<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	xmlns:series="http://organizeseries.com/"
	>

<channel>
	<title>Αναγνωστικά ΤαξίδιαΑναγνωστικά Ταξίδια</title>
	<atom:link href="https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/feed" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1</link>
	<description>Schoolpress</description>
	<lastBuildDate>Wed, 27 May 2026 14:16:02 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	
		<item>
		<title>3ο Φεστιβάλ Γαλλοφωνίας ΔΔΕ ΠΕΙΡΑΙΑ με τίτλο « à la manière de Molière » Θέατρο Πολυχώρου «ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ» 20 Μαρτίου 2026</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/219</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/219#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 16 May 2026 17:16:21 +0000</pubDate>
		<dc:creator>char_kala</dc:creator>
				<category><![CDATA[Γενικά]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=219</guid>
		<description><![CDATA[   Με αφορμή τα τετρακόσια χρόνια μετά τη γέννησή του το 1622, οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β’ τάξης...]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify">   Με αφορμή τα τετρακόσια χρόνια μετά τη γέννησή του το 1622, οι μαθητές και οι μαθήτριες της Β’ τάξης συμμετείχαν στο φεστιβάλ, αποδίδοντας φόρο τιμής σε έναν από τους ιδρυτές του γαλλικού θεάτρου, τον Μολιέρο, τον θεατρικό συγγραφέα του 17<sup>ου</sup> αιώνα, του οποίου οι κωμωδίες αποτελούν ακόμα και σήμερα «ευαγγέλιο» για την πρώτη επαφή των Γάλλων μαθητών με το δράμα.</p>
<p style="text-align: justify">   Η μεγάλη αξία του Μολιέρου διαφάνηκε στην προσαρμογή της κωμωδίας στις συμβατικές μορφές του γαλλικού θεάτρου. Στα έργα του  στηλίτευε την υποκρισία, την ανοησία, την αλαζονεία και την ανθρώπινη αδυναμία κυρίως της αριστοκρατικής τάξης, ενώ δεν δίσταζε να καυτηριάζει τις μηχανορραφίες του κλήρου, τα ήθη αλλά και τις ακολασίες όλων των κοινωνικών στρωμάτων. Από την άλλη κύριος στόχος του ήταν να ψυχαγωγήσει τον απλό κόσμο με τα έργα του.</p>
<p style="text-align: justify">   Οι μαθητές και οι μαθήτριες δημιούργησαν ένα ψηφιακό διαδραστικό παιχνίδι απόδρασης, με τίτλο <b><i>« </i></b><b><i>Le</i></b><b><i> </i></b><b><i>Myst</i></b><b><i>è</i></b><b><i>re</i></b><b><i> </i></b><b><i>du</i></b><b><i> </i></b><b><i>Mus</i></b><b><i>é</i></b><b><i>e</i></b><b><i> </i></b><b><i>de</i></b><b><i> </i></b><b><i>Moli</i></b><b><i>è</i></b><b><i>re</i></b><b><i> »</i></b>, συνδυάζοντας τη γαλλική γλώσσα με τη δημιουργικότητα, τη συνεργασία και τη φαντασία.</p>
<p style="text-align: justify">       Καλή σας απόδραση!  <a href="https://view.genially.com/6945a354f7f999a67676ac8c">Κάντε κλικ εδώ για να παίξετε!</a><a href="https://view.genially.com/6945a354f7f999a67676ac8c"><br />
</a></p>
<p style="text-align: left"> <b><i><a href="https://view.genially.com/69e67e7c07b64ded4bf209c0">Photo Gallery</a></i></b></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/219/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[3ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Η τσελίστρια του Άουσβιτς έγινε 100 ετών και η ιστορία της παραμένει αδιανόητη</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/198</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/198#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 22 Apr 2026 13:38:29 +0000</pubDate>
		<dc:creator>ΖΕΡΒΑ ΖΩΗ</dc:creator>
				<category><![CDATA[Ηλεκτρονική Δημοσιογραφία]]></category>
		<category><![CDATA[ανθρώπινα δικαιώματα]]></category>
		<category><![CDATA[μουσική]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=198</guid>
		<description><![CDATA[The LiFO team Η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις, μία από τις πιο συγκλονιστικές μορφές της μνήμης του Ολοκαυτώματος, επιστρέφει στο προσκήνιο με...]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>The LiFO team</p>
<p>Η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις, μία από τις πιο συγκλονιστικές μορφές της μνήμης του Ολοκαυτώματος, επιστρέφει στο προσκήνιο με αφορμή τα 100 της χρόνια και τη νέα έκδοση του βιβλίου της Inherit the Truth. Η ζωή της δεν είναι μόνο μια μαρτυρία για το Ολοκαύτωμα, αλλά και μια σκληρή υπενθύμιση ότι η μουσική μπορεί να υπάρξει ταυτόχρονα ως σωτηρία και ως μέρος της κόλασης.</p>
<p><img alt="Η τσελίστρια του Άουσβιτς έγινε 100 ετών και η ιστορία της παραμένει αδιανόητη" src="https://www.lifo.gr/sites/default/files/styles/main/public/articles/2026-04-21/105843.jpeg.2500x0_q70.jpg?itok=Cxma7qXE" width="600" height="400" /></p>
<p>Η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις σήμερα. Φωτογραφία: Jane Hilton</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Υπάρχουν ζωές που μοιάζουν αδύνατες ακόμη και όταν έχουν συμβεί. Η ζωή της <strong>Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις</strong> είναι μία από αυτές. Στα 100 της πια, η Γερμανοεβραία τσελίστρια που επέζησε από το<strong> Άουσβιτς</strong> και το <strong>Μπέργκεν-Μπέλζεν</strong> βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο με αφορμή τη νέα έκδοση του βιβλίου της <strong>Inherit the Truth: The Cellist of Auschwitz.</strong></p>
<p>Το βάρος της ιστορίας της δεν βρίσκεται μόνο στο ότι επέζησε, αλλά και<strong> στον τρόπο</strong> με τον οποίο τα κατάφερε. Η Λάσκερ-Βάλφις μεταφέρθηκε στο Άουσβιτς τον Δεκέμβριο του<strong> 1943</strong> και βρέθηκε να παίζει τσέλο στην <strong>ορχήστρα των γυναικών του στρατοπέδου</strong>, υπό τη διεύθυνση της Άλμα Ροζέ. <strong>Η μουσική, που στον έξω κόσμο σημαίνει παιδεία, ομορφιά ή παρηγοριά, εκεί γινόταν μέρος της ίδιας της μηχανής του τρόμου. </strong>Στη ραδιοφωνική μαρτυρία που έδωσε στο BBC μία μέρα μετά την απελευθέρωση, το είπε με απόλυτη καθαρότητα: «<strong>η μουσική παιζόταν για τα πιο τρομερά πράγματα».</strong></p>
<p><img alt="Η τσελίστρια του Άουσβιτς έγινε 100 ετών και η ιστορία της παραμένει αδιανόητη" src="https://www.lifo.gr/sites/default/files/styles/main/public/articles/2026-04-21/105842.jpeg.1920x0_q70.jpg?itok=P8oVZ9K9" width="600" height="811" /></p>
<p><strong>Η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις με το τσέλο της, πριν από τον πόλεμο. </strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Εκεί αρχίζει και η πιο <strong>δύσκολη αλήθεια</strong> αυτής της ζωής. Στο Άουσβιτς η μουσική δεν λειτούργησε ως εξαγνιστική δύναμη, αλλά ως κάτι πολύ<strong> διπλό και άβολο</strong>. Της έσωσε τη ζωή, επειδή το στρατόπεδο χρειαζόταν μια τσελίστρια. Την ίδια στιγμή, όμως, ήταν <strong>δεμένη</strong> με τη <strong>βία</strong>, τις πορείες, τις αφίξεις και τη διοίκηση του στρατοπέδου, <strong>με μια καθημερινότητα όπου η τέχνη δεν λύτρωνε</strong>, αλλά γινόταν εργαλείο εξουσίας. Η αντίφαση αυτή είναι που κάνει την ιστορία της Λάσκερ-Βάλφις κάτι πολύ περισσότερο από ένα χρονικό επιβίωσης.</p>
<p>Μετά το Άουσβιτς ήρθε το Μπέργκεν-Μπέλζεν. Η απελευθέρωση του στρατοπέδου έγινε στις 15 Απριλίου 1945 από βρετανικές δυνάμεις, και η ίδια θυμόταν ότι δεν μπορούσε να πιστέψει πως όσα έβλεπε ήταν αληθινά. Την επόμενη μέρα μίλησε στο BBC ως <strong>«Anita Lasker, a German Jew»</strong>, περιγράφοντας δημόσια όσα είχε δει, σε μια εποχή που ο κόσμος ακόμη δεν είχε καταλάβει πλήρως το <strong>μέγεθος</strong> αυτού που είχε συμβεί.</p>
<p>Και ύστερα, μέσα σε αυτό το μεταπολεμικό τοπίο της<strong> φρίκης</strong>, συνέβη κάτι <strong>σχεδόν αδιανόητο</strong>. Τον Ιούλιο του 1945, στο καταυλισμό εκτοπισμένων που είχε δημιουργηθεί στο Μπέργκεν-Μπέλζεν μετά την απελευθέρωση, η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις άκουσε τον <strong>Γεχούντι Μενουχίν </strong>να δίνει συναυλία, με πιανίστα τον νεαρό τότε <strong>Μπέντζαμιν Μπρίτεν</strong>. Η ίδια έγραψε σε γράμμα της ότι ήταν «μια υπέροχη βραδιά».<strong> Σχεδόν δεν χωράει ο νους τη σκηνή: ένας τόπος που μόλις είχε βγει από την ακραία απανθρωπιά να ακούει ξανά Μπαχ, Μπετόβεν, Μέντελσον και Ντεμπισί.</strong> Και η γυναίκα που κάποτε έπαιζε μουσική επειδή από αυτό εξαρτιόταν η ζωή της, να βρίσκεται εκεί ως ακροάτρια μιας <strong>μεταπολεμικής Ευρώπης</strong> που προσπαθούσε να ξαναγίνει <strong>ανθρώπινη</strong>.</p>
