάσει τον Αντρέα και τη Ρήνη πριν ήταν πολύ αργά. Ήξερα ότι η έκφρασή της δεν ήταν μόνο απόγνωση, αλλά και η δύναμη μιας μάνας που δεν θα άφηνε τίποτα να καταστρέψει την ευτυχία της κόρης της. </p>
<p>Και τότε την είδα να φεύγει, να τρέχει όπως ποτέ άλλοτε, απερίσκεπτη και γεμάτη αγωνία. Η εικόνα της καθώς έσπρωχνε τον κόσμο γύρω της, μου έχει εντυπωθεί. </p>
<p>Πέρασαν μερικά λεπτά, αλλά η ανησυχία μου δεν με άφησε σε ησυχία. Οι φωνές της ηχούσαν ακόμα στα αυτιά μου. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, καθώς συνειδητοποίησα ότι η κατάσταση ήταν πιο σοβαρή απ’ ότι φανταζόμουν. Η Ρήνη κινδύνευε και η σιόρα Επιστήμη δεν θα σταματούσε μέχρι να την βρει.</p>
<p>Δυστυχώς, όταν τελικά έφτασε στο σπίτι του Αντρέα, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Η σιόρα Επιστήμη χτυπούσε την πόρτα, φωνάζοντας με όλη της τη δύναμη. Ήταν μανιασμένη, όπως μια μητέρα που προσπαθεί να σώσει το παιδί της από την καταστροφή. Το βλέμμα της έδειχνε απελπισία, αλλά και αποφασιστικότητα.</p>
<p>Όταν άνοιξε το παράθυρο, είδα τη Ρήνη να κλαίει. Αν και με λύπη, ήταν σα να με ρωτούσε «Γιατί;». Η κατάσταση είχε φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο. Ο Αντρέας,  αναστατωμένος,αλλά αποφασισμένος, δήλωσε ότι η Ρήνη ήταν γυναίκα του. Η σιόρα Επιστήμη, σπασμένη, κατέρρευσε, και η όλη γειτονιά παρακολουθούσε την τραγική σκηνή με βαριά καρδιά. </p>
<p>Η καρδιά μου βούλιαξε καθώς παρακολουθούσα τη γυναίκα που ήξερα να φεύγει από το σπίτι με δάκρυα στα μάτια. Η Ρήνη, ωστόσο, φαινόταν να βρίσκει κάποια παρηγοριά στην αγκαλιά του Αντρέα. </p>
<p>Η ζωή προχωρούσε, αλλά η νύχτα είχε αφήσει τις σκιές της στην ψυχή μου. Ναι, η αγάπη μπορεί να είναι σφοδρή, αλλά η απώλεια μπορεί να είναι καταστροφική.</p>
]]></content:encoded>
	</item>
	<item>
		<title>Από: ΚΑΡΥΔΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170#comment-96</link>
		<dc:creator>ΚΑΡΥΔΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ</dc:creator>
		<pubDate>Sun, 19 Jan 2025 17:00:05 +0000</pubDate>
		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=170#comment-96</guid>
		<description><![CDATA[Η κυρία Επιστήμη βρισκόταν στην δουλειά της αργά το απόγευμα και στο σπίτι της ήξερε πως την περίμενε μονάχη η κόρη της η Ρηνή στο σπίτι. Μα καθώς σχόλασε, στον δρόμο του γυρισμού συνάντησε μια γειτόνισσά της. Εκείνη όταν την είδε την πλησίασε να της μιλήσει κάπως αγχωμένη. Αφού χαιρέτησαν η μία την άλλη η γειτόνισσα είπε στην Επιστήμη πως είδε την κόρη της με έναν νεαρό άνδρα να μαζεύουν αντικείμενα της Ρηνής καθώς ετοιμάζονταν να φύγουν από το σπίτι. Εκείνη, όταν έφυγαν με το αυτοκίνητο τους ακολούθησε και είδε την πολυκατοικία στην οποία μπήκαν. Έτσι δεν έχασε καιρό, μπήκε στο αμάξι της και έκανε γρήγορα μήπως προλάβει το κακό. Κατευθύνθηκε προς την διεύθυνση που της είπε η γειτόνισσά της. Το μόνο που σκέφτηκε ήταν πως είχε φύγει με τον Αντρέα, έναν νεαρό που έβγαιναν μερικούς μήνες, τον οποίο η κυρία Επιστήμη δεν συμπαθούσε εξαιτίας του χαρακτήρα του και δεν ήθελε να παντρευτούν με την κόρη της. Όταν έφτασε στην διεύθυνση άρχισε να κτυπάει το κουδούνι και καθώς δεν έβλεπε ανταπόκριση πήρε και τηλέφωνο. Μετά από ώρα της μίλησε στο θυροτηλέφωνο ο Αντρέας και της ανακοίνωσε πως θα συζήσει την Ρηνή χωρίς να τον νοιάζει η άποψή της. Έτσι η κυρία Επιστήμη κατάλαβε πως δεν πρόλαβε το κακό, η κόρη της είχε εμπιστευτεί αυτόν τον ακατάλληλο άνθρπωπο. Πήγε σπίτι της βαθιά απογοητευμένη χωρίς να ξέρει, αν θα ξανά μιλήσει με την κόρη της και ποια δυστυχία στο μέλλον, εξαιτίας αυτής της κατάστασης.]]