Ο Ιμμάνουελ Καντ (22/04/1724 – 12/02/1804), θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές και φιλοσόφους όλων των εποχών. Στην ελληνική γλώσσα το όνομά του παλαιότερα αποδιδόταν ως Εμμανουήλ Κάντιος.
Οι γονείς του Καντ ήταν γερμανικής καταγωγής. Μητέρα του ήταν η Άννα Μαρία Ρόιτερ και πατέρας του ο Γιόχαν Γκέοργκ Καντ .
Ο Καντ γεννήθηκε, έζησε και πέθανε στο Καίνιξμπεργκ της Ανατολικής Πρωσίας, δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν εγκατέλειψε ποτέ τη γενέτειρα πόλη του και είχε γίνει αντικείμενο σχολιασμού για την εντυπωσιακή ακρίβειά του στις κοινωνικές συναναστροφές – υπόδειγμα αυτοπειθαρχίας και παραξενιάς. Χρηματοδότησε τις σπουδές του παραδίδοντας ιδιωτικά μαθήματα.
Το 1755 δημοσίευσε ανώνυμα μια θεωρία του για τη δημιουργία του πλανητικού μας συστήματος και για την ύπαρξη γαλαξιών πέρα από το δικό μας γαλαξία. Το ίδιο έτος αναγορεύεται Διδάκτωρ και Υφηγητής του πανεπιστημίου της Καινιξβέργης.
Το έτος 1770 έγινε τακτικός καθηγητής τη Λογικής και Μεταφυσικής στο ίδιο Πανεπιστήμιο και παράλληλα έκανε παράδοση στη Φυσική, Κοσμολογία, Ανθρωπολογία, Θεολογία και Γεωγραφία. Κάποια εποχή δίδασκε στο πανεπιστήμιο 36 ώρες την εβδομάδα. Μετά από μερικές μικρότερες δημοσιεύσεις του για θέματα Φυσικής και Μεταφυσικής, παρουσίασε σε τρία θεμελιώδη έργα την υπερβατολογική φιλοσοφία του: «Κριτική του καθαρού Λόγου» 1781 «Κριτική του πρακτικού Λόγου» 1788 και «Κριτική της κριτικής Δύναμης» .
Ο Καντ και η φιλοσοφία του
Ο Καντ όρισε τον διαφωτισμό , στο δοκίμιό του (Τι είναι Διαφωτισμός;), ως την περίοδο που χαρακτηρίζεται από το γνωμικό στη λατινική γλώσσα(«τολμήστε να είστε σοφός» ή «τόλμησε να γνωρίζεις») ή στην ερμηνεία που του δίνει ο ίδιος: «έχε το θάρρος, να χρησιμοποιείς το δικό σου νου», τη δική σου σκέψη. Αυτή η περίοδος διακρίνεται από την κριτική σκέψη έναντι των άκριτων υπαγορεύσεων και των προκαταλήψεων της εξουσίας, της θρησκείας, της κοινωνίας ευρύτερα. Το έργο του Καντ επέχει θέση συνδετικού κρίκου μεταξύ του Ορθολογισμού και του Εμπειρισμού δηλαδή, των βασικών φιλοσοφικών ρευμάτων-παραδόσεων του 18ου αιώνα. Είχε, επιπροσθέτως, αποφασιστική επίδραση στο κίνημα του Ρομαντισμού και στη φιλοσοφία του Γερμανικού ιδεαλισμού αλλά και του Νεοκαντιανισμού του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου αιώνα. Το έργο του αποτέλεσε επίσης σημείο εκκίνησης για πολλούς άλλους φιλοσόφους του 20ου και του 21ου αιώνα.
Οι δύο αλληλένδετοι θεμέλιοι λίθοι αυτού που ο Καντ αποκαλούσε ως την «κριτικήφιλοσοφία του» – την αντίστοιχη «Κοπερνίκεια επανάσταση», που ισχυριζόταν ότι συνέθεσε για τη φιλοσοφία – ήταν η Επιστημολογία (ή αλλιώς Θεωρία της γνώσης) του ΥπερβατολογικούΙδεαλισμού και η ηθική φιλοσοφία περί της αυτόνομης αιτιότητας της ελευθερίας του πρακτικού Λόγου. Αυτές τοποθετούσαν το ενεργό, έλλογο ανθρώπινο υποκείμενο στο κέντρο της αντικειμενικής γνώσης και ηθικής (την ανθρώπινη συμπεριφορά σε συνθήκες κοινωνικής συμβίωσης).