<p>Η Λάσκερ-Βάλφις δεν μένει στη μνήμη σαν σύμβολο, αλλά σαν άνθρωπος. Η φωνή της παραμένει κοφτή, διαυγής, <strong>χωρίς ίχνος αυτοθυματοποίησης. </strong>Θυμάται, για παράδειγμα, πως εντυπωσιάστηκε <strong>περισσότερο</strong> από τον <strong>διακριτικό</strong> πιανίστα παρά από τον ήδη <strong>θρυλικό </strong>Μενουχίν, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσει αργότερα ότι εκείνος ο συνοδός ήταν ο Μπρίτεν. Χρόνια μετά, έπαιξε μαζί του στο πλαίσιο της English Chamber Orchestra, την οποία είχε βοηθήσει να ιδρυθεί το 1948. Η ζωή της δεν σταμάτησε στην επιβίωση. Βρήκε τρόπο να συνεχιστεί μέσα στη μουσική.</p>
<figure><a href="https://www.lifo.gr/sites/default/files/styles/max_1920x1920/public/articles/2026-04-21/105841.jpeg.1920x0_q70.jpg?itok=CMpMoVBX"><img alt="Η τσελίστρια του Άουσβιτς έγινε 100 ετών και η ιστορία της παραμένει αδιανόητη" src="https://www.lifo.gr/sites/default/files/styles/main/public/articles/2026-04-21/105841.jpeg.1920x0_q70.jpg?itok=1bwGuH6U" width="600" height="480" /> </a></figure>
<figure><em>Οικογενειακές φωτογραφίες από το σπίτι της στο Kensal Rise του Λονδίνου</em></figure>
<figure></figure>
<p>&nbsp;</p>
<p>Αυτό είναι ίσως το πιο <strong>σπάνιο </strong>στοιχείο της ιστορίας της. Οχι μόνο το ότι σώθηκε, <strong>αλλά το ότι έζησε αρκετά ώστε να μετατρέψει τη σωτηρία σε έργο μνήμης. </strong>Το βιβλίο της, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1996 και επανεκδίδεται τώρα από τη Faber, δεν λειτουργεί απλώς ως προσωπική αφήγηση. Είναι ένα ντοκουμέντο που ενώνει την οικογενειακή<strong> καταστροφή</strong>, τα στρατόπεδα, τη μεταπολεμική Βρετανία, τη μουσική ζωή της <strong>και την αργή, δύσκολη επιμονή της αλήθειας απέναντι στον χρόνο.</strong></p>
<p>Στα 100 της, η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις δεν αντιπροσωπεύει μόνο μια μαρτυρία του παρελθόντος. Αντιπροσωπεύει και κάτι πιο άβολο για το παρόν: <strong>την υποχρέωση να θυμόμαστε χωρίς να εξημερώνουμε</strong>.</p>
<p>Οχι να κάνουμε την ιστορία της ένα <strong>ευγενικό μνημείο</strong> για «τη δύναμη της τέχνης», αλλά να<strong> αντέξουμ</strong>ε το γεγονός ότι <strong>η μουσική υπήρξε ταυτόχρονα και σανίδα σωτηρίας και μέρος της κόλασης.</strong></p>
<p><em>Με στοιχεία από The Observer και Faber</em></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong><span style="color: #0000ff">Φαντάσου ότι είσαι η Ανίτα μία από τις πρώτες ημέρες στο στρατόπεδο. Προσπάθησε να περιγράψεις τα συναισθήματά σου καθώς συνειδητοποιείς την πραγματικότητα γύρω σου&#8230;</span></strong></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/198/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[3ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Επίσκεψη στο Άουσβιτς – Σκέψεις και συναισθήματα μαθητών και μαθητριών&#8230;</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/195</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/195#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 22 Apr 2026 07:19:29 +0000</pubDate>
		<dc:creator>ΖΕΡΒΑ ΖΩΗ</dc:creator>
				<category><![CDATA[Ηλεκτρονική Δημοσιογραφία]]></category>
		<category><![CDATA[ανθρώπινα δικαιώματα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=195</guid>
		<description><![CDATA[Ας καταγράψουμε τις εντυπώσεις μας για όσα είδαμε στο Άουσβιτς. Ποια συναισθήματα σας κατέκλυσαν; Προσπαθήστε να αναπτύξετε τις σκέψεις σας...]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><a href="https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/files/2026/04/Άουσβιτς.jpeg11.jpeg"><img class="aligncenter size-medium wp-image-206" alt="Άουσβιτς.jpeg11" src="https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/files/2026/04/Άουσβιτς.jpeg11-300x225.jpeg" width="300" height="225" /></a></p>
<p><span style="color: #000080"><em><strong>Ας καταγράψουμε τις εντυπώσεις μας για όσα είδαμε στο Άουσβιτς. </strong></em></span></p>
<p><span style="color: #000080"><em><strong>Ποια συναισθήματα σας κατέκλυσαν; Προσπαθήστε να αναπτύξετε τις σκέψεις σας μετά την εμπειρία αυτή&#8230;</strong></em></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/195/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>7</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[3ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Οι «Λουδίτες» της γενιάς Ζ με τα… κουμπάκια</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/189</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/189#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 23 Oct 2025 15:12:12 +0000</pubDate>
		<dc:creator>ΖΕΡΒΑ ΖΩΗ</dc:creator>
				<category><![CDATA[Ηλεκτρονική Δημοσιογραφία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=189</guid>
		<description><![CDATA[]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/189/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>8</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[3ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Μαλάλα Γιουσαφζάι</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/180</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/180#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 16 Mar 2025 23:05:43 +0000</pubDate>
		<dc:creator>apavlak</dc:creator>
				<category><![CDATA[Γενικά]]></category>
		<category><![CDATA[Άσκηση -Δημιουργική γραφή]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=180</guid>
		<description><![CDATA[Όλα αυτά μου τα διηγήθηκαν αργότερα. Με κάποιον τρόπο, όμως, το σώμα μου τα θυμάται ακόμα. Είχα μεταφερθεί με ελικόπτερο...]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Όλα αυτά μου τα διηγήθηκαν αργότερα. Με κάποιον τρόπο, όμως, το σώμα μου τα θυμάται ακόμα.</p>
<p>Είχα μεταφερθεί με ελικόπτερο στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Πεσαβάρ στο Πακιστάν κι εκεί ο συνταγματάρχης Τζουνέιντ Χαν, στρατιωτικός νευροχειρουργός, με παρακολουθούσε ανήσυχος, παρότι η κατάσταση μου φαινόταν σταθερή. Τέσσερις ώρες αργότερα επαληθεύτηκε ο χειρότερος φόβος του: ο εγκέφαλός μου άρχισε να πρήζεται εξαιτίας της σφαίρας που μου είχαν ρίξει την προηγούμενη μέρα οι τζιχαντιστές Ταλιμπάν και η οποία είχε διαπεράσει το κρανίο και τον αυχένα μου και είχε καταλήξει στον δεξιό μου ώμο.</p>
<p>Ο Χαν ήξερε τι έπρεπε να κάνει: να αφαιρέσει ένα κομμάτι από το κρανίο μου, έτσι ώστε ο εγκέφαλος να έχει περισσότερο χώρο για να απλωθεί και να σταματήσει να πιέζεται. Όμως, για να το κάνει αυτό, έπρεπε να εξασφαλίσει την άδεια του πατέρα μου.</p>
<p>«Αποκλείεται» απάντησε εκείνος όταν άκουσε την πρόταση του γιατρού. «Είσαι πολύ νέος και άπειρος για μια τόσο επικίνδυνη επέμβαση»</p>
<p>Θα μπορούσα να είχα πεθάνει εκείνη τη νύχτα. Χρειάστηκε η κατάσταση μου να χειροτερέψει τόσο, που ο κίνδυνος από την επέμβαση να είναι μικρότερος από εκείνον που θα αντιμετώπιζα αν δε μου την έκαναν επιτόπου, και μόνο τότε δέχτηκε ο πατέρας μου να με εγχειρίσει, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ο Χαν.</p>
<p>Όταν, πολύ αργότερα, μου διηγήθηκε αυτή την ιστορία, τον κοίταξα σαν να μην πίστευα αυτά που άκουγα. «Εσύ δε μου έλεγες πάντοτε πως, όσο μικρός, όσο νέος κι αν είναι κανείς, μπορεί να αλλάξει τον κόσμο;» τον ρώτησα. Μου χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι μετανιωμένος.</p>
<p>Εξαιτίας αυτής της πίστης του είχα κινδυνέψει να χάσω τη ζωή μου. Χάρη σ” αυτή την πίστη του μπορώ σήμερα να αλλάξω, έστω και λίγο, τον κόσμο.</p>
<p>Εκείνο το απόγευμα της 9ns Οκτωβρίου 2012, ενώ τραγουδούσαμε με τις συμμαθήτριές μου ένα παραδοσιακό τραγούδι για τις ομορφιές του τόπου μας, μία ομάδα Ταλιμπάν σταμάτησε το πουλμανάκι που χρησιμοποιούσαμε ως κρυφό σχολικό και μπήκε μέσα, με καλυμμένα πρόσωπα και όπλα προτεταμένα. «Ποια είναι η Μαλάλα;» ρώτησε ο ένας από αυτούς. «Μιλήστε, αλλιώς θα σας πυροβολήσω όλες. Κάνει προπαγάνδα ενάντια στους πολεμιστές του Αλλάχ, τους Ταλιμπάν, και πρέπει να τιμωρηθεί» φώναξε. Όταν μία από τις φίλες μου έδειξε πρoς το μέρος μου, ο μασκοφόρος με πυροβόλησε και τραυμάτισε μαζί μ” εμένα κι άλλα δυο κορίτσια.</p>
<p>Το έγκλημα μου; Μα ότι εξακολουθούσα να πηγαίνω στο σχολείο, κάτι που οι Ταλιμπάν είχαν προσπαθήσει πολλές φορές να απαγορεύσουν σε όλα τα κορίτσια τnς κοιλάδας του Σουάτ, στο Πακιστάν, όπου μεγάλωσα με τη μητέρα, τον πατέρα, τα δύο μικρότερα αδέρφια μου – και με τα κοτόπουλα μας. Και, φυσικά, το ότι, όποτε έβρισκα ευκαιρία, μιλούσα για το δικαίωμα των κοριτσιών στην εκπαίδευση και για τις διακρίσεις που έκαναν οι Ταλιμπάν εναντίον των γυναικών, τις βιαιοπραγίες και τον παραλογισμό τους.</p>
