Το εμπόριο και η παραγωγή στη Παλιά Αρτάκη
Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, λίγα χρόνια πριν τη μικρασιατική καταστροφή, διέλυσε το εμπόριο της Παλιάς Αρτάκης και κατέπνιξε οποιαδήποτε προσπάθεια των Αρτακινών στη βιομηχανία και την βιοτεχνία. Ωστόσο δεν ίσχυε πάντα αυτό. Η Αρτάκη ήταν μια πόλη που το εμπόριο άκμαζε, εξάγοντας ποιοτικά προϊόντα.
Η Αρτάκη ήταν σημαντικός εξαγωγέας κουκουλιών (μετάξι), κρασιών, ελιών και παστών ψαριών στην πρωτεύουσα της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Κωνσταντινούπολη, σε σημαντικά Ελληνοχριστιανικά κέντρα της Μικράς Ασίας, Ανατολικής Θράκης και σε πόλεις χωρών του εξωτερικού.
Τα κουκούλια όπως είδαμε και στην επίσκεψή μας στο Λαογραφικό Μουσείο Νέας Αρτάκης, ήταν ένα προϊόν που παραγόταν στην Αρτάκη και διάφορα χωριά της Κυζίκου με άριστη ποιότητα, που οφειλόταν σε μια ειδική διαδικασία μεταχείρισης των μεταξοσκωλήκων και στο ήπιο κλίμα της Κυζίκου. Η αγοροπωλησία των κουκουλιών ξεκινούσε αμέσως μετά την εξαγωγή του από τα κλαδιά τον Ιούνιο και διαρκούσε τρεις μήνες, ενώ για ωμά και ψημένα κουκούλια γινόταν δημόσια πλειστηριασμός όπου οι κουκουλέμποροι ή οι αντιπρόσωποί τους τα αγόραζαν με το βάρος τους. Τα λεφτά που εισέπρατταν οι Αρτακινοί από τα κουκούλια ήταν ανταμοιβή της σκληρής δουλειάς τους και των θυσιών τους και πάντα αποτελούσε το πρώτο χρήμα που εισέπρατταν.
Τα κρασιά και οι ελιές αποτελούσαν τις μακράν πιο σημαντικές εξαγωγές της Αρτάκης, που απαιτούσαν την ολοήμερη απασχόληση των αγροτών. Τα κρασιά που παρήγαγαν ήταν τεσσάρων ειδών: Τα χωρίς βράση ή αλλιώς άσπρα, τα κρασιά με λίγη βράση ή αλλιώς κόκκινα, τα κρασιά Πασαλιμάν ή αλλιώς παλιά κρασιά και τέλος τα μαύρα κρασιά. Με αυτά τα κρασιά για 250 χρόνια πριν καταστραφούν τα πλοία της Αρτάκης με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, προμηθεύονταν η Κωνσταντινούπολη και η Γαλλία.
Η παραγωγή σταφυλιών εκτεινόταν σε λίγο περισσότερο από επτάμισι τόνους τον χρόνο και τα περισσότερα χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή κρασιού παρά για επιτραπέζια χρήση. Τα συνηθέστερα είδη ήταν τα κολόβικα και τα κεχριμπαροειδή βασιλάκικα, τα οποία είναι παρόμοια με τα σαββατιανά και τις κοντούρες της Νέας Αρτάκης και γύρω της Χαλκίδας.
Σε μια καλή σοδειά οι ελιές ετησίως ανερχόταν σε λίγο παραπάνω από εννιάμισι τόνους, οι περισσότερες προορισμένες για ελαιόλαδο. Οι ελιές πωλούνταν ως παστές και κατά την Τεσσαρακοστή η ζήτησή τους ήταν υψηλή λόγω της νηστείας.
Τέλος σε μειονεκτική θέση βρισκόταν το εμπόριο των ψαριών. Οι Αρτακινοί πάστωναν σαρδέλες, κολιούς, τσίρους και παλαμίδες. Τα ψάρια που προορίζονταν για κατανάλωση στην Αρτάκη παστώνονταν από παντοπωλεία, ενώ τα ψάρια που θα εξάγονταν παστώνονταν από λίγους μόνο ανθρώπους σε ψαρομάγαζα μπροστά στη θάλασσα για αποφευχθεί η μυρωδιά από την πόλη και για ευκολότερη μετακίνηση στα πλοία.
Έτσι, το εμπόριο της Αρτάκης, αν και πολυδιάστατο, στηριζόταν κυρίως στη γεωργία, παράγοντας προϊόντα φημισμένα για την ποιότητά τους, αποτελούσε το θεμέλιο της οικονομικής ζωής των κατοίκων.
Βασίλης Μπουζάλας
(Μαθητής της Β” Λυκείου)
Πηγή: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΚΗΣ, Ορέστη Κ. Λογοθετίδη