Ο Καντ επηρεάστηκε από τον σκεπτικισμό και τον αγνωστικισμό του εμπειριστή Χιουμ και έστρεψε την προσοχή του για την επίτευξη του στόχου της αντικειμενικότητας της γνώσης των πραγμάτων της εμπειρίας στην ανάλυση της υποκειμενικότητας με την έννοια των αναγκαίων και καθολικών, δηλαδή, μη εμπειρικών αρχών που καθιστούν δυνατή αυτήν την αντικειμενικότητα. Θεωρεί ότι κάθε γνώση των αντικειμένων εξαρτάται από την εμπειρία, επειδή στηρίζεται στις αισθήσεις μας. Τα πράγματα καθ” αυτά μας είναι άγνωστα επειδή, όπως υποστηρίζει, η αντικειμενική γνώση είναι δυνατή, μόνο αν η αισθητηριακή επίδραση των πραγμάτων συντίθεται μέσω των μη εμπειρικών μορφών της αισθητικότητας μας (χώρος, χρόνος) και της διάνοιας. Τα πράγματα καθ” αυτά είναι απρόσιτα στη θεωρητική μας γνώση, διότι αυτό που αντιλαμβανόμαστε είναι τα αισθητηριακά δεδομένα εντός του χώρου και του χρόνου που είναι μορφές της ανθρώπινης αισθητικότητας και όχι των ίδιων των πραγμάτων. Έτσι, αν και τα πράγματα καθ” αυτά δεν μπορούν να μας γίνουν γνωστά, ο Καντ υποστηρίζει πως το έλλογο καθεστώς του κόσμου, όπως η επιστήμη το αντιλαμβάνεται, δε δύναται να θεωρηθεί απλώς και μόνο ως η τυχαία συσσώρευση αισθαντικών αντιλήψεων. Αντιθέτως, είναι το αποτέλεσμα μιας «συνθετικής» λειτουργίας μη εμπειρικών μορφών αισθητικής εποπτείας αλλά και εννοιών, βασιζόμενης σε νομοτελειακούς κανόνες (π.χ. χώρος, χρόνος / (αντικειμενική) αιτιότητα, αναγκαιότητα).
Καντιανή Ηθική
Ο Κάντ εξηγεί με ευκρίνεια τα βασικά στοιχεία του ηθικού του συστήματος στο έργο του “Θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών” (1785). Εδώ, παρουσιάζει κριτικά τις συνθετικές a priori αρχές του Πρακτικού Λόγου, για να τις συνταιριάξει αργότερα με την κριτική παρουσίαση των συνθετικών a priori αρχών του Θεωρητικού Λόγου.
Η αφετηρία της σκέψης του Καντ είναι ότι το μόνο αυτοτελές καλό είναι η καλή βούληση. Ο χαρακτήρας, το ταλέντο, ο αυτοέλεγχος και η τύχη δεν είναι απαραίτητα καλά. Η βούληση είναι καλή όχι εξαιτίας των τελικών της αποτελεσμάτων, αλλά επειδή ακολουθεί τον αναγκαίο και καθολικό, νόμο της ελευθερίας της βούλησης. Το ηθικό πράττειν είναι καλό καθ’ εαυτό.
“Ακόμη και αν, [από] κάποια ιδιαίτερη δυσμένεια της μοίρας, ή από τη φειδωλή, σαν μητριάς, προίκα της φύσης, αυτή η βούληση δεν έχει καμιά απολύτως δύναμη να εκπληρώσει τις προθέσεις της. Αν, παρά τη μέγιστη προσπάθειά της, εξακολουθεί να μην επιτυγχάνει τίποτα, και μένει μόνον η καλή βούληση… ακόμη και τότε θα έλαμπε παρ” όλα αυτά σαν κόσμημα, για το δικό της χατίρι, σαν κάτι που φέρει όλη του την αξία του μέσα του.”
Τα ανθρώπινα όντα δε μετέχουν του νόμου της ελευθερίας της βούλησης (του πρακτικού Λόγου), με κίνητρο να επιδιώκουν την ευτυχία. Το ένστικτο θα ήταν πιο αποτελεσματικό γι” αυτόν τον σκοπό. Ο Λόγος μας δόθηκε για να παραγάγει μια βούληση καλή, όχι ως μέσο προς κάποιον απώτερο σκοπό, αλλά καλή καθ” αυτήν. Η καλή βούληση αποτελεί προϋπόθεση για όλα τα υπόλοιπα αγαθά, συμπεριλαμβανομένης της ευτυχίας.
Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει τη βούληση καλή; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα πρέπει να αναζητηθεί η έννοια του καθήκοντος. Το να πράττω από καθήκον σημαίνει να δείχνω καλή βούληση παρά τις δυσκολίες, από σεβασμό για τον ηθικό νόμο της ελευθερίας. Πρέπει να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: να πράττει κανείς σύμφωνα με το καθήκον και με κίνητρο το καθήκον. Ένας παντοπώλης εργάζεται τίμια για προσωπικό του όφελος και ένας φιλάνθρωπος χαίρεται με την ευχαρίστηση των συνανθρώπων του. Παρότι αυτές οι πράξεις είναι ορθές και ευγενείς, για τον Καντ δεν έχουν ηθική αξία με την αυστηρή έννοια. Η αξία του χαρακτήρα φαίνεται μόνο όταν κάποιος πράττει όχι από προδιάθεση αλλά από καθήκον: ένας άνθρωπος που θέλει να αυτοκτονήσει και ποθεί το θάνατο, ωστόσο προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή σύμφωνα με τον ηθικό νόμο.
Η διδασκαλία του Καντ φαίνεται ναι είναι κατ” αρχήν εκ διαμέτρου αντίθετη με εκείνη του Αριστοτέλη. Ο Καντ θεωρεί ως πραγματική απόδειξη για την αρετή την οδυνηρή πάλη του καλώς πράττειν, επειδή θεωρεί ότι η ανθρώπινη φύση δε συμμορφώνεται χωρίς εμπόδια στις καθολικές, πανανθρώπινες απαιτήσεις του που θέλουν π.χ. να μην κάνουμε εξαιρέσεις για λόγους προσωπικής ευχαρίστησης. Μόνον όταν είμαστε διατεθειμένοι να μας κοστίσει κάτι, να συγκρουστούμε με τις εγωιστικές διαθέσεις μας, μόνον τότε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι πράττουμε με κίνητρο το καθήκον.
Τι σημαίνει όμως να πράττω από καθήκον; Το να πράττω από καθήκον σημαίνει να πράττω με σεβασμό στον ηθικό νόμο. Ο τρόπος για να ελέγξω το αν πράττω με σεβασμό στον ηθικό νόμο είναι να αναζητήσω τον κανόνα ή την αρχή με την οποία ενεργώ. Εάν πράττω από σεβασμό στο νόμο, τότε πράττω μόνον έτσι ώστε να θέλω η δική μου προσωπική αρχή να καταστεί καθολικός νόμος που να ισχύει ακόμη και έναντί μου, αυτή είναι η κατηγορική προσταγή του Καντ.
Η περίφημη κατηγορική προσταγή του Καντ
Στη φιλοσοφία του Καντ ξεχωρίζουν δύο είδη προσταγής: η υποθετική και η κατηγορική. Η υποθετική προσταγή ισχύει μόνο υπό έναν όρο, δηλαδή όταν κάποιος θέλει να πετύχει έναν συγκεκριμένο σκοπό· για παράδειγμα, «αν θέλεις να μάθεις καλά το μάθημα, πρέπει να διαβάσεις». Αντίθετα, η κατηγορική προσταγή ισχύει για όλους και χωρίς προϋποθέσεις, γιατί εκφράζει τον ηθικό νόμο που πρέπει να ακολουθεί κάθε λογικός άνθρωπος. Σύμφωνα με αυτήν, ο άνθρωπος οφείλει να ενεργεί μόνο με βάση κανόνες που θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί από όλους ως καθολικοί νόμοι. Έτσι, για τον Καντ, η αληθινή ηθική δεν στηρίζεται στο προσωπικό συμφέρον ή στις συνέπειες μιας πράξης, αλλά στο καθήκον, στη λογική και στον σεβασμό προς τον άνθρωπο ως αξία καθαυτή.
Βιβλιογραφία:
- Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν “Ηλίου„, τόμος δέκατος: Καβαλιανή – Κολίβριον. διεύθυνση σύνταξης Ιωάννης Δ. Πασσάς. Αθήνα: Ήλιος.
- Καντ, Ιμμάνουελ (1971). Δοκίμια. εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια: Ε. Π. Παπανούτσος. Αθήνα: Δωδώνη. ISBN 978-960-248-119-6.
- Καντ, Ιμμάνουελ (1992). Για την αιώνια ειρήνη. μετάφραση – επίμετρο: Άννα Πόταγα, πρόλογος – επιμέλεια: Λευτέρης Αναγνώστου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια. ISBN 978-960-221-044-4.
- Kenny, Anthony (2005). Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας. Αθήνα: Νεφέλη, σελ. 262-265. ISBN 960-211-748-6.