<p>Οι Ταλιμπάν, αντί για όπλα, είχαν ξεκινήσει το κήρυγμά τoυς μέσα από ραδιοφωνικές εκπομπές, στις οποίες συζητούσαν τις βασικές αρχές του Ισλάμ, κερδίζοντας έτσι την υποστήριξη πολλών ευσεβών Πακιστανών</p>
<p>Όσο αυξανόταν, όμως, η επιρροή τoυς,  γίνονταν όλο και πιο σκληροί. Απαγόρευαν στις γυναίκες να δουλεύουν και να πηγαίνουν στο σχολείο, ακόμα και να κυκλοφορούν μόνες τoυς έξω. Χτυπούσαν όσες δεν ήταν ντυμένες «σωστά» ή τύχαινε να γελάσουν δυνατά έξω στον δρόμο. Μπορεί ακόμα και να τoυς ξερίζωναν τα νύχια έτσι και τολμούσαν να τα βάψουν με βερνίκι. Όσους διαφωνούσαν μαζί τoυς τoύς  αποκεφάλιζαν και τoυs κρεμούσαν σε κεντρικές πλατείες της πόλης.</p>
<p>Μέσα στο 2008 κατέστρεψαν πάνω από 150 σχολεία – στη χώρα μας, που έτσι κι αλλιώς  ένα στα τρία παιδιά δεν πηγαίνει σχολείο. Με τις φίλες μου κρύβαμε τα βιβλία κάτω από τα ρούχα μας για να μη μας πάρει χαμπάρι κανείς όταν πηγαίναμε για μάθημα. Ακόμα κι όταν μας επέτρεψαν ξανά να γυρίσουμε στις τάξεις μας, οι περισσότερες φοβόμασταν για τη ζωή μας. Από τα 700 κορίτσια που ήταν γραμμένα στο σχολείο μας, έφτασαν να έρχονται μόνο τα 70.</p>
<p>Τότε ο Αμπντούλ Χάι Κακάρ, δημοσιογράφος της πακιστανικής υπηρεσίας του BBC, άρχισε να ψάχνει ένα κορίτσι του Σουάτ που θα περιέγραφε -ανώνυμα, φυσικά- σε ένα μπλογκ τη φριχτή αυτή περίοδο και θα γινόταν έτσι η φωνή όλων μας. 0 πατέρας μου προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να βρει την κατάλληλη, όμως από τις μαθήτριες του σχολείου του καμία δε δεχόταν – οι οικογένειές τoυς το θεωρούσαν υπερβολικά επικίνδυνο. Τότε κι εκείνος πρότεινε εμένα.</p>
<p>Το πρώτο μου ποστ ανέβηκε στο σάιτ του BBC Urdu στις 3 Ιανουαρίου 2009. Υπαγόρευα τις σκέψεις μου τηλεφωνικά σε έναν δημοσιογράφο ή τις σημείωνα σε χαρτάκια που έφευγαν σκαναρισμένα για τα κεντρικά. Έγραφα για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τον καιρό τns Πρώτης Mάχης του Σουάχ, για τα κορίτσια που όλο και λιγόστευαν στην τάξη μου, για τη λύπη μου όταν το σχολείο έκλεισε τελικά, για τον φόβο μου, για τα άγρυπνα βράδια μας, για τις παραδόσεις που πίστευα πως έπρεπε να αλλάξουν, για τον θυμό μου, για τα χρωματιστά ρούχα που δε μας επέτρεπαν να φοράμε και τα πικνίκ που μας απαγόρευαν να κάνουμε, για τις επιθέσεις αυτοκτονίας, για τα λάθη που πιστεύω πως έκανε ο στρατός προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τους Ταλιμπάν, για τα δικαιώματα που μας έκλεβαν κάθε μέρα που περνούσε.</p>
<p>Ήξερα ότι κινδύνευα από την αγανάκτηση τους. Έριχναν από τη χαραμάδα της εξώπορτας χαρτάκια με απειλές για τη ζωή μου – μερικές φορές τις δημοσίευαν και στις εφημερίδες τoυς ή μου τις έστελναν στο Facebook. Η μαμά μου είχε στερεώσει στο παράθυρο μας μια σκάλα, ώστε να μπορέσουμε να το σκάσουμε ακόμα και μέσα στη νύχτα αν χρειαζόταν. Μόνο που την ξέχασε εκεί και μια μέρα που λείψαμε από το σπίτι κάποιος τη χρησιμοποίησε για να μπει μέσα και να μας κλέψει την τηλεόραση.</p>
<p>Φοβόμουν, φυσικά και φοβόμουν. Δεν μπορούσα, όμως, να σταματήσω να κάνω αυτό που θεωρούσα σωστό – αν σταματούσα, δε θα προστάτευα τον εαυτό μου, θα τον πρόδιδα, θα μπορούσε τότε να με πατήσει κάποιο αυτοκίνητο στον δρόμο και να πεθάνω έτσι κι αλλιώς, χωρίς να έχω κάνει τίποτα για τη φοβερή αδικία που έβλεπα να εξαπλώνεται παντού γύρω μου. Κι αυτό ο πατέρας μου μου είχε μάθει να το θεωρώ τη μεγαλύτερη σπατάλη ζωής.</p>
<p>Όταν γεννήθηκα, ο πατέρας μου με ονόμασε Μαλαλάι, σαν την ποιήτρια και πολεμίστρια  των Παστούν του Αφγανιστάν, κι ευχήθηκε να έχω τολμηρή φωνή όπως κι εκείνη. Όταν μεγάλωσα αρκετά ώστε να καταλαβαίνω, με άφηνε να μένω ξύπνια τα βράδια έως αργά και να συζητάω για πολιτικά με τους μεγάλους, ενώ τα δύο αδέρφια μου πήγαιναν για ύπνο από νωρίς.</p>
<p>Όχι πως ήταν σε όλα του μοντέρνος και προοδευτικός. Όσο κι αν έσπρωχνε εμένα μπροστά και μου έδινε την ευκαιρία να μιλάω για όσα πίστευα σε ξένους πολιτικούς και δημοσιογράφους, άλλο τόσο κρατούσε τη μητέρα μου ένα βήμα πιο πίσω και δεν την άφηνε να βγαίνει πιο έξω από τα όρια που έβαζε στις γυναίκες η παράδοση του Ισλάμ. Κι ας ήταν στην πραγματικότητα εκείνη ο αρχηγός της οικογένειας, κι ας έπεφταν πάνω της όλα τα μάτια κάθε φορά που έπρεπε να παρθεί κάποια απόφαση πραγματικά σημαντική. Τον πείραζα πάντα γι” αυτό, φαίνεται όμως πως κάθε γενιά πρέπει να κάνει τα δικά της βήματα και πως οι αλλαγές χρειάζονται πολλά παιδιά που θα τολμήσουν να κάνουν αυτά που δεν περίμεναν ποτέ ότι θα καταφέρουν οι μεγάλοι.</p>
<p>Ο ίδιος δεν είχε αφήσει ποτέ το μικροσκοπικό παρουσιαστικό και το τραύλισμα του να τον εμποδίσουν να γίνει δάσκαλος, να φτιάξει το δικό του σχολείο, να γίνει ακτιβιστής. Ήταν πάντα έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του γι” αυτά που πίστευε: για την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, τη γνώση. Πολλές φορές, μέσα στις ατελείωτες μέρες που πέρασα ξαπλωμένη σε κρεβάτια νοσοκομείων, χωρίς να ξέρω ακόμα στα σίγουρα αν θα καταφέρω να ζήσω, αναρωτήθηκα αν ήταν το ίδιο έτοιμος να θυσιάσει και τη δική μου ζωή. Αν είχε μετανιώσει που με έμαθε να μάχομαι για τα πράγματα που θεωρούσα σημαντικά – μέχρι θανάτου. Όμως ο πατέρας μου με ονόμασε απλώς Μαλαλάι, δε με έκανε σαν εκείνη. Μόνη μου διάλεξα αυτή τη ζωή.</p>
<p>Ο μπαμπάς μου βρέθηκε πρώτος κοντά μου όταν με μετέφεραν στο νοσοκομείο. Τη μαμά μου δεν είχαν καταφέρει να την ειδοποιήσουν ακόμα, γιατί βρισκόταν στο μάθημα Ypacpns και ανάγνωση, όπου πήγαινε κάθε εβδομάδα. Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου κρατάει το χέρι κι εγώ να του λέω «Μην ανησυχείς, μπαμπά, θα γίνω καλά και θα νικήσουμε». Αμέσως μετά όλα σκοτείνιασαν γύρω μου.</p>
<p>Πέρασε καιρόs μέχρι να νιώσω ξανά φυσιολογική, να αρχίσω να φαίνομαι ξανά φυσιολογική και να σταματήσω να μπαίνω και να βγαίνω στο νοσοκομείο. Πέρασε καιρός για να ξαναρχίσω να επικοινωνώ μιλώντας και όχι γράφοντας, να μην εξαντλούμαι με την παραμικρή προσπάθεια, να αποκατασταθεί η ακοή μου με ειδικό εμφύτευμα, να γίνει με πλαστική η αποκατάσταση του κρανίου μου, να προχωρήσω με τη θεραπεία για την ελαφριά παράλυση στο αριστερό μέρος του προσώπου μου.</p>
<p>Από το δωμάτιο του νοσοκομείου ζήτησα να μου φέρουν τα βιβλία μου, για να διαβάσω και να είμαι έτοιμη για τις  εξετάσεις μου, όταν θα γύριζα στο Πακιστάν. Δε γύρισα ακόμα και δεν ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ να γυρίσω.</p>
<p>Είναι συγκινητικό το πόσες διαμαρτυρίες οργανώθηκαν σε όλη τη χώρα εξαιτίας της επίθεσης εναντίον μου. Μακάρι να ήταν πάντοτε τόσο δυναμικοί οι συμπατριώτες μου στην αντίσταση τους ενάντια στους  Ταλιμπάν. Ίσως έτσι να τους είχαμε ξεφορτωθεί από καιρό.</p>
<p>Οι Αρχές του Πακιστάν ανακοίνωσαν πως θα έδιναν το όνομα μου στο σχολείο της γειτονιάς μας. Ανατρίχιασα μόλις το άκουσα και ζήτησα να πάρουν πίσω την απόφαση τους – ήμουν σίγουρη πως έτσι θα γινόταν στόχος για τους Ταλιμπάν, και η σκέψη αυτή μου έφερνε ναυτία.</p>
<p>Η πρώτη μου μέρα στο γυμνάσιο του Μπέρμιγχαμ, όπου ζούμε με την οικογένεια μου από τότε που βγήκα από το νοσοκομείο, ήταν μία από τις σημαντικότερες της ζωής μου. Ξαναβρήκα το όνειρο μου και τον λόγο για τον οποίο αγωνίζομαι, Ξαναγύρισα στο σχολείο. Εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο ελεύθερα απ” ό,τι είχα συνηθίσει και καμιά φορά δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ. Όμως εξακολουθώ να προσπαθώ με ό,τι έχω και δεν έχω για να μαθαίνω κάθε μέρα περισσότερα πράγματα, να γίνω καλύτερος άνθρωπος μέσα από τις σπουδές μου, να κάνω περήφανη την οικογένεια μου και να γίνω χρήσιμη για τη χώρα μου.</p>
<p>Οι τρομοκράτες είχαν δηλώσει πως, αν τη γλίτωνα και κατάφερνα να επιβιώσω, θα ξαναπροσπαθούσαν να με σκοτώσουν. Νόμιζαν ότι έτσι θα μ” έκαναν να αλλάξω στόχους, όμως στην πραγματικότητα μόνο ένα πράγμα άλλαξε στη ζωή μου μετά από την επίθεση: όποια αδυναμία, φόβο ή απογοήτευση μπορεί να ένιωθα, χάθηκαν και τη θέση τους πήρε η δύναμη και το κουράγιο. Δεν είμαι εναντίον κανενός, ούτε και θέλω να εκδικηθώ κανέναν. Θέλω μόνο να μιλήσω για το δικαίωμα στην εκπαίδευση που έχουν όλα τα παιδιά. Θέλω και οι γιοι και οι κόρες των Ταλιμπάν να πάνε σχολείο και να μορφωθούν όπως όλοι μας.</p>