></description>
		<content:encoded><![CDATA[<p>Η κυρία Επιστήμη βρισκόταν στην δουλειά της αργά το απόγευμα και στο σπίτι της ήξερε πως την περίμενε μονάχη η κόρη της η Ρηνή στο σπίτι. Μα καθώς σχόλασε, στον δρόμο του γυρισμού συνάντησε μια γειτόνισσά της. Εκείνη όταν την είδε την πλησίασε να της μιλήσει κάπως αγχωμένη. Αφού χαιρέτησαν η μία την άλλη η γειτόνισσα είπε στην Επιστήμη πως είδε την κόρη της με έναν νεαρό άνδρα να μαζεύουν αντικείμενα της Ρηνής καθώς ετοιμάζονταν να φύγουν από το σπίτι. Εκείνη, όταν έφυγαν με το αυτοκίνητο τους ακολούθησε και είδε την πολυκατοικία στην οποία μπήκαν. Έτσι δεν έχασε καιρό, μπήκε στο αμάξι της και έκανε γρήγορα μήπως προλάβει το κακό. Κατευθύνθηκε προς την διεύθυνση που της είπε η γειτόνισσά της. Το μόνο που σκέφτηκε ήταν πως είχε φύγει με τον Αντρέα, έναν νεαρό που έβγαιναν μερικούς μήνες, τον οποίο η κυρία Επιστήμη δεν συμπαθούσε εξαιτίας του χαρακτήρα του και δεν ήθελε να παντρευτούν με την κόρη της. Όταν έφτασε στην διεύθυνση άρχισε να κτυπάει το κουδούνι και καθώς δεν έβλεπε ανταπόκριση πήρε και τηλέφωνο. Μετά από ώρα της μίλησε στο θυροτηλέφωνο ο Αντρέας και της ανακοίνωσε πως θα συζήσει την Ρηνή χωρίς να τον νοιάζει η άποψή της. Έτσι η κυρία Επιστήμη κατάλαβε πως δεν πρόλαβε το κακό, η κόρη της είχε εμπιστευτεί αυτόν τον ακατάλληλο άνθρπωπο. Πήγε σπίτι της βαθιά απογοητευμένη χωρίς να ξέρει, αν θα ξανά μιλήσει με την κόρη της και ποια δυστυχία στο μέλλον, εξαιτίας αυτής της κατάστασης.</p>
]]></content:encoded>
	</item>
	<item>
		<title>Από: ΜΠΟΥΡΟΥΣΗ ΚΟΡΑΛΙΑ</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170#comment-95</link>
		<dc:creator>ΜΠΟΥΡΟΥΣΗ ΚΟΡΑΛΙΑ</dc:creator>
		<pubDate>Sun, 19 Jan 2025 01:22:40 +0000</pubDate>
		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=170#comment-95</guid>
		<description><![CDATA[Όσο η σιόρα Επιστήμη κυνηγούσε τον Αντρέα, η κ.Γεωργία, η γειτόνισσα, έτρεξε στη πόρτα της κ.Τασίας για να της πει τα νέα.
«Τασία, δεν θα πιστέψεις τι έγινε!»
«Τι έγινε;», είπε η κ.Τασία και άστραψαν τα μάτια της.
«Ο Αντρέας πήρε τη Ρήνη της σιόρας Επιστήμης και την έκλεψε. Πριν λίγο πέρασαν και από πίσω τους η Επιστήμη έτρεχε να τους πιάσει, η δόλια τι τραβάει και αυτή» , απάντησε η κ.Γεωργία.
«Εγώ στη θέση της δεν θα το κουνούσα ρούπι από το σπίτι για να φυλάω την μικρή»  
«Ναι, αλλά δεν γίνεται να μην βγει έξω, αφού ο άντρας της είναι τεμπέλης», είπε και
Αναστέναξε η κ.Γεωργία.
«Να δεις που αυτός θα θέλει την προίκα και της μικρής κόρης και τώρα θα τους εκβιάζει για να την παντρευτεί τη Ρήνη την καημένη», είπε η κ.Τασία σκεπτική. 
Αφού οι δύο φίλες τα είπαν η κ. Γεωργία κίνησε να φύγει για το σπίτι της.
