Ιστορία και ανάλυση: Graffiti, μια καταπάτηση κανόνων, ένα πανέμορφο μήνυμα. Η αντίσταση, και η υπενθύμιση, εγώ ήμουν εδώ.

Graffiti. Μια λέξη που ακούμε συχνά, από ταινίες και τραγούδια, από καθηγητές, κανάλια ειδήσεων, αστυνομικούς και γονείς. Μια λέξη που, συνήθως, χρησιμοποιείται για να περιγράψει την παραβατικότητα, την «αλητεία», κάτι στο οποίο πολλοί γυρνούν τη πλάτη τους ή περιπλέκουν και το μετατρέπουν σε κάτι που δεν είναι. Ξέρει κανείς, όμως, τι πραγματικά σημαίνει? Σε αυτό το άρθρο θα αναλυθεί η ιστορία του, οι ρίζες, πολιτικές και καλλιτεχνικές, καθώς και το γιατί είναι πολύ σημαντικό κομμάτι της ανθρώπινης ιστορίας.

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μια αχνή ιδέα για το τι πάει να πει graffiti, φέροντας στο νου μας συνθήματα οπαδών ποδοσφαιρικών ομάδων στους αιώνιους τοίχους της Αθήνας, ή πολύχρωμα σχέδια που αποτελούν αξιοθέατα στη Νέα Υόρκη. Ξέρουμε όμως τι πραγματικά σημαίνει graffiti, και το τι σημαίνει να είσαι παράνομος καλλιτέχνης?

Το graffiti έχει μια μεγάλη και πολύπλοκη ιστορία, με αρκετά κομμάτια χαμένα στο χρόνο, και ξεχασμένες ιστορίες ψιθυρισμένες μέσα από κελιά φυλακής. Η ιστορία του συνεχίζει και ξαναγράφεται, ή μήπως καλύτερα, ξαναζωγραφίζεται, κάθε μέρα, αλλάζοντας και εξελισσόμενη, πάντα όμως με μια κυρία ιδέα στη καρδιά:Την επιθυμία των ανθρώπων να μείνουν αξέχαστοι,την οποία μοιράζονται εδώ και αιώνες.

 Ιστορία και έννοια:

Η ίδια η λέξη graffiti, προέρχεται από την Ιταλική λέξη graffito, (ενικού αριθμού) που σημαίνει «κάτι χαραγμένο/ζωγραφισμένο». Η λέξη graffito, προέρχεται και αυτή από την ελληνική λέξη «γραφή». Πρώτα χρησιμοποιήθηκε από αρχαιολόγους το 1851 στην προσπάθεια να περιγράψουν ζωγραφιές και χαρακιές που ανακαλύφθηκαν στα χαλάσματα της Πομπηίας, μιας νότιας Ιταλικής πόλης η οποία καταστράφηκε το 79 μ.Χ από την έκρηξη του ηφαιστείου «Βεζούβιος», που σκέπασε την πόλη με τέφρα και ελαφρόπετρα, καθιστώντας την «παγωμένη στο χρόνο», και αποτελεί στη σήμερον ημέρα έναν από τους πιο σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους.

Παραδείγματα αρχαίου γκράφιτι, έχουν βρεθεί και στην αρχαία Ελλάδα! Μέχρι σήμερα, έχουν βρεθεί πάνω από 5.000 παραδείγματα αρχαίων γκράφιτι σε διάφορες πόλεις. Αυτά κυμαίνονται από απλά ονόματα (τα λεγόμενα “tags” στην γλώσσα του γκράφιτι) και χαιρετισμούς, έως τις πιο περίτεχνες φράσεις, σχέδια ή τοιχογραφίες. Αναφορές σε ποιήματα, λογοτεχνικά έργα, ανέκδοτα, ακόμα και βωμολοχίες. Τα παραδείγματα είναι ατελείωτα. Τα περίφημα ιερογλυφικά της αρχαίας Αιγύπτου, με απεικονίσεις οικογενειών, αγαπημένων κατοικίδιων, βασιλιάδων, φαγητού, ύμνων, και της καθημερινής ζωής των ανθρώπων αυτών, που ακόμα και αν τόσο μακρινοί, παραμένουν το ίδιο με εμάς.

Από πού ξεκίνησε όμως η μοντέρνα μορφή του γκράφιτι που έρχεται στο μυαλό των περισσότερων όταν ακούμε αυτή τη λέξη?