<p>Ο Θεός μού χάρισε μια δεύτερη ζωή κι έχω σκοπό να την αφιερώσω στο να κάνω κάτι καλό για τους ανθρώπους. Έφτιαξα τον οργανισμό Malala Fund για να βοηθήσω όλα τα κορίτσια του κόσμου να πάνε σχολείο. Η εκπαίδευση είναι το πιο ισχυρό όπλο που έχουμε στα χέρια μας για να καταπολεμήσουμε τη φτώχεια και να βάλουμε τέλος σε τρομερές συνήθειες όπως η κλειτοριδεκτομή και οι παιδικοί γάμοι – σφίγγεται η καρδιά μου όταν σκέφτομαι ότι υπάρχουν στον κόσμο σήμερα 700 εκατομμύρια γυναίκες που παντρεύτηκαν όσο ήταν ακόμα παιδιά.</p>
<p>Η απόπειρα εναντίον μου και οι προσπάθειες του Malala Fund έχουν φέρει ως τώρα αποτελέσματα που μέχρι πριν από μερικά χρόνια θα μου ήταν αδύνατο έστω και να τα φανταστώ. Στο Πακιστάν ψηφίστηκε νόμος για το δικαίωμα όλων των παιδιών στην εκπαίδευση, ο οποίος έχει ήδη βελτιώσει την κατάσταση ακόμα και στις πιο δύσκολες περιοχές της χώρας, ενώ το Κολέγιο Θηλέων του Σουάτ απέκτησε τμήμα πληροφορικής. Στη Γάζα βοηθήσαμε να ξαναχτιστούν 65 σχολεία που είχαν καταστραφεί εξαιτίας του πολέμου και στον Λίβανο φτιάξαμε ένα σχολείο ειδικά για κορίτσια-πρόσφυγες από τη Συρία.</p>
<p>Έχουμε, όμως, ακόμα να κάνουμε πολλά. Θέλω όλες οι κυβερνήσεις ν” αρχίσουν να επενδύουν σε βιβλία και όχι σε σφαίρες, που δίνουν τροφή στο μίσος και στην τρομοκρατία. Θέλω περισσότερα παιδιά σε όλο τον κόσμο να έχουν τη δυνατότητα να υψώσουν τη φωνή τους και να υπερασπιστούν τα δικαιώματα τους. Προβλήματα δεν υπάρχουν μόνο στο Πακιστάν, ούτε χρειάζεται να κάνει κανείς εντυπωσιακά πράγματα για να φέρει την αλλαγή. Στη δική μου ιστορία, το πιο σημαντικό δεν ήταν ούτε τα βραβεία που κέρδισα, ούτε οι ομιλίες, ούτε το βιβλίο μου, ούτε η φήμη που απέκτησα. Το πιο σημαντικό ήταν πως, παρ” όλα τα εμπόδια και τον φόβο μου, συνέχισα να πηγαίνω σχολείο.</p>
<p>Το Νόμπελ Eιρήvης που κέρδισα το 2014 μου έδωσε κουράγιο και ελπίδα, μου έδωσε όμως και μεγαλύτερη αίσθηση ευθύνης. Και το πιο σπουδαίο για μένα είναι ότι το μοιραστήκαμε με τον Καϊλάε Σατυάρτι, έναν Ινδό βετεράνο ακτιβιστή για την εκπαίδευση: ένας άντρας με μία γυναίκα, ένας ηλικιωμένος με μία έφηβη, ένας ινδουϊστής με μία μουσουλμάνα, ένας Ινδός με μία Πακιστανή – διαφορετικές ταυτότητες που συχνά συγκρούονται στον κόσμο μας, κι όμως πολλές φορές πολεμάνε μαζί ενάντια στον φανατισμό και το σκοτάδι.</p>
<p>Μικρή ονειρευόμουν να γίνω γιατρός. Όποτε το συζητούσα με τον πατέρα μου, όμως, εκείνος με κοίταζε μ” ένα μικρό χαμόγελο στις άκρες των χειλιών του – ώσπου μια μέρα δεν άντεξα και τον ρώτησα γιατί. «Να μη γίνεις γιατρός» μου απάντησε: «Να γίνεις πολιτικός». Κι όταν τον ξαναρώτησα γιατί, μου είπε, σαν να είχε από καιρό έτοιμη την απάντηση: «Γιατί τότε θα μπορείς να εξασφαλίσεις πως όποιο κορίτσι στη χώρα μας θέλει να γίνει γιατρός θα έχει την ευκαιρία να το κάνει». Ίσως έτσι να γίνω και γιατρός ολόκληρης της χώρας, θυμάμαι να σκέφτομαι τότε.</p>
<p>Μικρή ονειρευόμουν να γίνω διάσημη, να δω την κοιλάδα όπου μεγάλωσα ελεύθερη από τους Ταλιμπάν, να δω τα κορίτσια να πετάνε σαν πεταλούδες, χωρίς κανένα περιορισμό. Κι όλα αυτά έχουν αρχίσει να γίνονται πραγματικότητα. Αυτό μου φτάνει.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/180/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>14</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[2ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Μαλάλα Γιουσαφζάι</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/175</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/175#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 11 Mar 2025 19:41:21 +0000</pubDate>
		<dc:creator>apavlak</dc:creator>
				<category><![CDATA[Γενικά]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=175</guid>
		<description><![CDATA[Η Μαλάλα Γιουσαφζάι  είναι Πακιστανή ακτιβίστρια που αγωνίζεται για το δικαίωμα των κοριτσιών στην εκπαίδευση στη χώρα της. Η Μαλάλα γεννήθηκε στις 12...]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<h3><em>Η <b>Μαλάλα Γιουσαφζάι</b>  είναι Πακιστανή ακτιβίστρια που αγωνίζεται για το δικαίωμα των κοριτσιών στην εκπαίδευση στη χώρα της.</em></h3>
<p><em>Η Μαλάλα γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1997 στο Πακιστάν. Σε ηλικία 11 ετών ξεκίνησε να γράφει (χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο) σε μπλογκ, όπου περιέγραφε τη ζωή της στην πόλη Μινγκόρα, στο βορειοδυτικό Πακιστάν, μετά την κατάληψη της εξουσίας στην περιοχή από τους  Ταλιμπάν, που απαγόρευσαν στα κορίτσια να πηγαίνουν στο σχολείο και εξέφραζε τις απόψεις της σχετικά με το δικαίωμα των κοριτσιών στη μόρφωση. Τα επόμενα χρόνια έδωσε συνεντεύξεις σε διάφορα μέσα, τόσο της χώρας της όσο και άλλων χωρών, στα οποία υποστήριζε το δικαίωμα των κοριτσιών να πηγαίνουν στο σχολείο.</em></p>
<p><em>Το πρωί της 9ης Οκτωβρίου 2012  ένας άντρας πυροβόλησε στο κεφάλι τη Μαλάλα Γιουσαφζάι ενώ βρισκόταν μέσα στο σχολικό λεωφορείο, τραυματίζοντάς την πολύ σοβαρά. Τις μέρες μετά την επίθεση νοσηλεύθηκε σε κρίσιμη κατάσταση σε νοσοκομείο στο Πακιστάν και στη συνέχεια, όταν η κατάστασή της σταθεροποιήθηκε, μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο  του Μπέρμιγχαμ, στην Αγγλία, το οποίο επιλέχθηκε μεταξύ πολλών προσφορών για τη νοσηλεία της. Η απόπειρα δολοφονίας προκάλεσε μια έκρηξη συμπαράστασης προς την 15χρονη τότε μαθήτρια, τόσο στο Πακιστάν όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο.</em></p>
<p><em></em><em>Το 2014 της απονεμήθηκε το Νόμπελ Ειρήνης για τον αγώνα της για το δικαίωμα των κοριτσιών στην εκπαίδευση. Σήμερα είναι ο νεότερος κάτοχος βραβείου Νόμπελ στον κόσμο, κερδίζοντας το σε ηλικία 17 ετών.</em></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/175/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[2ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η τιμή και το χρήμα</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 04 Mar 2025 20:24:40 +0000</pubDate>
		<dc:creator>apavlak</dc:creator>
				<category><![CDATA[Νουβέλες]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=170</guid>
		<description><![CDATA[Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΗΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1914 «Στην Τιμή και το Χρήμα —το πρώτο κατά...]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ</p>
<p><span style="color: #33cccc"><b>Η</b>ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ<i> εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1914</i></span></p>
<p><span style="color: #33cccc"><i>«Στην </i>Τιμή και το Χρήμα<i> —το πρώτο κατά χρονολογική σειρά μεγάλο διήγημα του Κ. Θεοτόκη, περιγράφεται η γενική κατάσταση και οι άνθρωποι στο κερκυραϊκό προάστιο, το Μαντούκι στην αρχή του 20<sup>ου</sup> αιώνα. &#8230;<em><br />
</em></i></span></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>VII</p>
<p>Και δέν είχαν περάσει παρά λίγα λεφτά της ώρας, άπ” όταν οι δύο νέοι είχαν φύγει, πού η σιόρα Επιστήμη εγύριζε, σαν κάθε βράδυ, βιαστική στο σπίτι της. Μά απόψε, στην άκρη του καντουνιού, κάτου από ένα φανάρι, ή γειτόνισσά της την έσταμάτησε.</p>
<p>«Ερχόμουνα να σ” εύρω στο εργοστάσιο», της είπε ή Κωνσταντίνα χωρίς να καλησπερίσει<sup>-</sup> «σου την έσήκωσε, τώρα, τώρα».</p>
<p>«Ποιάνε; τί;» ερώτησε αχνίζοντας.</p>
<p>«Τή Ρήνη σου, ό Αντρέας, καημένη Επιστήμη!»</p>
<p>Τό μυαλό της έταράχτηκε, άκουσε στ” αυτιά της μία βουή σα νά επετούσαν τριγύρου της χιλιάδες μέλισσες, τα σπίτια, ο δρόμος, τ” αστέρια της εφανήκαν πως γυρίζουν. Θολούρα και σκοτούρα εκυρίεψε το λογικό της. Έμεινε καμπόσες στιγμές σαν καρφωμένη στον τόπο της, και η καρδιά της ωοτόσο δυνατά εχτυπούσε, και της εφάνηκε τέλος πως όλα τα πάντα εβυθιζόνταν κάτου από τα πόδια της στο χάος, και πως αμέσως τότες έπρεπε νά πεθάνει.</p>
<p>«Κουράγιο», της είπε η γειτόνισσα πονεμένη, βλέποντας την ταραχή της.</p>
<p>«Τη Ρήνη μου;» είπε με αδύνατη φωνή και με αχνότατο χείλι.</p>
<p>«Ναι».</p>
<p>Τώρα η κυρά Επιστήμη άξαφνα ερεθίστηκε: «Πάλε», είπε, «αυτός ό μεθύ­στακας τα φταίει! Μ” έτρωε το φίδι, και του τόπα να προσέχει. Μα του κάκου! Τώρα το κακό εγίνηκε!» Και με τρομάρα επρόσθεσε : «Ω θα μας γδάρει!»</p>
<p>Μα ολομεμιάς μία αχτίδα ελπίδας έφεξε στο μυαλό της : «Τώρα τώρα, είπες;» ερώτησε.</p>