«Δεν βαριέσαι», είπε «όπου φτωχός και η μοίρα του»....]]></description>
		<content:encoded><![CDATA[<p>Όσο η σιόρα Επιστήμη κυνηγούσε τον Αντρέα, η κ.Γεωργία, η γειτόνισσα, έτρεξε στη πόρτα της κ.Τασίας για να της πει τα νέα.<br />
«Τασία, δεν θα πιστέψεις τι έγινε!»<br />
«Τι έγινε;», είπε η κ.Τασία και άστραψαν τα μάτια της.<br />
«Ο Αντρέας πήρε τη Ρήνη της σιόρας Επιστήμης και την έκλεψε. Πριν λίγο πέρασαν και από πίσω τους η Επιστήμη έτρεχε να τους πιάσει, η δόλια τι τραβάει και αυτή» , απάντησε η κ.Γεωργία.<br />
«Εγώ στη θέση της δεν θα το κουνούσα ρούπι από το σπίτι για να φυλάω την μικρή»<br />
«Ναι, αλλά δεν γίνεται να μην βγει έξω, αφού ο άντρας της είναι τεμπέλης», είπε και<br />
Αναστέναξε η κ.Γεωργία.<br />
«Να δεις που αυτός θα θέλει την προίκα και της μικρής κόρης και τώρα θα τους εκβιάζει για να την παντρευτεί τη Ρήνη την καημένη», είπε η κ.Τασία σκεπτική.<br />
Αφού οι δύο φίλες τα είπαν η κ. Γεωργία κίνησε να φύγει για το σπίτι της.<br />
«Δεν βαριέσαι», είπε «όπου φτωχός και η μοίρα του»&#8230;.</p>
]]></content:encoded>
	</item>
	<item>
		<title>Από: Κατερίνα Μαρουση</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170#comment-93</link>
		<dc:creator>Κατερίνα Μαρουση</dc:creator>
		<pubDate>Sat, 18 Jan 2025 21:00:43 +0000</pubDate>
		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=170#comment-93</guid>
		<description><![CDATA[Όταν η κυρά Επιστήμη πέρασε βιαστική μπροστά από το μαγαζί μου εκείνο το βράδυ, ήξερα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάθε μέρα γύριζε από το εργοστάσιο με το κεφάλι σκυμμένο, από την κούραση της δουλειάς, αλλά απόψε περπατούσε αλλιώς. Κοιτούσε γύρω της σαν κυνηγημένη, λες κι ένιωθε πως κάτι κακό την καρτερούσε στη γωνία. Και δεν είχε άδικο.Δεν πέρασε πολλή ώρα, και να τη, ξαναφάνηκε να τρέχει σαν τρελή στο δρόμο, φουριόζα, έσπρωχνε τους ανθρώπους, τα παιδιά που παίζανε, έπεφτε πάνω σε περαστικούς και δεν έλεγε ούτε «συγγνώμη». Φώναζε, κι η φωνή της έβγαινε σπασμένη, γεμάτη τρόμο.
-«Μωρέ, χάνεται άνθρωπος!» την άκουσα να φωνάζει στους αμαξάδες, που της φράξανε το δρόμο για μια στιγμή. Τα μάτια της γυάλιζαν, το μαντίλι της είχε λυθεί, και τα μαλλιά της πετούσαν.Έτρεχε προς το σπίτι του Αντρέα. Καταλάβαμε όλοι τότε. Της είχανε κλέψει τη Ρήνη της! Μαζευτήκαμε στη γωνία, οι γειτόνισσες βγήκαν στα κατώφλια, οι άντρες αφήσαν τα καφενεία. Η φωνή της μάνας μάς είχε μαζέψει όλους.Όταν έφτασε στο σπίτι του Αντρέα, κοπάνησε την πόρτα με δύναμη, με τα χέρια, με τα πόδια, με ό,τι είχε πάνω της.
-«Ανοίχτε! Είσαστε από πάνω, σκυλιά, το ξέρω!»Την κοιτάζαμε αμίλητοι, μα η καρδιά μας χτυπούσε μαζί με τη δική της. Τότε άνοιξε το παράθυρο, κι η Ρήνη φάνηκε εκεί, με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα. Μα δεν πρόλαβε να μιλήσει. Ο Αντρέας στάθηκε δίπλα της και, με φωνή που έτρεμε όχι από φόβο, αλλά από αποφασιστικότητα και είπε:
-«Είναι γυναίκα μου! Θα τη στεφανώσω!»Η κυρά-Επιστήμη σωριάστηκε στο κατώφλι, λες κι η ψυχή της είχε βγει από το σώμα. Ο κόσμος σώπασε. Μια τέτοια σιωπή δεν την είχα ξαναζήσει. Ήταν η σιωπή της λύπης, της ήττας. Σηκώθηκε αργά, σκέπασε το πρόσωπό της με το μαντίλι της και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Όμως, πριν φύγει, σταμάτησε και είπε, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι:
 «Δε σας δίνω κατάρα. Μα ξέρε το, Αντρέα, έχει τρακόσια τάλαρα. Ούτε ένα λεπτό παραπάνω. Κάνε ό,τι θέλεις.»Όλοι κρατήσαμε την ανάσα μας. Και τότε, σαν να τον είχε αγγίξει η ίδια της η θλίψη, ο Αντρέας απάντησε:
- «Δε θέλω τίποτα.» Η κυρά-Επιστήμη χάθηκε μέσα στη νύχτα, βαριά, σιωπηλή. Μα στο παράθυρο, η Ρήνη, με δάκρυα στα μάτια, χαμογελούσε. Και καθώς αγκάλιαζε τον Αντρέα, του είπε ψιθυριστά:
-«Ω, Αντρέα! Δουλευτάδες είμαστε, ποιον έχουμε ανάγκη;»
Εγώ στεκόμουν εκεί, με το καπέλο στα χέρια. Έκανα τον σταυρό μου κι αναστέναξα.