Παγκόσμια αναγνωρισμένος ως ο πρώτος graffiti artist είναι ο Darryl McCray, που στα τέλη του 1960, στα 12 του, ενώ βρισκόταν σε αναμορφωτήριο τις Φιλαδέλφειας, Η.Π.Α. συνεχώς παραπονιόταν για το πως δεν σερβίρονταν καλαμποκόψωμο, και έτσι κέρδισε το όνομα «Cornbread» (αγγλικά για «Καλαμποκόψωμο») και ο Darryl άρχισε να το γράφει σε κάθε γωνιά του κτηρίου για πλάκα. Μόλις ήταν ένας ελεύθερος άντρας, επέκτεινε τα εδάφη του, και άρχισε να γράφει το όνομα του και διάφορα μηνύματα με μπογιά παντού στη πόλη της Φιλαδέλφειας. Καθώς πέρασαν τα χρόνια και συνέχισε την παράδοση του, άλλοι καλλιτέχνες το πρόσεξαν και εφηύραν καινούρια είδη και στυλ γκράφιτι, χρησιμοποιώντας και αυτοί δικά τους παρατσούκλια η εντελώς φτιαχτά ονόματα.

Καθώς το γκράφιτι θεωρούνταν «απαγορευμένη κουλτούρα» ιδιαίτερα ανάμεσα στους Αφροαμερικανούς, αναμείχθηκε με την Hip Hop κουλτούρα που εξερράγη λίγο αργότερα στα ’70′ς στην Νέα Υόρκη.

Για παράδειγμα, τα γνωστά bubble letters ή «φουσκωτά γράμματα» με τα οποία είναι γραμμένα τα περισσότερα graffiti, εφευρέθηκαν από έναν καλλιτέχνη από το Bronx, ονόματι Lonny Wood, γνωστός και ως «Phase 2″

Στις αρχές του 1970, που το γκράφιτι μόλις είχε γίνει διάσημο, ένας καλλιτέχνης γνωστός ως Tracy 168, είχε ένα μοναδικό γκράφιτι όραμα και έκανε κάτι που κανείς δεν είχε ξανατολμήσει, ή σκεφτεί. Δημιούργησε το wildstyle, ένα είδος γκράφιτι με πολύ έντονα και πολύπλοκα γράμματα τα οποία μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο, μπερδεύονται και περιπλέκονται, καθιστώντας τα σχεδόν αδύνατα για ανάγνωση, αναμιγνύοντας την επανάσταση με την τέχνη, δημιουργώντας μια εντελώς καινούρια λέξη, έναν μοναδικό κωδικό που μπορούν να λύσουν μόνο οι δρόμοι. Τα έργα του Tracy έγιναν θρυλικά σε όλη την Νέα Υόρκη, μετατρέποντας μέτρο σε κινούμενες γκαλερί τέχνης. Ο Tracy δημιούργησε επίσης το Wildstyle Crew, μια ομάδα από τους καλύτερους καλλιτέχνες της εποχής και περιοχής. Ζωγράφισαν κάθε τοίχο, τρένο, και γωνία, το στυλ του Tracy έγινε τόσο γνωστό καθώς έφτασαν τα 80′s που εξαπλώθηκε σε όλον τον κόσμο πέρα από το Bronx, που σχημάτισε το γνωστό aesthetic του γκράφιτι στην Hip Hop κουλτούρα, παίρνοντας μορφή ως την υπογραφή της Νέας Υόρκης, εμφανιζόμενο ακόμα και σε ταινίες όπως το «Wild Style».

Άλλος ένας πρωτοπόρος του graffiti ήταν ο Banksy, ένας ανώνυμος Βρετανός καλλιτέχνης, πολιτικός ακτιβιστής και συνθέτης ταινιών. Τα έργα του είναι συνήθως σατιρικά, σχολιάζοντας ζητήματα πολιτικής και κουλτούρας, με επιγράμματα που συνδυάζουν το μαύρο χιούμορ με γκραφίτι, τα οποία εκτελούνται με μια ιδιαίτερη τεχνική στένσιλ. Τα πολιτικού και κοινωνικού σχολιασμού έργα του έχουν εμφανισθεί σε δρόμους, τοίχους και γέφυρες πόλεων σε όλο τον κόσμο. Η δουλειά του Banksy ξεκίνησε από την underground σκηνή του Μπρίστολ και περιελάμβανε συνεργασίες μεταξύ καλλιτεχνών και μουσικών. Ειδικοί έχουν σημειώσει, ότι το στυλ του είναι παρόμοιο με αυτό του Blek le Rat, ωστόσο ο ίδιος ισχυρίζεται πως έχει εμπνευστεί από τον «3D», έναν καλλιτέχνη, που στη συνέχεια έγινε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του αγγλικού μουσικού συγκροτήματος Massive Attack.