<p>«Δεν είναι δύο λεφτά· αν ένας τρέξει τους βρίσκει στο δρόμο.» Ανάσανε βαθειά. Όλο το είναι της τής έλεγε να τρέξει, να τους προφτάσει, να την πάρει οπίσω, πριν την κάμει γυναίκα του, να του την αρπάξει, οχι για να μην του τη δώσει πια, μα για να γλυτώσει το σπίτι της, το καημένο, το χρήμα που τοχε συνάξει φράγκο-φράγκο, δεκάρα-δεκάρα, δουλεύοντας όλη της τη ζωή με τα τίμια της τα χέρια· το καταλάβαινε τώρα, τα πάντα έκιντύνευαν, γιατί ο Αντρέας δε θα στεφάνωνε τη θυγατέρα της, α δεν τούδινε πρώτα όσα της είχε ζητήσει, ή και περσότερα ακόμη· γ’ αυτό της την είχε κλέψει.</p>
<p>Κι όλοι τούτοι οι στοχασμοί είχαν περάσει απ” τό μυαλό της μέ τή γληγοράδα της αστραπής, όπως μας έρχονται πάντα οι ιδέες, κατακλυσμός, στες μεγάλες στιγμές της ζωής μας. Και χωρίς να συλλογιστεί αποφάσισε να τρέξει.</p>
<p>Κ” έτρεχε τώρα το μεγάλον το δρόμο του προαστείου, σπρώχνοντας τους ανθρώπους, ρίχνοντας τα παιδιά που ευρίσκονταν μπροστά της, αδιάφορη που την εκοίταζαν με περιέργεια από τα μαγαζιά οι μαγαζάτορες κι ο κόσμος στο δρόμο. Να προφτάσει. Κ” έτρεχε. Κι όσο οι στιγμές περνούσαν, περσότερο εβιαζότουν. Ω τώρα ο Αντρέας θα την ανέβαζε σπίτι του<sup>-</sup> δε θα πρόφτανε. Ίδρος κρύος της έβρεχε τες παλάμες και το μέτωπο-   η αναπνοή της ήταν κοντή και γλήγορη· η καρδιά της «πάσκιζε να της σπάσει τα στήθια. Κάθε στιγμή άξιζε περσότερο από ένα χρόνο. Ω δε θα πρόφτανε! Κ” έτρεχε. Δύο αμάξια που αντα­μώθηκαν της έφραξαν μία στιγμή το διάβα, κ” εχρειάστηκε να προσμείνει. Η στενοχώρια της επέρσεψε, κ” επέρσεψε κ” επέρσεψε. Κάτι της έσφιξε την καρδιά. «Μωρέ χάνεται άθρωπος», εφώναξε στους αμαξάδες, που δεν την άκουσαν, και μη ξέροντας τι να κάμει κινούσε πάντα τα πόδια της, οά νά  μπορούσε νά προ-χοορέσει μέ τον ψεύτικο βηματισμό! «Ω έχάνονταν στιγμές. Και τι στιγμές! Και το κορίτσι εκιντύνευε. Ίσως τώρα τόβαζε στό κρεββάτι. Ω,ω! «Μωρέ τραβάτε, μωρέ!», ξαναφώναξε.</p>
<p>Τώρα ο δρόμος είχε ελευτερωθει, και γλήγορα όσο εδυνότουν, σα για να κερδίσει το χαμένον καιρό, εβάλθηκε πάλε να τρέχει. Μα η καρδιά της απελπι­σμένα της έλεγε πως δε θα πρόφτανε. «Γλήγορα! γλήγορα!» εσυλλογιζότουν.</p>
<p>Τέλος έφτασε στο σπίτι του Αντρέα<sup>-</sup> ένα μικρό καλοσυγυρισμένο σπίτι μ” ένα πάτωμα, σ” ένα στενό του προαστίου προς τη θάλασσα. Στο καντούνι καμία ταραχή, καμία ανησυχία, το σπίτι του Αντρέα κατάκλειστο. «Ω δέ θάναι έδω», είπε αγκουσεμένη, παρέτοιμη να δειλιάσει και σταματαίνοντας χωρίς νά ξέρει τι κάνει. Εκοίταξε ολόγυρα της. Στο δίπλα το σπίτι είδε το μπάρμπα του Αντρέα, που εκαθότουν στό κατώφλι του κ” εκάπνιζε αδιάφορα, και του φώναξε :</p>
<p>«Σπύρο, που είναι ο ανιψιός σου;»</p>
<p>Η στενοχοώρια της δεν είχε όρια· εχτύπησε το κεφάλι της με τους γρύθους· «Πού είναι;» εξαναρώτησε.</p>
<p>Ο άλλος χωρίς να βιαστεί ήρθε σιμά της και τήν έκαληοπέρισε ήσυχα. «Ω που είναι;» τούπε άγρια.</p>
<p>«Τι έχεις σιόρα Επιστήμη;» της αποκρίθηκε μ” ένα χαμόγελο· «θάσαι άρρωστη απόψε!»</p>
<p>«Που είναι; λέγε γλήγορα!»</p>
<p>«Να σκεφτώ μία στιγμή».</p>
<p>«Απάνθρωπε,χάνεται άθρωπος»</p>
<p>Ο άλλος ετριψε τα χέρια του. «Θάναι», της είπε αδιάφορος, «στση θειας» του, πέρα στσου Αλιάδες. Μα, κυρά Επιστήμη, για το καλό που σου θέλω, άμε κάλλιο σπίτι σου<b>». </b>Και πονηρά έκλεισε τό ενα μάτι.</p>
<p>Η γυναίκα εκατάλαβε πώς την εγελούσε· και την εκυρίεψε εκείνην τη στιγμή ενας θυμός αψύς. Την επεργελούσε κιόλας η ατιμη η φάρα, και ωστόσο η Θυγατέ­ρα της η κακομοίρα εκιντύνευε, η κιόλας αχ! ήταν χαντακωμένη! Ή οργή την έσπρωχνε να χυμήσει απάνου του, να του ξεσκίσει με τα γράτσουνα το πρόσωπο, να τόνε δαγκάσει, να τόνε πνίξει, σα μανιωμένη λιοντάρισσα, όταν της αρπάζουν τα παιδιά της. Μα θάχανε ώρα με τον ψεύτη. Και σα λάμψη της επέρασε από το νου η ιδέα πως ο Αντρέας είχε φέρει εκεί, στο σπίτι του, τη θυγατέρα της, και πως όλα ήταν ετοιμασμένα και μελετημένα για να τη γελάσουν. Κ” όλη της η μάνητα, ο θυμός, η ενέργεια εστράφηκαν τώρα στην πόρτα. Ερίχτηκε μ” ολητή δύναμη της για να τη χαλάσει, και τη χτυπούσε με τα πόδια, με τα γόνατα, με τους γρόθους, με το κεφάλι, όπως ημπόρειε. Και εφώναζε μ” όλη της τη δύναμη: —«Ανοίχτε! είσαστε απάνου, σκυλιά, τό ξέρω»</p>
<p>Μα η πόρτα δεν άνοιγε. Και η κυρά Επιστήμη εφανταζότουν, τόβλεπε ξά­στερα, σα νάταν οι τοίχοι του σπιτιού διάφανοι και σα νάταν ψηλή τόσο ώστε να φτάνουν τα μάτια της στο πάτωμα τάλλο, τί εγενότουν μέσα. Και δέν άνοιγε.</p>
<p>Και τώρα την εβλεπαν απ” όλα τα παράθυρα, απ” όλες τες πόρτες, ο κόσμος βαρύθυμος, πως εδερνότουν απελπισμένα, αδύνατη, μπροστά στην κλεισμένη την πόρτα που ήταν πάρα στέρεη, και συχνά οι άνθρωποι έλεγαν αναμεταξύ τους: «Η καημένη η μάννα»! Τέλος από το σπίτι του Αντρέα άνοιξε, πάνου από το κεφάλι της, ενα παράθυρο. Κι ολομεμιάς η όργή της έπεσε. Την είχαν ακούσει.</p>
<p>«Έλα μωρή σκύλα, σπίτι μας», είπε με βραχνή φωνή, αδυνατίζοντας έ­πειτα από όλον τον πόλεμο<sup>-</sup> «δέ σου κάνω τίποτα».</p>
<p>Η Ρήνη έκλαιγε πικρά στο παράθυρο και δεν της απάντησε. Μα αντίς, ο Αντρέας αχνός και ταραγμένος της ειπε με τρεμάμενη φωνή, φοβισμένος σά να πρεπε να κάμει εκείνην τη στιγμή φονικό :</p>
<p>«Είναι γυναίκα μου! Θα τη στεφανώσω»!</p>
<p>«Αχ»! έκαμε η μάννα κ” εσωριάστηκε στο κατώφλι.</p>
<p>Όλος ο κόσμος εσώπαινε υποφέρνοντας της γυναικός τη λύπη, σα να μην είχε όλος παρά μίαν καρδιά που να χτυπούσε στη μέση της δημιουργίας. Όλοι επρόσμεναν το τέλος.</p>
<p>Η κυρά Επιστήμη εσηκωνότουν τώρα ντροπιασμένη· εσκέπασε με το μαν­τίλι του κεφαλιού της όλο το πρόσωπο, και καλανταρίζοντας έπαιρνε πάλι τό δρόμο του σπιτιού της. Μία στιγμή εσταμάτησε και χωρίς να σηκώσει το κεφά­λι, είπε αναστενάζοντας.</p>
<p>«Δε σας δίνω κατάρα· μα ξέρε το, Αντρέα, έχει τρακόσια τάλλαρα, ούτε ενα λεφτό περσότερο<sup>-</sup> κάμε ό,τι θέλεις».</p>
<p>« Δέ θέλω τίποτα», της απάντησε από το παράθυρο ο νέος που εκείνην τη στιγμή η καρδιά του άνοιξε, χορταμένη αγάπη κ” έτοιμη νά συμπονέσει τη θλίψη κάθε πλασμάτου. « Δέ θέλω τίποτα», είπε.</p>
<p>Η μάννα έφευγε· και τώρα μέσα στα δάκρυα της η Ρήνη εχαμογελούσε παρηγορημένη, και τον αγκάλιασε με πάθος, και τούπε :</p>
<p>«Ω Αντρέα ! Δουλευτάδες είμαστε, ποιόνε έχουμε ανάγκη; »</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><span style="color: #33cccc"><i>Φαντάσου ότι είσαι ο γείτονας/η γειτόνισσα της κ. Επιστήμης. Ξαναγράψε την πιο πάνω ιστορία απ’ τη δική του/της οπτική γωνία.</i></span></p>
<p><span style="color: #33cccc"><i>Εναλλακτικά</i></span></p>
<p><span style="color: #33cccc"><i>Ξαναγράψε την πιο πάνω ιστορία θεωρώντας ως χρόνο κατά τον οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα όχι το μακρινό 1900.., αλλά το 2024. (Μπορείς να κάνεις οποιεσδήποτε αλλαγές θεωρείς αναγκαίες, ώστε να ανταποκρίνεται στη σύγχρονή σου πραγματικότητα).</i></span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/170/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>18</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[2ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Φράντς Κάφκα, Γράμμα στον πατέρα</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/167</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/167#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 04 Mar 2025 20:24:39 +0000</pubDate>
		<dc:creator>ΖΕΡΒΑ ΖΩΗ</dc:creator>
				<category><![CDATA[Γενικά]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=167</guid>
		<description><![CDATA[Πολυαγαπημένε πατέρα, Πρόσφατα με ρώτησες κάποια φορά γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι. Εγώ δεν ήξερα, ως συνήθως, τι να σου...]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Πολυαγαπημένε πατέρα,<br />
Πρόσφατα με ρώτησες κάποια φορά γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι. Εγώ δεν ήξερα, ως συνήθως, τι να σου απαντήσω, εν μέρει ακριβώς λόγω του φόβου που νιώθω για σένα, εν μέρει επειδή στην αιτιολόγηση του φόβου αυτού συγκαταλέγονται πάρα πολλές λεπτομέρειες, που εν τη ρύμη του λόγου εγώ ούτε κατά το ήμισυ δεν θα μπορούσα να τις συγκρατήσω. Κι αν εδώ προσπαθώ να σου απαντήσω γραπτώς, μόνο ανολοκλήρωτο κατά πολύ θα αποβεί και τούτο, επειδή και κατά τη γραφή ο φόβος και οι συνέπειές του με κωλύουν έναντί σου κι επειδή το μέγεθος του υλικού εν γένει υπερβαίνει κατά πολύ τη μνήμη μου και το λογικό μου.<br />