-«Η καημένη η μάνα» ψιθύρισα. Και γύρισα κι εγώ σπίτι μου.]]></description>
		<content:encoded><![CDATA[<p>Όταν η κυρά Επιστήμη πέρασε βιαστική μπροστά από το μαγαζί μου εκείνο το βράδυ, ήξερα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάθε μέρα γύριζε από το εργοστάσιο με το κεφάλι σκυμμένο, από την κούραση της δουλειάς, αλλά απόψε περπατούσε αλλιώς. Κοιτούσε γύρω της σαν κυνηγημένη, λες κι ένιωθε πως κάτι κακό την καρτερούσε στη γωνία. Και δεν είχε άδικο.Δεν πέρασε πολλή ώρα, και να τη, ξαναφάνηκε να τρέχει σαν τρελή στο δρόμο, φουριόζα, έσπρωχνε τους ανθρώπους, τα παιδιά που παίζανε, έπεφτε πάνω σε περαστικούς και δεν έλεγε ούτε «συγγνώμη». Φώναζε, κι η φωνή της έβγαινε σπασμένη, γεμάτη τρόμο.<br />
-«Μωρέ, χάνεται άνθρωπος!» την άκουσα να φωνάζει στους αμαξάδες, που της φράξανε το δρόμο για μια στιγμή. Τα μάτια της γυάλιζαν, το μαντίλι της είχε λυθεί, και τα μαλλιά της πετούσαν.Έτρεχε προς το σπίτι του Αντρέα. Καταλάβαμε όλοι τότε. Της είχανε κλέψει τη Ρήνη της! Μαζευτήκαμε στη γωνία, οι γειτόνισσες βγήκαν στα κατώφλια, οι άντρες αφήσαν τα καφενεία. Η φωνή της μάνας μάς είχε μαζέψει όλους.Όταν έφτασε στο σπίτι του Αντρέα, κοπάνησε την πόρτα με δύναμη, με τα χέρια, με τα πόδια, με ό,τι είχε πάνω της.<br />
-«Ανοίχτε! Είσαστε από πάνω, σκυλιά, το ξέρω!»Την κοιτάζαμε αμίλητοι, μα η καρδιά μας χτυπούσε μαζί με τη δική της. Τότε άνοιξε το παράθυρο, κι η Ρήνη φάνηκε εκεί, με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα. Μα δεν πρόλαβε να μιλήσει. Ο Αντρέας στάθηκε δίπλα της και, με φωνή που έτρεμε όχι από φόβο, αλλά από αποφασιστικότητα και είπε:<br />
-«Είναι γυναίκα μου! Θα τη στεφανώσω!»Η κυρά-Επιστήμη σωριάστηκε στο κατώφλι, λες κι η ψυχή της είχε βγει από το σώμα. Ο κόσμος σώπασε. Μια τέτοια σιωπή δεν την είχα ξαναζήσει. Ήταν η σιωπή της λύπης, της ήττας. Σηκώθηκε αργά, σκέπασε το πρόσωπό της με το μαντίλι της και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Όμως, πριν φύγει, σταμάτησε και είπε, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι:<br />
 «Δε σας δίνω κατάρα. Μα ξέρε το, Αντρέα, έχει τρακόσια τάλαρα. Ούτε ένα λεπτό παραπάνω. Κάνε ό,τι θέλεις.»Όλοι κρατήσαμε την ανάσα μας. Και τότε, σαν να τον είχε αγγίξει η ίδια της η θλίψη, ο Αντρέας απάντησε:<br />
- «Δε θέλω τίποτα.» Η κυρά-Επιστήμη χάθηκε μέσα στη νύχτα, βαριά, σιωπηλή. Μα στο παράθυρο, η Ρήνη, με δάκρυα στα μάτια, χαμογελούσε. Και καθώς αγκάλιαζε τον Αντρέα, του είπε ψιθυριστά:<br />
-«Ω, Αντρέα! Δουλευτάδες είμαστε, ποιον έχουμε ανάγκη;»<br />
Εγώ στεκόμουν εκεί, με το καπέλο στα χέρια. Έκανα τον σταυρό μου κι αναστέναξα.<br />
-«Η καημένη η μάνα» ψιθύρισα. Και γύρισα κι εγώ σπίτι μου.</p>
]]></content:encoded>
	</item>
	<item>
		<title>Από: Σταυρουλα Κορωναίου</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170#comment-92</link>
		<dc:creator>Σταυρουλα Κορωναίου</dc:creator>
		<pubDate>Thu, 16 Jan 2025 17:22:07 +0000</pubDate>
		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=170#comment-92</guid>
