Σχέσεις μεταξύ φίλων: Τα παρατσούκλια , η περίπτωση του Παναγιώτη

ΑΠΟ: ΜΠΙΛΑΝΑΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ - Μαρ• 02•18

Σχέσεις φίλων
Η παρουσία των φίλων είναι σημαντική επειδή επιτρέπει στους νέους να μάθουν πώς να αλληλεπιδρούν με τους άλλους ανθρώπους και πώς να μοιράζονται δεξιότητες και συναισθήματα έξω από τον άμεσο οικογενειακό περίγυρο. Έτσι με αυτόν τον τρόπο, θα διαπιστώσουν το πλέγμα αλληλοβοήθειας μέσα στο οποίο κινούμαστε όλοι και θα μηχανευτούν τρόπους επιβίωσης.
Η συνέχεια εδώ
Ο σχολικός εκφοβισμός
Ο σχολικός εκφοβισμός
 (αγγλικά: school bullying‎) είναι ένα φαινόμενο νεανικής παραβατικότητας, ένα είδος bullying, που εμφανίζεται σε πολλές χώρες του κόσμου. Ο σχολικός εκφοβισμός αναφέρεται στη χρήση βίας μεταξύ μαθητών ή συνομηλίκων με στόχο να προκληθεί πόνος ή αναστάτωση.

Εμφανίζεται με τη μορφή του λεκτικού εκφοβισμού (κοροϊδία, διακρίσεις, ντροπιαστικά σχόλια), του κοινωνικού εκφοβισμού (διάδοση φημών, καταστροφή προσωπικών αντικειμένων, απομόνωση από την ομάδα), του σωματικού εκφοβισμού (χτυπήματα, σπρωξίματα, κλωτσιές), του ηλεκτρονικού εκφοβισμού (εκβιασμός μέσω Διαδικτύου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μέσω μηνυμάτων στο κινητό τηλέφωνο).

ΟΔΗΓΙΕΣ

Στις υπογραμμισμένες λέξεις μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες και να ακούσετε σχετικό ηχητικό υλικό.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Γ. ΙΩΑΝΝΟΥ «Τα παρατσούκλια»

1Η ΕΝΟΤΗΤΑ

Συνάντησα προχτές στο δρόμο έναν παλιό συμμαθητή μου, φαλακρό πια και σχεδόν γερασμένο, που μου έκανε φριχτά παράπονα, ότι δήθεν τον βλέπω στο δρόμο και δεν τον χαιρετάω. Τον άκουσα για αρκετή ώρα σιωπηλός και μετά βιάστηκα ν” αναγνωρίσω την ενοχή μου για να τον ξεφορτωθώ μια ώρα αρχύτερα. Σαν χωρίσαμε, άθελά μου πήρα ν” ανασκαλεύω τα περασμένα.

2A

Το αίμα μου φούντωσε. Αυτό το τέρας που είχε τώρα το θράσος να μου κάνει και παράπονα, ήταν ένας απ” τους μεγαλύτερους διώκτες και βασανιστές μου, όταν ήμασταν μαζί στο σχολείο. Κυρίως αυτός διαλαλούσε τα απειράριθμα παρατσούκλια μου, παριστάνοντας μάλιστα, όσο μπορούσε πιο γελοία, και τον τρόπο που μιλούσα. Η αλήθεια είναι ότι νέα παρατσούκλια δεν μου έβγαζε γιατί δεν ήταν σε θέση, έδειχνε όμως ιδιαίτερο ζήλο για τη διάδοση των ήδη γνωστών. Αυτός επίσης ο ουραγκοτάγκος ήταν που μετάφερνε τα παρατσούκλια του σχολείου στη γειτονιά μου και το αντίστροφο, κι αυτός πάλι με την παρέα του μου τα φώναζαν ακόμα και μέσα στο δρόμο, όταν πήγαινα βόλτα με τους γονείς μου. Νομίζει το χαϊβάνι πως δεν τα θυμάμαι πια ή ότι έχω ψυχή επιπόλαια σαν τη δικιά του. Ξεχνάει όμως ή συγχωρεί ποτέ ένας άνθρωπος με σώες τις φρένες τα βασανιστήρια που κάποτε του κάνανε; Πώς λοιπόν να ξεχάσω κι εγώ αυτά που τράβηξα απ” την πρώτη ακόμα τάξη του δημοτικού σχολείου;ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ

Πρώτα πρώτα το άλλο, το παλιό μου επίθετο, ήταν ένα αστείο παρατσούκλι. Και δεν ήταν ανάγκη να το πουν οι άλλοι, έπρεπε κάθε τόσο να το δηλώνω μονάχος μου. Μικρόν ορισμένοι με ξεμονάχιαζαν και μ” έβαζαν να το επαναλαμβάνω κάνοντας πως δεν το καλάκουσαν. Πεθαίνανε κάθε φορά στα γέλια. Στο σχολείο πάλι, όσο ανέβαινα τις τάξεις, το πράγμα καταντούσε μαρτύριο. Μόλις άρχιζαν να φωνάζουν κατάλογο, σφίγγονταν η καρδιά μου, ίδρωναν τα χέρια μου και μ” έπιανε τρεμούλα. Στο μεταξύ, ο καθηγητής είχε φωνάξει δυο τρεις φορές το επίθετό μου, ώσπου ν” ακούσει το άψυχο «παρών» που έβγαζα, μέσα σε μια τάξη σκασμένη κιόλας στα γέλια. Κάποτε ένας απαίσιος καθηγητής της μουσικής, μεγάλος σπάρος, διέκοψε τον κατάλογο, με πρόσταξε να σηκωθώ και μου έκανε στριμμένα: «Γιατί δε φωνάζεις δυνατά, ρε μπούφε;» Αυτό ήθελαν κι οι άλλοι, τους πετούσε νέα τροφή. Για μεγάλο διάστημα, εκτός από πολλά άλλα, ήμουν και ο «μπούφος» της τάξεως. Οι κακοηθέστεροι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να το κάνουν γνωστό σ” ολόκληρο το γυμνάσιο. Επεδίωκαν μάλιστα να διηγούνται το περιστατικό, ενώ βρισκόμουν κάπως κοντά στην παρέα τους για να τ” ακούω κι εγώ και να σκάω.
Τις μέρες εκείνες μ” έστειλε η γιαγιά μου να δώσω ένα πρόσφορο στην εκκλησία μας. Καθώς δεν είδα κανέναν μέσα, άναψα το κερί μου για να φέξει κάπως, κι άρχισα να ασπάζομαι με κατάνυξη μια μια τις εικόνες. Ένιωθα παρηγοριά και αγαλλίαση, γιατί καθώς δεν παραπονιόμουν σε κανέναν, μόνο ο θεός γνώριζε το τί τραβούσα. Την ώρα όμως που ασπαζόμουν την εικόνα του Χριστού στο τέμπλο άκουσα έναν ψίθυρο, που σα να επαναλάμβανε το όνομά μου. Κοκάλωσα απ’’ τη φρίκη· ο ίδιος ο θεός μου μιλούσε, κάτι μου έλεγε. Ήταν η εποχή που φοβόμουν τα υπερφυσικά πράγματα περισσότερο από κάθε τι άλλο. Ο ψίθυρος επαναλήφτηκε πιο καθαρά και πιο γελαστά κάπως:

Βατραχίδη, καλέ Βατραχίδη… κουάξ-κουάξ…

 

………………………………………….
Για να δείτε τη συνέχεια και άλλλες ιστορίες από τη λογοτεχνία, συνδεθείτε με το ηλεκτρονικό μάθημα: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Β ΛΥΚΕΙΟΥ

Για να απαντήσετε σε ερωτηματολόγιο σχετικά με τον εκφοβισμό, δείτε εδώ

 

 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ-ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ-ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ:
ΜΠΙΛΑΝΑΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΠΕ02, msc ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ, ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣφορμα

ΦΟΡΜΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΣ

Top