Για σένα το ζήτημα αποδεικνυόταν πάντοτε πολύ απλό, τουλάχιστον στον βαθμό που μιλούσες εσύ γι’ αυτό ενώπιόν μου και, αδιακρίτως, ενώπιον πολλών άλλων. Εσένα σου φαινόταν να είναι κάπως έτσι: Εσύ εργαζόσουν σκληρά σ’ όλη σου τη ζωή, τα πάντα για τα παιδιά σου, προ πάντων για εμένα τα θυσίαζες, εγώ έκαμνα συνεπώς «ζωή χαρισάμενη», είχα πλήρη ελευθερία να μάθω ό,τι ήθελα, κανέναν λόγο δεν είχα να έχω έγνοιες για την καθημερινή διατροφή, να έχω έγνοιες συνεπώς εν γένει • εσύ αντ’ αυτών καμμίαν ευγνωμοσύνη δεν αξίωνες, γνωρίζεις «την ευγνωμοσύνη των παιδιών», αλλά εν τούτοις τουλάχιστον μια κάποια ανταπόκριση, δείγμα κάποιας ευσπλαχνίας• αντί γι’ αυτά εγώ ανέκαθεν πήγαινα και κρυβόμουν από σένα, στο δωμάτιό μου, στα βιβλία, σε τρελούς φίλους, σε υπερβολικές ιδέες• ανοιχτά εγώ ούτε μία φορά δεν μίλησα μαζί σου, στον ναό δεν ερχόμουν κοντά σου, στα λουτρά στο Φράντσενσμπαντ ουδέποτε σε επισκέφθηκα, ούτε κατά τα άλλα έδειξα ποτέ ενδιαφέρον για την οικογένεια, για το εμπορικό και για τις άλλες σου τις υποθέσεις δεν γνοιάστηκα, το<br />
εργοστάσιο το φόρτωσα σ’ εσένα κι ύστερα σ’ εγκατέλειψα, την Όττλα την υποστήριξα στην αυτογνωμοσύνη της κι ενώ για σένα δεν κουνώ ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι (ούτε καν ένα εισιτήριο για το θέατρο δεν σου φέρνω), για τους ξένους κάμνω τα πάντα. Αν ανακεφαλαιώσεις την κρίση σου για μένα, θα προκύψει πως εσύ δεν με κατηγορείς ασφαλώς για κάτι τι όντως ανάρμοστο ή κακό (μ’ εξαίρεση ίσως την τελευταία μου πρόθεση να νυμφευθώ), αλλά για ψυχρότητα, απομάκρυνση, αγνωμοσύνη. Και μάλιστα με κατηγορείς γι’ αυτά έτσι, σαν να ήταν δικό μου το φταίξιμο, σαν να μπορούσα εγώ με κάποιον<br />
ελιγμό να διευθετήσω αλλιώς το όλο πράγμα, ενώ εσύ δεν έχεις την παραμικρή ευθύνη γι’ αυτό, παρά μόνο μίαν ίσως, ότι εσύ παραήσουν καλός μαζί μου.<br />
Τούτον τον συνήθη τον τρόπο σου να τα παρουσιάζεις τον θεωρώ σωστό μόνο υπό την έννοια ότι κι εγώ πιστεύω πως εσύ δεν έχεις παντελώς καμμίαν ευθύνη για την αποξένωσή μας. Αλλά υπό την ιδίαν έννοια δεν έχω παντελώς καμμίαν ευθύνη και εγώ. Αν μπορούσα να σε κάμω να το αναγνωρίσεις τούτο, τότε θα ήταν δυνατή – όχι κάποια ζωή καινούργια, γι’ αυτό παραείμαστε κι οι δυο πολύ μεγάλοι, αλλά ωστόσο κάποια μορφή γαλήνης, όχι κάποια κατάπαυση, αλλά ωστόσο κάποιος κατευνασμός των ακατάπαυστων των κατηγοριών σου.<br />
Κάποιαν ιδέα γι’ αυτά που σκοπεύω να πω την έχεις παραδόξως. Έτσι μου είπες λ.χ. τις προάλλες: «Εγώ πάντοτε σε αγαπούσα, έστω κι αν εγώ εξωτερικά δεν ήμουν μαζί σου όπως συνηθίζουνε να είναι οι άλλοι πατεράδες, ακριβώς επειδή εγώ δεν μπορώ να προσποιούμαι όπως οι άλλοι». Λοιπόν, εγώ, πατέρα, ουδέποτε αμφέβαλα εν τω συνόλω για τη δική σου την αγάπη έναντί μου, αλλά την παρατήρηση αυτή τη θεωρώ εσφαλμένη. Εσύ δεν μπορείς να προσποιείσαι, είναι σωστό<br />
αυτό, αλλά το να επιμένεις μόνο για τούτον τον λόγο να ισχυρίζεσαι πως οι άλλοι πατεράδες προσποιούνται είτε είναι ξερή ισχυρογνωμοσύνη, που δεν επιδέχεται περαιτέρω συζήτηση, ή πάλι – και αυτό είναι πράγματι κατά τη γνώμη μου – η κεκαλυμμένη έκφραση για το ότι μεταξύ μας κάτι δεν έχει ως όφειλε και ότι αυτό το προξένησες κι εσύ, χωρίς όμως να ευθύνεσαι. Αν πράγματι αυτό εννοείς, τότε είμαστε σύμφωνοι.<br />
Δεν λέγω φυσικά πως αυτό που είμαι εγώ έγινα μόνο μέσω της δικής σου της επίδρασης. Τούτο θα ήταν πολύ υπερβολικό (κι εγώ κλίνω ασφαλώς προς τούτη την υπερβολή). Είναι πάρα πολύ πιθανό εγώ, ακόμη κι αν είχα μεγαλώσει εντελώς ελεύθερος απ’ τη δική σου την επιρροή, να μην είχα ωστόσο μπορέσει να γίνω ένας άνθρωπος κατά πώς τό ’θελε η καρδιά σου. Θα είχα γίνει κατά πάσα πιθανότητα ένας αδύναμος, φοβητσιάρης, διστακτικός, ανήσυχος άνθρωπος, ούτε Ρόμπερτ<br />
Κάφκα ούτε Καρλ Χέρμανν, αλλά ωστόσο εντελώς διαφορετικός απ’ ό,τι πράγματι είμαι εγώ, και θα είχαμε μπορέσει να τα πηγαίνουμε εξαίρετα ο ένας με τον άλλον. Θα ήμουν ευτυχής να σε έχω φίλο, προϊστάμενο, θείο, παππού, ακόμη μάλιστα (αν και με κάποιον μεγαλύτερο δισταγμό) και πεθερό. Μόνο ως πατέρας παραήσουν δυναμικός για μένα, ιδιαίτερα εφόσον οι αδελφοί μου απέθαναν μικροί, οι αδελφές ήρθαν πολύ αργότερα, εγώ επομένως έμελλε να υπομείνω εντελώς μονάχος το πρώτο χτύπημα, γι’ αυτό παραήμουν αδύναμος εγώ.<br />
Σύγκρινε τους δυο μας: εγώ, για να το εκφράσω πολύ συντομευμένα, ένας Λαίβυ μ’ ένα συγκεκριμένο καφκέικο υπόβαθρο, ο οποίος όμως δεν κινητοποιείται από την καφκέικη βούληση για ζωή, για επιχειρήσεις, για κατακτήσεις, αλλά από ένα λαιβέικο αγκάθι, που επιδρά πιο μυστικά, πιο δειλά, προς άλλες κατευθύνσεις και συχνά εν γένει παύει. Εσύ αντιθέτως ένας πραγματικός Κάφκα σε δυναμικότητα, υγεία, όρεξη, ένταση της φωνής, ομιλητικότητα, αυτοϊκανοποίηση, υπεροχή έναντι του κόσμου, επιμονή, ευστροφία, ανθρωπογνωσία, σε μια κάποια συγκεκριμένη γενναιοδωρία, με όλα επίσης φυσικά τα συνοδευτικά τούτων των προτερημάτων σφάλματα και αδυναμίες, στα οποία σε οδηγεί η ιδιοσυγκρασία σου κι ενίοτε η αψιθυμία σου. Καθ’ ολοκληρίαν Κάφκα ίσως δεν είσαι στη γενική την κοσμοθεωρία σου, απ’ όσο μπορώ να σε συγκρίνω με τον θείο Φίλιπ, τον Λούντβιχ, τον Χάινριχ. Τούτο είναι παράδοξο, ούτε κι αυτό μου είναι πλήρως κατανοητό. Εκείνοι ήσαν όλοι πιο χαρωποί, πιο ζωηροί, πιο ανεπιτήδευτοι, πιο ανέμελοι, λιγότερο αυστηροί απ’ ό,τι εσύ. (Απ’ αυτά άλλωστε κληρονόμησα εγώ πολλά από εσένα και την κληρονομιά τη διαχειρίστηκα πάρα πολύ καλά, χωρίς παρ’ όλα ταύτα να έχω τα απαραίτητα αντισταθμίσματα στη φύση μου εγώ, όπως εσύ τα έχεις.) Ωστόσο κι εσύ αφ’ ετέρου έζησες δύσκολα από την άποψη αυτή διάφορες εποχές, ίσως ήσουν πιο χαρωπός, προτού αρχίσουνε τα παιδιά σου, κι ιδιαίτερα εγώ, να σ’ απογοητεύουνε και να σε στενοχωρούν στο σπίτι (όποτε έρχονταν ξένοι, εσύ ήσουν βέβαια αλλιώς) κι ίσως και τώρα έχεις γίνει πάλι πιο χαρωπός, εφόσον τα εγγόνια σου κι ο γαμπρός σου σου δίνουν πάλι κάτι από ’κείνη τη θαλπωρή που τα παιδιά σου, εκτός ίσως της Βάλλι, δεν μπόρεσαν να σου τη δώσουν.<br />
Εν πάση περιπτώσει εμείς ήμαστε τόσο διαφορετικοί και μέσα στη διαφορετικότητα αυτή τόσο επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλον, που, αν είχε θελήσει να υπολογίσει κανείς εκ των προτέρων πώς θα συμπεριφερόμαστε ο ένας στον άλλον, εγώ, το αργά-αργά αναπτυσσόμενο παιδί, κι εσύ, ο ολοκληρωμένος άνδρας, θα μπορούσε να είχε υποθέσει πως εσύ απλώς θα με ποδοπατούσες μέχρι που δεν θ’ απέμενε τίποτε από μένα. Τούτο όμως δεν συνέβη, τα της ζωής δεν υπολογίζονται, ίσως όμως συνέβησαν χειρότερα. Παρεμπιπτόντως σε παρακαλώ όμως και πάλι να μην ξεχνάς πως εγώ ούτε κατά διάνοια ουδέποτε θα πιστέψω πως υπάρχει ευθύνη απ’ τη δική σου την πλευρά. Εσύ επέδρασες επάνω μου έτσι όπως έμελλε να επιδράσεις, μόνο που θα πρέπει να πάψεις να θεωρείς ιδιαίτερα κακό απ’ τη δική μου την πλευρά το ότι σ’ εκείνη την επίδραση εγώ υπέκυψα.<br />
Εγώ ήμουν ένα φοβητσιάρικο παιδί, παρά ταύτα ήμουν σίγουρα και ξεροκέφαλος, όπως είναι τα παιδιά, με κακομάθαινε σίγουρα κι η μητέρα, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω πως ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να καθοδηγηθώ, δεν μπορώ να πιστέψω πως ένας ευγενικός λόγος, ένα ήρεμο κράτημα του χεριού, ένα καλοκάγαθο βλέμμα δεν θα μπορούσε να είχε αξιώσει από μένα ό,τι θα ήθελε κανείς. Τώρα εσύ είσαι βέβαια κατά βάθος ένας καλοσυνάτος κι αβρός άνθρωπος (όσα ακολουθούν δεν αντιφάσκουνε προς αυτό, εγώ θα μιλήσω βέβαια μόνο για την παρουσία με την οποία επιδρούσες στο παιδί), δεν είναι όμως τόσο επίμονο κι ατρόμητο κάθε παιδί, ώστε να ψάχνει τόσο πολύ χρόνο, μέχρι να φθάσει στην καλοσύνη. Εσύ μπορείς να μεταχειρίζεσαι ένα παιδί μόνο έτσι, όπως ακριβώς είσαι πλασμένος εσύ ο ίδιος, με δύναμη, με φασαρία κι αψιθυμία, κι εν τοιαύτη περιπτώσει αυτό σου φαινόταν πέραν τούτου κατάλληλο πολύ, ακριβώς επειδή εσύ ήθελες να μ’ αναστήσεις έναν ρωμαλέο, θαρραλέο νεανία.<br />
Τα δικά σου τα παιδαγωγικά τα μέσα στα πρώτα-πρώτα χρόνια δεν μπορώ σήμερα φυσικά να τα περιγράψω άμεσα, αλλά μπορώ να τα φανταστώ κάπως συμπεραίνοντας από τα μετέπειτα τα χρόνια κι από τη δική σου μεταχείριση του Φέλιξ. Το οποίο ακριβώς έρχεται να οξύνει η παρατήρηση ότι εσύ εκείνον τον καιρό ήσουν νεώτερος, και ως εκ τούτου πιο ζωηρός, πιο ατίθασος, πιο αυθεντικός, ακόμη πιο ξέγνοιαστος απ’ ό,τι σήμερα και ότι πλην τούτου ήσουν καθ’ ολοκληρίανδεσμευμένος στο εμπορικό, ούτε μια φορά την ημέρα δεν μπορούσες να μου κάμεις τη χάρη να σε δω και γι’ αυτό μού έκαμνες ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση, η οποία ουδέποτε ισοπεδώθηκε να γίνει συνήθεια.<br />