		<description><![CDATA[Η Σιορα Επιστήμη εφτάσε φουντωμένη στο σπίτι του Αντρέα και είδα τον Σπύρο τον θείο του Αντρέα να την ειρωνεύεται λέγοντας της πως για να βρίσκεται εκεί θα είναι άρρωστη.Εκεινη αγχωμένη του εξήγησε ότι πρόκειται για την κόρη της που κινδυνεύει. Αυτός έμοιαζε να την κοροϊδεύει και μέχρι κι εγώ οργίστηκα.Η Σιόρα Επιστήμη όρμηξε κατά πάνω του μέχρι που κατάλαβε ότι απλά έχανε το χρόνο της μαζί του και χτύππησε την πόρτα.Ηταν σαν να έχει τρελαθεί και με μανία φώναζε και χτυπούσε.Τοτε παρατήρησαν στο παράθυρο την Ρηνη που έκλαιγε,τον Αντρέα πιο άνανδρο από ποτέ και την επιστήμη βαθιά απελπισμένη. Αισθανόμουν ότι έβλεπα μια οικογένεια να διαλύεται μπροστά μου και μονο η Ρηνη με πείσμα να προσπαθει να πείσει τον Αντρέα για την στοργή και την αγάπη τους. Μπαίνοντας στην θέση  της Επιστήμης είμαι σίγουρη ότι ένοιωθε δικαίως πως η οικογένεια της είχε ατιμωθεί, ενώ η ίδια είχε χάσει την αξιοπρέπεια της.]]></description>
		<content:encoded><![CDATA[<p>Η Σιορα Επιστήμη εφτάσε φουντωμένη στο σπίτι του Αντρέα και είδα τον Σπύρο τον θείο του Αντρέα να την ειρωνεύεται λέγοντας της πως για να βρίσκεται εκεί θα είναι άρρωστη.Εκεινη αγχωμένη του εξήγησε ότι πρόκειται για την κόρη της που κινδυνεύει. Αυτός έμοιαζε να την κοροϊδεύει και μέχρι κι εγώ οργίστηκα.Η Σιόρα Επιστήμη όρμηξε κατά πάνω του μέχρι που κατάλαβε ότι απλά έχανε το χρόνο της μαζί του και χτύππησε την πόρτα.Ηταν σαν να έχει τρελαθεί και με μανία φώναζε και χτυπούσε.Τοτε παρατήρησαν στο παράθυρο την Ρηνη που έκλαιγε,τον Αντρέα πιο άνανδρο από ποτέ και την επιστήμη βαθιά απελπισμένη. Αισθανόμουν ότι έβλεπα μια οικογένεια να διαλύεται μπροστά μου και μονο η Ρηνη με πείσμα να προσπαθει να πείσει τον Αντρέα για την στοργή και την αγάπη τους. Μπαίνοντας στην θέση  της Επιστήμης είμαι σίγουρη ότι ένοιωθε δικαίως πως η οικογένεια της είχε ατιμωθεί, ενώ η ίδια είχε χάσει την αξιοπρέπεια της.</p>
]]></content:encoded>
	</item>
	<item>
		<title>Από: Γεώργιος Καλογεράκης</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170#comment-91</link>
		<dc:creator>Γεώργιος Καλογεράκης</dc:creator>
		<pubDate>Wed, 15 Jan 2025 15:46:54 +0000</pubDate>
		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=170#comment-91</guid>
		<description><![CDATA[Καθόμουν στο μπαλκόνι μου εκείνο το βράδυ, σερφάροντας στο διαδίκτυο, όταν άκουσα φασαρία στον δρόμο. Σήκωσα το κεφάλι και είδα την κυρά Επιστήμη να τρέχει πανικόβλητη. Η Επιστήμη, μια γυναίκα πάντα σοβαρή, έμοιαζε τώρα με άλλον άνθρωπο. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, το πρόσωπό της κατακόκκινο, και ανάσες κοφτές έβγαιναν από το στόμα της.
«Τι τρέχει;» σκέφτηκα, και κατέβηκα στην είσοδο. Την είδα να στέκεται μπροστά από την πολυκατοικία όπου έμενε ο Αντρέας, να χτυπά την πόρτα με μανία, να πατάει κουδούνια χωρίς σταματημό. «Ανοίξτε! Ξέρω ότι είστε μέσα!» φώναζε από το θυροτηλέφωνο με μια φωνή που ράγιζε την καρδιά.  
Κάποιος γείτονας άνοιξε το παράθυρο: «Τι έγινε, κυρά Επιστήμη;» τη ρώτησε, αλλά εκείνη τον αγνόησε. Έμαθα από τα λόγια της πως ο Αντρέας είχε πάρει τη Ρήνη της, τη μοναχοκόρη της. «Την έκλεψε, την πήρε!» φώναζε.  
Ξαφνικά, το παράθυρο του Αντρέα άνοιξε. Εκείνος εμφανίστηκε στο μπαλκόνι, ταραγμένος. «Τι θέλεις; ΓΙατί κάνεις έτσι; η κόρη σου είναι εδώ. ¨Ηρθε με τη θέλήσή της, θα παντρευτούμε» της είπε δυνατά. Η Ρήνη στεκόταν δίπλα του, δακρυσμένη, αλλά ήρεμη. Φαινόταν αποφασισμένη να μείνει με τον Αντρέα, παρά τις αντιρρήσεις της μάνας της 

Η κυρά Επιστήμη σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο. Έμοιαζε να έχει χάσει κάθε ελπίδα. &quot;Δεν σας δίνω κατάρα¨, είπε με σβησμένη φωνή.  &quot;Κάνετε ό,τι θέλετε, φοβάμαι όμως, ότι η Ρήνη γρήγορα θα το μετανιώσει&quot;.  
Ο Αντρέας απάντησε ήρεμα: «Δεν μας νοιάζει η γνώμη σου. Αγαπιόμαστε».  
Η Επιστήμη σηκώθηκε με κόπο, σκέπασε το πρόσωπό της με το φουλάρι της και άρχισε να φεύγει αργά. Ο κόσμος που είχε μαζευτεί στον δρόμο σώπαινε. Όλοι κοιτούσαν με συμπόνια τη γυναίκα που προσπαθούσε να προστατεύσει την κόρη της από μια ζωή που φοβόταν.  

Η Ρήνη αγκάλιασε τον Αντρέα με πάθος, ενώ εκείνος την κοίταξε και της είπε, «δεν έχουμε ανάγκη κανέναν». Και κάπως έτσι, εκείνη η βραδιά έγραψε το δικό της τέλος, αφήνοντας τη γειτονιά να συζητά για καιρό.]]></description>
		<content:encoded><![CDATA[<p>Καθόμουν στο μπαλκόνι μου εκείνο το βράδυ, σερφάροντας στο διαδίκτυο, όταν άκουσα φασαρία στον δρόμο. Σήκωσα το κεφάλι και είδα την κυρά Επιστήμη να τρέχει πανικόβλητη. Η Επιστήμη, μια γυναίκα πάντα σοβαρή, έμοιαζε τώρα με άλλον άνθρωπο. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, το πρόσωπό της κατακόκκινο, και ανάσες κοφτές έβγαιναν από το στόμα της.<br />
«Τι τρέχει;» σκέφτηκα, και κατέβηκα στην είσοδο. Την είδα να στέκεται μπροστά από την πολυκατοικία όπου έμενε ο Αντρέας, να χτυπά την πόρτα με μανία, να πατάει κουδούνια χωρίς σταματημό. «Ανοίξτε! Ξέρω ότι είστε μέσα!» φώναζε από το θυροτηλέφωνο με μια φωνή που ράγιζε την καρδιά.<br />
Κάποιος γείτονας άνοιξε το παράθυρο: «Τι έγινε, κυρά Επιστήμη;» τη ρώτησε, αλλά εκείνη τον αγνόησε. Έμαθα από τα λόγια της πως ο Αντρέας είχε πάρει τη Ρήνη της, τη μοναχοκόρη της. «Την έκλεψε, την πήρε!» φώναζε.<br />
Ξαφνικά, το παράθυρο του Αντρέα άνοιξε. Εκείνος εμφανίστηκε στο μπαλκόνι, ταραγμένος. «Τι θέλεις; ΓΙατί κάνεις έτσι; η κόρη σου είναι εδώ. ¨Ηρθε με τη θέλήσή της, θα παντρευτούμε» της είπε δυνατά. Η Ρήνη στεκόταν δίπλα του, δακρυσμένη, αλλά ήρεμη. Φαινόταν αποφασισμένη να μείνει με τον Αντρέα, παρά τις αντιρρήσεις της μάνας της </p>
<p>Η κυρά Επιστήμη σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο. Έμοιαζε να έχει χάσει κάθε ελπίδα. «Δεν σας δίνω κατάρα¨, είπε με σβησμένη φωνή.  «Κάνετε ό,τι θέλετε, φοβάμαι όμως, ότι η Ρήνη γρήγορα θα το μετανιώσει».<br />
Ο Αντρέας απάντησε ήρεμα: «Δεν μας νοιάζει η γνώμη σου. Αγαπιόμαστε».<br />
Η Επιστήμη σηκώθηκε με κόπο, σκέπασε το πρόσωπό της με το φουλάρι της και άρχισε να φεύγει αργά. Ο κόσμος που είχε μαζευτεί στον δρόμο σώπαινε. Όλοι κοιτούσαν με συμπόνια τη γυναίκα που προσπαθούσε να προστατεύσει την κόρη της από μια ζωή που φοβόταν.  </p>
<p>Η Ρήνη αγκάλιασε τον Αντρέα με πάθος, ενώ εκείνος την κοίταξε και της είπε, «δεν έχουμε ανάγκη κανέναν». Και κάπως έτσι, εκείνη η βραδιά έγραψε το δικό της τέλος, αφήνοντας τη γειτονιά να συζητά για καιρό.</p>
]]></content:encoded>
	</item>
	<item>
		<title>Από: Κυριακογιαννη Ηλια</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170#comment-90</link>
		<dc:creator>Κυριακογιαννη Ηλια</dc:creator>
		<pubDate>Tue, 14 Jan 2025 17:58:40 +0000</pubDate>
		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=170#comment-90</guid>