Άμεσα θυμάμαι μόνο ένα περιστατικό από τα πρώτα χρόνια, θα το θυμάσαι ίσως και εσύ. Κλαψούριζα μια φορά τη νύχτα ζητώντας συνεχώς νερό, σίγουρα όχι από δίψα, αλλά κατά πάσα πιθανότατα εν μέρει για πείραγμα, εν μέρει για να διασκεδάσω. Αφού κάποιες έντονες απειλές δεν ωφέλησαν, με τράβηξες απ’ το κρεβάτι εσύ, μ’ έβγαλες σηκωτό στο μεσαύλι και μ’ άφησες εκεί μονάχο έξω απ’ την πόρτα την κλειστή να στέκω για λίγο με το νυχτικό. Δεν θέλω να πω πως δεν ήταν σωστό αυτό, ίσως εκείνον τον καιρό να μην ήταν πράγματι δυνατόν με άλλον τρόπο να εξασφαλιστεί η νυχτερινή ησυχία, θέλω όμως μ’ αυτό να χαρακτηρίσω τα δικά σου τα παιδαγωγικά τα μέσα και την επίδρασή τους σ’ εμένα. Εγώ εκείνον τον καιρό ήμουν εκ των υστέρων μάλλον ήδη πειθαρχικός, αλλά μου έμεινε ένα εσωτερικό τραύμα απ’ αυτό. Το κατ’ εμέ αυτονόητο του να ζητώ ανόητα νερό και το εξαιρετικά τρομαχτικό του να με βγάζεις έξω σηκωτό ουδέποτε μπόρεσα να τα συνδυάσω εγώ σωστά σύμφωνα με τη δική μου φύση. Ακόμη κι ύστερα από χρόνια υπέφερα από τη βασανιστική φαντασίωση ότι ο πελώριος ο άνδρας, ο πατέρας μου, η εσχάτη κρίση, μπορούσε να έρθει σχεδόν χωρίς αιτία και μέσα στη νύχτα να με βγάλει απ’ το κρεβάτι σηκωτό στο μεσαύλι κι ότι εγώ επομένως ήμουν ένα μηδενικό για ’κείνον.<br />
Τούτο ήταν εκείνον τον καιρό μια μικρή αρχή μόνο, αλλά αυτό το συναίσθημα της μηδαμινότητας που συχνά με καταλαμβάνει (ένα από μιαν άλλην άποψη παρ’ όλα ταύτα επίσης ευγενές και γόνιμο συναίσθημα) κρατά εν πολλοίς απ’ τη δική σου την επιρροή. Εγώ χρειαζόμουν λίγην ενθάρρυνση, λίγην ευγένεια, λίγο άνοιγμα του δρόμου μου, αντί γι’ αυτό εσύ μου τον έφραζες, με την καλή πρόθεση βέβαια να πάρω άλλον δρόμο. Αλλά για ’κείνα δεν έκαμνα εγώ. Μ’ ενθάρρυνες λ.χ., όποτε χαιρετούσα και παρήλαυνα καλά, αλλά εγώ δεν ήμουν μελλοντικός στρατιώτης, ή μ’ ενθάρρυνες, όποτε μπορούσα να τρώγω πολύ ή να πίνω μάλιστα και μπύρα επιπλέον, ή όποτε μπορούσα να τραγουδώ επαναλαμβάνοντας τραγούδια χωρίς να τά ’χω καταλάβει, ή να ψιττακίζω τις δικές σου τις αγαπημένες τις εκφράσεις, αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν ήταν για το μέλλον το δικό μου. Κι είναι χαρακτηριστικό το ότι εσύ ο ίδιος σήμερα μ’ ενθαρρύνεις σε κάτι όντως μόνο τότε, όποτε μαζί μ’ εμένα πλήττεσαι κι εσύ ο ίδιος, ή όποτε πρόκειται για το δικό σου το αυτοσυναίσθημα, το οποίο θίγω εγώ (λ.χ. με την πρόθεσή μου να νυμφευθώ) ή το οποίο θίγεται μέσω εμού (όποτε λ.χ. μ’ εξυβρίζει ο Πέπα). Τότε μ’ ενθαρρύνεις, μου θυμίζεις την αξία μου, μου υποδεικνύεις τους καλούς τους γάμους που θα είχα κάθε δικαίωμα να κάμω, κι ο Πέπα καταδικάζεται πλήρως.<br />
Αλλά πέραν του ότι η ενθάρρυνση στην τωρινή μου ηλικία ήδη σχεδόν εμένα δεν μ’ εγγίζει, ως προς τι θα με ωφελούσε, αν εμφανίζεται μόνο τότε, όπου κατά κύριο λόγο δεν πρόκειται για μένα;<br />
Εκείνον τον καιρό κι εκείνον τον καιρό παντού τη χρειαζόμουν την ενθάρρυνση εγώ. Εμένα ήδη με κατέθλιβε η σωματική σου διάπλαση και μόνο. Θυμάμαι λ.χ. πώς γδυνόμαστε συχνά-πυκνά μαζί σε κάποια καμπίνα. Εγώ λιπόσαρκος, αδύναμος, μια σταλιά, εσύ δυνατός, ψηλός, ευρύστερνος. Ήδη μέσα στην καμπίνα ένιωθα αξιοθρήνητος εγώ, και μάλιστα όχι μόνο ενώπιόν σου, αλλά ενώπιον όλου του κόσμου, διότι εσύ ήσουν για μένα το μέτρο όλων των πραγμάτων. Όταν όμως βγαίναμε ύστερα από την καμπίνα κι εμφανιζόμαστε ενώπιον των ανθρώπων, εγώ απ’ το χέρι σου, ένας μικρός σκελετός, ανασφαλής, ξυπόλυτος επάνω στις σανίδες, φοβούμενος το νερό, ανίκανος να μιμηθώ τις δικές σου τις κολυμβητικές κινήσεις, που εσύ μου τις έδειχνες με καλές προθέσεις, αλλά κάμνοντας με στην πραγματικότητα να ντρέπομαι συνεχώς βαθύτατα, τότε εγώ πολύ απελπιζόμουν κι όλες οι άσχημες οι εμπειρίες μου σ’ όλους τους τομείς τέτοιες στιγμές εναρμονίζονταν μεγαλοπρεπώς.<br />
Το καλύτερο για μένα ήταν μάλιστα όταν εσύ ενίοτε γδυνόσουν πρώτος κι εγώ μπορούσα να μένω μονάχος στην καμπίνα και ν’ αναβάλλω την ατίμωση της δημόσιας εμφάνισης, μέχρι που εσύ ερχόσουν επί τέλους να κοιτάξεις και με τραβούσες απ’ την καμπίνα έξω. Ευγνώμων σου ήμουν εγώ γι’ αυτό, που εσύ φαινόσουν τάχα να μην προσέχεις τη δική μου την απόγνωση, κι ήμουν υπερήφανος για το σώμα του πατέρα μου. Άλλωστε η διαφορά αυτή υφίσταται μεταξύ μας ακόμη και σήμερα με παρόμοιο τρόπο.<br />
Εκείνης ανάλογη ήταν εν συνεχεία η πνευματική σου η πρωτοκαθεδρία. Εσύ είχες ανέλθει μονάχος με τη δική σου τη δύναμη τόσο ψηλά, κι είχες κατά συνέπεια απεριόριστη εμπιστοσύνη στη δική σου τη γνώμη. Τούτο δεν ήταν για μένα ως παιδί ούτε κατά διάνοια τόσο εκτυφλωτικό όσο μετέπειτα για τον νεαρό άνθρωπο που μεγάλωνε. Από την πολυθρόνα σου κυβερνούσες εσύ τον κόσμο όλο. Η δική σου η γνώμη ήταν σωστή, κάθε άλλη ήταν τρελή, υπερβολική, παλαβή, αφύσικη. Συγχρόνως η αυτοπεποίθησή σου ήταν τόσο μεγάλη, που δεν χρειαζόταν να είσαι διόλου συνεπής κι ωστόσο ποτέ δεν έπαυες να έχεις δίκιο. Μπορούσε επίσης να τύχει να μην έχεις εσύ σε κάποιο ζήτημα καμμία γνώμη και κατά συνέπεια όλες οι γνώμες που ήσαν εν γένει δυνατές σχετικά με το ζήτημα αυτό έμελλε χωρίς εξαίρεση να είναι εσφαλμένες. Εσύ μπορούσες λ.χ. να υβρίζεις τους Τσέχους, ύστερα τους Γερμανούς, ύστερα τους Εβραίους, και μάλιστα όχι μόνο επιλεκτικά, αλλά από κάθε άποψη, κι εν τέλει κανείς άλλος δεν έμενε εκτός από εσένα. Εσύ αποκτούσες για μένα την αινιγματικότητα που έχουν όλοι οι τύραννοι<br />
που το δίκιο τους εδράζεται στο πρόσωπό τους, κι όχι στη σκέψη. Τουλάχιστον έτσι φαινόταν σ’ εμένα.<br />
Εν τω μεταξύ εσύ είχες ασφαλώς έναντί μου όντως εκπληκτικά συχνά δίκιο, στις συζητήσεις τούτο ήταν αυτονόητο, διότι συζητήσεις σπανίως γίνονταν, αλλά και στην πραγματικότητα επίσης. Ωστόσο κι αυτό δεν ήταν τίποτε το ιδιαίτερα ακατανόητο. Εγώ τελούσα ασφαλώς σε όλες μου τις σκέψεις υπό τη δική σου τη βαρειά την καταπίεση, ακόμη και στις σκέψεις που δεν συμφωνούσανε με τις δικές σου κι ιδιαίτερα σ’ εκείνες. Όλες εκείνες οι φαινομενικά ανεξάρτητες από εσένα σκέψεις ήσαν εξ αρχής επιβεβαρυμένες με τη δική σου τη δυσμενή την κρίση• το να το υπομένω αυτό μέχρι την πλήρη κι αδιάλειπτη εξαγωγή της σκέψης ήταν σχεδόν αδύνατον. Δεν μιλώ εδώ για κάποιες υψηλές σκέψεις, αλλά για κάθε μία μικρή απόπειρα της παιδικής μου ηλικίας. Αρκούσε μόνο να είναι ευτυχής ο άλλος για κάποιο ζήτημα, να τον πληροί αυτό, νά ’ρχεται σπίτι και να το εκστομίζει, κι η απάντηση ήταν ένας ειρωνικός αναστεναγμός, ένα κούνημα του κεφαλιού, ένα χτύπημα με τα δάχτυλα επάνω στο τραπέζι: «Έχω δει κι ωραιότερα» ή «Μιλάς εσύ για έγνοιες» ή «εγώ δεν έχω τόσο ήσυχο<br />
κεφάλι» ή «Άλλο και τούτο!» ή «Κοίτα να βγάλεις κάτι εσύ!» Φυσικά δεν μπορούσε ν’ απαιτεί κανείς για όλα τα παιδικά μικροπράγματα ενθουσιασμό εκ μέρους σου, όταν εσύ ζούσες μέσα στις έγνοιες και τα βάσανα. Ούτε και γι’ αυτό επρόκειτο. Επρόκειτο μάλλον για το ότι εσύ έμελλε να επιφυλάσσεις πάντοτε και κατ’ αρχήν τέτοιες απογοητεύσεις στο παιδί ένεκα της αντίθετης φύσης σου, επιπλέον ότι η αντίθεση εκείνη επιτεινόταν ακατάπαυστα μέσω της συσσώρευσης του υλικού, ούτως ώστε εν τέλει εδραιωνόταν κι από συνήθεια, όταν καμμιά φορά ήσουν της ιδίας γνώμης μ’ εμένα, και ότι τελικά εκείνες οι απογοητεύσεις του παιδιού δεν ήσαν απογοητεύσεις της συνηθισμένης ζωής, αλλά, εφόσον επρόκειτο ασφαλώς για το δικό σου το πρόσωπο, που ήταν το μέτρο των πάντων, ήσαν το επίκεντρο. Το θάρρος, η αποφασιστικότητα, η αισιοδοξία, η χαρά για τό ’να και για τ’ άλλο δεν κρατούσαν μέχρι τέλους, όταν εσύ ήσουν ενάντιος ή ακόμη κι όταν η δική σου η εναντίωση μπορούσε απλώς και μόνο να είναι πιθανή• και πιθανή μπορούσε να είναι βέβαια σχεδόν σε όλα όσα έκαμνα εγώ.<br />
[…]<br />
Φραντς Κάφκα: Επιστολή προς τον πατέρα. Μετάφραση – Ερμηνευτικές σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης. Ίνδικτος.<br />
Αθήναι. 2003. σ. 15-26.<br />
Μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης<br />
Πηγή: kafka.org</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/167/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[2ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Τζέιν Όστεν, Περηφάνια και Προκατάληψη (απόσπασμα)</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/159</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/159#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 04 Mar 2025 20:24:38 +0000</pubDate>
		<dc:creator>ΖΕΡΒΑ ΖΩΗ</dc:creator>
				<category><![CDATA[Μυθιστορήματα]]></category>
		<category><![CDATA[άσκηση]]></category>
		<category><![CDATA[ΔημιουργικήΓραφή]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=159</guid>