		<description><![CDATA[Είχε ήδη νυχτωσει όταν οι δυο νέοι είχαν φύγει κρυφά πριν προλάβει η κυρία Επιστήμη να επιστρέψει από την εργασία της. Μολις βγήκε  από το αυτοκίνητο η γειτόνισσα που συνήθιζε να παρατηρεί τα πάντα στη γειτονιά της ανέφερε πως είδε την κόρη της με έναν νεαρό να τρέχουν σαν κυνηγημένοι κρατώντας βαλίτσες. Εκείνη μη θέλοντας να δείξει την ταραχή της είπε πως το γνωρίζει, καθώς η κόρη της ταξίδευε το βράδυ και με απόλυτη ηρεμία μπήκε στο σπίτι της . Στην πραγματικότητα ήξερε πως εγινε αυτο που φοβόταν.Οι ομηρικοί καβγάδες με την κόρη της δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, μιας και η Επιστημη δεν ήθελε να συναναστρέφεται με αυτόν τον νέο, καθώς τον θεωρούσε μια κακή επιρροή για εκείνη . Άλλωστε δεν έπαιρνε στήριξη από τον άντρα της, διότι ήταν εθισμένος στο αλκοόλ και είχε αναλάβει μόνη της την ανατροφή των παιδιών . Όταν ανέβηκε στο διαμέρισμα της, μπήκε  με ορμή στο δωμάτιο της κόρης της και επιβεβαίωσε τα λεγόμενα της γειτόνισσας. Η Ειρήνη όχι μόνο είχε φύγει, αλλά είχε πάρει μαζί της όλα της τα ρούχα.«Ίσως με τις φωνές και την υστερία είχα υποθέσει ακριβώς το αντίθετο», σκέφτηκε, ενώ τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Όμως ήξερε ότι η ζωή της ήταν γεμάτη προβλήματα και δεν έβρισκε στήριξη από πουθενά.Πήρε στα χέρια το κινητό της κάνοντας δεκάδες τηλεφωνικές κλήσεις στην κόρη της. Φωνή δεν υπήρχε, απάντηση δε δόθηκε.Ανήμπορη να κάνει κάτι και μη γνωρίζοντας που κατοικεί ο Ανδρέας, αποφάσισε πως θα περιμένει την κόρη της μέχρι να γυρίσει, επιτρέποντάς της να στηρίξει την επιλογή της.]]></description>
		<content:encoded><![CDATA[<p>Είχε ήδη νυχτωσει όταν οι δυο νέοι είχαν φύγει κρυφά πριν προλάβει η κυρία Επιστήμη να επιστρέψει από την εργασία της. Μολις βγήκε  από το αυτοκίνητο η γειτόνισσα που συνήθιζε να παρατηρεί τα πάντα στη γειτονιά της ανέφερε πως είδε την κόρη της με έναν νεαρό να τρέχουν σαν κυνηγημένοι κρατώντας βαλίτσες. Εκείνη μη θέλοντας να δείξει την ταραχή της είπε πως το γνωρίζει, καθώς η κόρη της ταξίδευε το βράδυ και με απόλυτη ηρεμία μπήκε στο σπίτι της . Στην πραγματικότητα ήξερε πως εγινε αυτο που φοβόταν.Οι ομηρικοί καβγάδες με την κόρη της δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, μιας και η Επιστημη δεν ήθελε να συναναστρέφεται με αυτόν τον νέο, καθώς τον θεωρούσε μια κακή επιρροή για εκείνη . Άλλωστε δεν έπαιρνε στήριξη από τον άντρα της, διότι ήταν εθισμένος στο αλκοόλ και είχε αναλάβει μόνη της την ανατροφή των παιδιών . Όταν ανέβηκε στο διαμέρισμα της, μπήκε  με ορμή στο δωμάτιο της κόρης της και επιβεβαίωσε τα λεγόμενα της γειτόνισσας. Η Ειρήνη όχι μόνο είχε φύγει, αλλά είχε πάρει μαζί της όλα της τα ρούχα.«Ίσως με τις φωνές και την υστερία είχα υποθέσει ακριβώς το αντίθετο», σκέφτηκε, ενώ τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Όμως ήξερε ότι η ζωή της ήταν γεμάτη προβλήματα και δεν έβρισκε στήριξη από πουθενά.Πήρε στα χέρια το κινητό της κάνοντας δεκάδες τηλεφωνικές κλήσεις στην κόρη της. Φωνή δεν υπήρχε, απάντηση δε δόθηκε.Ανήμπορη να κάνει κάτι και μη γνωρίζοντας που κατοικεί ο Ανδρέας, αποφάσισε πως θα περιμένει την κόρη της μέχρι να γυρίσει, επιτρέποντάς της να στηρίξει την επιλογή της.</p>
]]></content:encoded>
	</item>
	<item>
		<title>Από: ΜΑΧΜΟΥΝΤ AΛΙ</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170#comment-89</link>
		<dc:creator>ΜΑΧΜΟΥΝΤ AΛΙ</dc:creator>
		<pubDate>Tue, 14 Jan 2025 17:34:09 +0000</pubDate>
		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=170#comment-89</guid>
		<description><![CDATA[Στο Μαντούκι της Κέρκυρας, η κ. Επιστήμη μόλις είχε τελειώσει τη βάρδια της σε μια αποθήκη logistics. Επιστρέφοντας σπίτι με το αμάξι , η γειτόνισσα της, η Κωνσταντίνα, την σταμάτησε ξαφνικά, εμφανώς ταραγμένη.

«Πρέπει να μιλήσουμε, Επιστήμη! Ο Αντρέας μόλις πήρε τη Ρήνη!»

Το αίμα πάγωσε στις φλέβες της. Έπρεπε να τους προλάβει πριν συμβεί το απρόβλεπτο. Έτρεξε μέσα από τα στενά, προσπερνώντας κόσμο, αυτοκίνητα και  μηχανάκια. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και η εφαρμογή των βημάτων στο smartwatch της κατέγραφε την κάθε της κίνηση.

Φτάνοντας στο διαμέρισμα του Αντρέα, βρήκε την πόρτα κλειστή. Χτύπησε με μανία, φωνάζοντας: «Ανοίξτε! Ξέρω ότι είσαστε μέσα!»

Η πόρτα δεν άνοιγε. Απελπισμένη, χτύπησε την πόρτα με τις γροθιές της. Ξαφνικά, ένα παράθυρο άνοιξε και εμφανίστηκε η Ρήνη, κλαίγοντας. Ο Αντρέας στάθηκε δίπλα της, ταραγμένος.

«Είναι γυναίκα μου! είπε.

Η κ. Επιστήμη έπεσε στο κατώφλι, συντετριμμένη. Οι γείτονες παρακολουθούσαν από τα μπαλκόνια τους, καταγράφοντας τη σκηνή με τα smartphones τους. Τα social media γέμιζαν με βίντεο. Σηκώθηκε, σκέπασε το πρόσωπό της με το μαντίλι και είπε:

«Δεν σας δίνω τίποτα απο την περιουσία μου, ξέρε το, Αντρέα!!!!! Ξέρω πολύ καλά ότι είσαι τυχοδιώκτης, όσο για την κόρη μου θα το καταλάβειαργότερα, αλλά θα είναι αργά&quot;

Ο Αντρέας,απάντησε: «Δεν θέλω τίποτα.»

Η μάνα έφυγε, και η Ρήνη, μέσα στα δάκρυά της, χαμογέλασε παρηγορημένη, αγκαλιάζοντας τον Αντρέα χωρίς να τη νοιάζει τίποτα άλλο.]]></description>
		<content:encoded><![CDATA[<p>Στο Μαντούκι της Κέρκυρας, η κ. Επιστήμη μόλις είχε τελειώσει τη βάρδια της σε μια αποθήκη logistics. Επιστρέφοντας σπίτι με το αμάξι , η γειτόνισσα της, η Κωνσταντίνα, την σταμάτησε ξαφνικά, εμφανώς ταραγμένη.</p>
<p>«Πρέπει να μιλήσουμε, Επιστήμη! Ο Αντρέας μόλις πήρε τη Ρήνη!»</p>
<p>Το αίμα πάγωσε στις φλέβες της. Έπρεπε να τους προλάβει πριν συμβεί το απρόβλεπτο. Έτρεξε μέσα από τα στενά, προσπερνώντας κόσμο, αυτοκίνητα και  μηχανάκια. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και η εφαρμογή των βημάτων στο smartwatch της κατέγραφε την κάθε της κίνηση.</p>
<p>Φτάνοντας στο διαμέρισμα του Αντρέα, βρήκε την πόρτα κλειστή. Χτύπησε με μανία, φωνάζοντας: «Ανοίξτε! Ξέρω ότι είσαστε μέσα!»</p>
<p>Η πόρτα δεν άνοιγε. Απελπισμένη, χτύπησε την πόρτα με τις γροθιές της. Ξαφνικά, ένα παράθυρο άνοιξε και εμφανίστηκε η Ρήνη, κλαίγοντας. Ο Αντρέας στάθηκε δίπλα της, ταραγμένος.</p>
<p>«Είναι γυναίκα μου! είπε.</p>
<p>Η κ. Επιστήμη έπεσε στο κατώφλι, συντετριμμένη. Οι γείτονες παρακολουθούσαν από τα μπαλκόνια τους, καταγράφοντας τη σκηνή με τα smartphones τους. Τα social media γέμιζαν με βίντεο. Σηκώθηκε, σκέπασε το πρόσωπό της με το μαντίλι και είπε:</p>
<p>«Δεν σας δίνω τίποτα απο την περιουσία μου, ξέρε το, Αντρέα!!!!! Ξέρω πολύ καλά ότι είσαι τυχοδιώκτης, όσο για την κόρη μου θα το καταλάβειαργότερα, αλλά θα είναι αργά»</p>
<p>Ο Αντρέας,απάντησε: «Δεν θέλω τίποτα.»</p>
<p>Η μάνα έφυγε, και η Ρήνη, μέσα στα δάκρυά της, χαμογέλασε παρηγορημένη, αγκαλιάζοντας τον Αντρέα χωρίς να τη νοιάζει τίποτα άλλο.</p>
]]></content:encoded>
	</item>
</channel>
</rss>