		<description><![CDATA[ΕΙΝΑΙ μια πεποίθηση βαθιά ριζωμένη σ’ όλο τον κόσμο. Ένας άνδρας ελεύθερος και με σημαντική περιουσία χρειάζεται οπωσδήποτε μία σύζυγο!Όσο...]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<div></div>
<div>ΕΙΝΑΙ μια πεποίθηση βαθιά ριζωμένη σ’ όλο τον κόσμο. Ένας άνδρας ελεύθερος και με σημαντική περιουσία χρειάζεται οπωσδήποτε μία σύζυγο!Όσο κι αν είναι ελάχιστα γνωστά τα αισθήματα και οι απόψεις ενός ελεύθερου άνδρα, όταν εμφανιστεί για πρώτη φορά σε μια γειτονιά, επειδή η πεποίθηση αυτή είναι πολύ βαθιά ριζωμένη στα μυαλά των οικογενειών της περιοχής, εκείνος θεωρείται, δικαιωματικά, ιδιοκτησία της μιας ή της άλλης θυγατέρας τους.«Αγαπητέ μου κύριε Μπέννετ» έλεγε στον σύζυγό της μια μέρα η κυρία Μπέννετ «έμαθες πως νοικιάστηκε επιτέλους το Νέδερφιλντ Παρκ;»Ο κύριος Μπέννετ απάντησε ότι δεν το είχε μάθει.«Και όμως, έτσι είναι» επέμεινε η κυρία Μπέννετ. «Μόλις πριν λίγο, ήταν εδώ η κυρία Λογκ και μου τα είπε όλα».Ο κύριος Μπέννετ δεν αποκρίθηκε.«Δε θέλετε λοιπόν να μάθετε ποιος είναι ο ενοικιαστής;» ρώτησε ανυπόμονα η σύζυγός του.«Αφού εσείς θέλετε να μου το πείτε, εγώ δεν έχω καμία αντίρρηση να το ακούσω».<br />
Αυτό της έφτανε της κυρίας Μπέννετ.«Λοιπόν, αγαπητέ μου, πρέπει να ξέρετε ότι η κυρία Λογκ λέει πως το Νέδερφιλντ το πήρε ένας νεαρός με μεγάλη περιουσία από το βορρά της Αγγλίας· πως κατέβηκε ως εδώ, τη Δευτέρα, με τέθριππο για να δει το μέρος και πως ήταν τόσο ενθουσιασμένος, που συμφώνησε αμέσως με την κυρία Μόρρις. Λέει επίσης πως θα εγκατασταθεί πριν από τα τέλη Σεπτεμβρίου και πως ορισμένοι από τους υπηρέτες του θα βρίσκονται στο σπίτι προς το τέλος της επόμενης εβδομάδας».</p>
<p>«Και πώς λέγεται;»</p>
<p>«Μπίγκλεϋ».</p>
<p>«Έγγαμος ή άγαμος;»</p>
<p>«Μα και βέβαια άγαμος, αγαπητέ μου! Ελεύθερος και πλούσιος, με τέσσερις πέντε χιλιάδες το χρόνο. Τι υπέροχη τύχη για τα κορίτσια μας!»</p>
<p>«Πώς έτσι; Τι σχέση έχουν μ’ όλ’ αυτά οι κόρες μας;»</p>
<p>«Αγαπητέ μου κύριε Μπέννετ» αποκρίθηκε η σύζυγός του «μην είσθε τόσο κουραστικός! Δεν καταλαβαίνετε ότι τον βλέπω κιόλας να παντρεύεται μια απ’ αυτές;»</p>
<p>«Λέτε αυτός να είναι ο σκοπός της εγκατάστασής του εδώ;»</p>
<p>«Ο σκοπός! Μα τι ανοησίες λέτε! Ωστόσο, θα μπορούσε να ερωτευθεί μια απ’ αυτές και ως εκ τούτου πρέπει να τον επισκεφθείτε αμέσως μόλις φθάσει».</p>
<p>«Και με ποια δικαιολογία θα το έκανα αυτό; Καλύτερα θα ήτανε να πάτε εσείς μαζί με τα κορίτσια ή ακόμη πιο καλά θα ήταν ίσως να τα στείλετε μονάχα τους γιατί, έτσι που τους παραβγαίνετε στην ομορφιά, μπορεί και να διαλέξει εσάς ο κύριος Μπίγκλεϋ».</p>
<p>«Με κολακεύετε, αγαπητέ μου. Κάποτε, είχα κι εγώ σίγουρα το μερδικό μου σε ομορφιά, αλλά δεν μπορώ πλέον να προφασίζομαι ότι είμαι κάτι το εξαιρετικό. Όταν μια γυναίκα έχει πέντε ενήλικα κορίτσια, οφείλει να μη σκέφτεται πλέον τη δική της ομορφιά».</p>
<p>«Συχνά, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν της έχει απομείνει και πολλή ομορφιά για να τη σκέφτεται».</p>
<p>«Ωστόσο, αγαπητέ μου, πρέπει να επισκεφθείτε πράγματι τον κύριο Μπίγκλεϋ όταν μας έρθει εδώ».</p>
<p>«Σας διαβεβαιώ πως μου είναι αδύνατο να το υποσχεθώ».</p>
<p>«Μα σκεφθείτε τις κόρες σας, σκεφθείτε τι εξασφάλιση θα ήτανε για μία από αυτές. Ο σερ Γουίλλιαμ και η λέδη Λούκας έχουν αποφασίσει να πάνε απλώς και μόνο γι’ αυτό το λόγο καθότι, όπως καλά γνωρίζετε, δε συνηθίζουν γενικά να επισκέπτονται νεοφερμένους. Πρέπει λοιπόν να πάτε οπωσδήποτε γιατί θα είναι αδύνατο για μας να τον επισκεφτούμε αν δεν προηγηθείτε εσείς».</p>
<p>«Σίγουρα, είσθε υπερβολικά προσεκτική. Εγώ θα έλεγα ότι ο κύριος Μπίγκλεϋ θα ήτανε πανευτυχής να σας γνωρίσει. Όσο για μένα, θα σας δώσω να του πάτε ένα σημείωμα με τη διαβεβαίωση ότι συγκατατίθεμαι προθύμως εις το να νυμφευθεί όποιο από τα κορίτσια επιλέξει· καίτοι θα πρέπει να προσθέσω έναν καλό λόγο για τη μικρή μου Λίζυ».</p>
<p>«Δε θα ‘θελα να κάνετε κάτι τέτοιο. Η Λίζυ μας δεν είναι διόλου καλύτερη από τις άλλες και είμαι σίγουρη ότι δεν είναι ούτε κατά το ήμισυ ωραία όσο η Τζέιν ή καλόγνωμη όσο η Λύντια. Αυτή όμως ήταν πάντα η αδυναμία σας».</p>
<p>«Καμιά τους δεν έχει κάποιο αξιέπαινο προσόν» παρατήρησε ο κύριος Μπέννετ. «Όλες τους είναι ανόητες και αμαθείς όπως κάθε άλλο κορίτσι· ωστόσο η Λίζυ είναι κάπως πιο ξύπνια από τις αδελφές της».</p>
<p>«Πώς μπορείτε, κύριε Μπέννετ, να κακολογείτε έτσι τα ίδια τα παιδιά σας; Σας ευχαριστεί να μ’ εξοργίζετε. Δε λυπάσθε διόλου τα φτωχά τα νεύρα μου;»</p>
<p>«Με παρεξηγείτε, αγαπητή μου. Τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση για τα νεύρα σας· είναι παλιοί μου φίλοι. Επί είκοσι τουλάχιστον χρόνια, σας ακούω με προσοχή να αναφέρεσθε αδιάκοπα σ’ αυτά».</p>
<p>«Αχ! Δεν ξέρετε τι υποφέρω».</p>
<p>«Ελπίζω ωστόσο ότι θα το ξεπεράσετε και θα ζήσετε για να δείτε πολλούς νεαρούς των τεσσάρων χιλιάδων το χρόνο να εγκαθίστανται στην περιοχή».</p>
<p>«Και είκοσι απ’ αυτούς να έρχονταν, δε θα ‘χαμε κανένα όφελος αφού εσείς αρνείσθε να τους επισκεφθείτε».</p>
<p>«Σας διαβεβαιώ, αγαπητή μου, πως, όταν γίνουν είκοσι, θα τους επισκεφθώ όλους».</p>
<p>Ο κύριος Μπέννετ ήταν ένα τόσο παράξενο κράμα ευστροφίας, σαρκαστικού χιούμορ, επιφυλακτικότητας και ιδιοτροπίας, που, παρά την εμπειρία είκοσι τριών ετών, η σύζυγός του δεν ήταν ακόμη σε θέση να καταλάβει το χαρακτήρα του. Ο δικός της τρόπος σκέψης ήταν αρκετά απλούστερος. Ήταν μια γυναίκα χαμηλής νοημοσύνης, με ελάχιστες γνώσεις και ασταθή ψυχοσύνθεση. Όταν τη δυσαρεστούσε κάτι, φανταζόταν ότι πάθαινε νευρικό κλονισμό. Σκοπός της ζωής της ήταν να παντρέψει τις κόρες της· παρηγοριά της, οι επισκέψεις και τα κουτσομπολιά.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><span style="color: #33cccc"><i>Φαντάσου ότι είσαι η Τζέιν, η κόρη της κυρίας και του κυρίου Μπέννετ, και έχεις ακούσει τον διάλογο  των γονιών σου σχετικά με τον ερχομό ενός πλούσιου νεαρού στο Νέδερφιλντ Πάρκ. Να γράψεις στο ημερολόγιο σου τις σκέψεις και τα συναισθήματά που σου προκάλεσε ο διάλογος αυτός.</i></span></p>
<p><span style="color: #33cccc">ή </span></p>
<p><span style="color: #33cccc"><i>Φαντάσου ότι είσαι η Τζέιν, κόρη της κ. Μπέννετ, στη σύγχρονη εποχή. Να καναγράψεις έναν διάλογο με τη μητέρα σου, η οποία σε προτρέπει να παντρευτείς τον πλούσιο νέο κ. Μπίγκλεϋ, ο οποίος  έχει εγκατασταθεί πρόσφατα στη γειτονιά.</i></span></p>
<p><span style="color: #33cccc"><em>ή </em></span></p>
<p><span style="color: #33cccc"><em>Φαντάσου ότι είσαι ο κ. Μπίγκλεϋ, που πρόσφατα έχεις εγκατασταθεί στο Νέδερφιλντ Πάρκ, και πληροφορείσαι τις προθέσεις της γειτόνισσας σου κ. Μπέννετ να παντρέψει κάποια απ”  τις κόρες της μαζί σου. Να γράψεις έναν διάλογο  που έχεις με έναν φίλο σου, στον οποίο εκθέτεις την πιο πάνω κατάσταση, τις σκέψεις και τις προθέσεις σου.</em></span></p>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/159/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>15</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[2ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>»Η συγκλονιστική πυρκαγιά τα ξημερώματα»</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/146</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/146#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 07 Apr 2024 16:55:15 +0000</pubDate>
		<dc:creator>ΣΟΥΧΛΑΚΗΣ ΙΩΣΗΦ</dc:creator>
				<category><![CDATA[Γενικά]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/?p=146</guid>
		<description><![CDATA[Δυστυχώς, σήμερα τα ξημερώματα, μια εκτεταμένη πυρκαγιά ξέσπασε σε ένα πανέμορφο χωριό, προκαλώντας καταστροφικές καταστάσεις. Χιλιάδες κάτοικοι δίνουν μάχη να...]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: center">Δυστυχώς, σήμερα τα ξημερώματα, μια εκτεταμένη πυρκαγιά ξέσπασε σε ένα πανέμορφο χωριό, προκαλώντας καταστροφικές καταστάσεις. Χιλιάδες κάτοικοι δίνουν μάχη να προστατεύσουν τα αγαπημένα τους σπίτια και την περιουσία τους, επιδεικνύοντας αποφασιστικότητα και ανδρεία προκειμένου να αποτρέψουν την απώλεια μιας ολόκληρης ζωής εργασίας και αγάπης. Η συγκλονιστική μαρτυρία ενός άνδρα που μάχεται με αφοσίωση να προστατέψει την κτηνοτροφική του περιουσία από τις φλόγες αναδεικνύει τον αληθινό ηρωισμό του ανθρώπου.</p>
<p style="text-align: center">2</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/anagnostikataxidia1/archives/146/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