Ο Banksy αρνείται την πώληση φωτογραφιών ή αναπαραγωγών των έργων του, αν και δημοπράτες τέχνης έχουν αποπειραθεί να πουλήσουν μερικά από τα γκραφίτι αφήνοντας το πρόβλημα της αφαίρεσής τους από την αρχική τοποθεσία στον πλειοδότη της δημοπρασίας. Η πρώτη ταινία του Banksy «Exit through the Gift Shop» έκανε την εμφάνιση της το 2010 στο φεστιβάλ κινηματογράφου Σάντανς, ενώ στην Ελλάδα έχει μεταφραστεί ως «Η Τέχνη στο δρόμο». Τον Ιανουάριο του 2011 προτάθηκε για το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ και το 2014 βραβεύτηκε ως πρόσωπο της χρονιάς στα Webby Awards.

 Άγραφοι κανόνες και σεβασμός:

Το γκράφιτι, αν και κάτι παράνομο και «ξέφρενο», αποτελείται και αυτό από τους δικούς του κανόνες, άγραφα γραμμένοι με το μολύβι της ιστορίας μέσα στα χρόνια, περασμένοι από παρέα σε παρέα και απο γενιά σε γενιά.

Στο γκράφιτι υπάρχουν συγκεκριμένα «επίπεδα», τα οποία μπορεί να σκαρφαλώσει κάποιος, που συμβολίζουν την ικανότητα και τη φήμη.

Χωρίζεται σε 5 κατηγορίες, από τα πιο απλά και εύκολα στα πιο δύσκολα και σημαντικά:

‌Tags

‌Throw ups

‌Pieces

‌Bombers

‌Murals

Τα tags, είναι μια απλή γραφή ενός ονόματος ή φράσης με σπρέι, μαρκαδόρο, ή οποιοδήποτε άλλο υλικό,που γίνεται σε λίγα δευτερόλεπτα. Καθώς είναι τόσο εύκολα, μπορούν να γίνουν μόνο σε κάποιον κενό τοίχο, και κάθε άλλο είδος γκράφιτι επιτρέπεται να βάψει από πάνω του, καθώς θα παίρνει περισσότερο χρόνο και θα είναι πιο δύσκολο από το tag.

Τα throw ups, αποτελούνται από σχετικά εύκολα γράμματα, σχήματα και κάποιες φορές ένα background, και είναι το είδος γκράφιτι που βλέπουμε πιο συχνά γύρω μας. Συνήθως γίνεται μέσα σε 10-15 λεπτά. Το όνομα του, throw-up (εμετός στα αγγλικά) συμβολίζει το πως μπορεί να γίνει γρήγορα και εύκολα, δηλαδή να «πεταχτεί» σε έναν τοίχο. Μπορούν να πάνε πάνω από tags, και ίσως πάνω από αλλά throw ups, εφόσον μόνο αυτά είναι πιο λιτά και απλά βαμμένα. Άμα σκέφτεται κάποιος να βάψει πάνω από το έργο κάποιου άλλου, πρέπει να είναι σίγουρος πως το επίπεδο ικανότητας του είναι μεγαλύτερο από αυτό του έργου που πρόκειται να καλύψει.

Τα pieces, (κομμάτια στα αγγλικά) είναι από τα πιο δύσκολα έργα γκράφιτι, καθώς περιλαμβάνει πολύπλοκα και δύσκολα γράμματα, με περίτεχνα σχήματα και γραμμές, σκιές, γιαλάδες, πολλά χρώματα, και είναι αρκετά μεγάλα. Μπορούν να πάρουν από 1 έως και 10 ώρες, ακόμα και περισσότερες, ανάλογα με το κομμάτι. Μπορούν να περάσουν σχεδόν κάθε άλλο έργο γκράφιτι, εκτός από τα bombers και τα murals, (τα οποία θα εξηγηθούν παρακάτω), καθώς είναι από τα πιο δύσκολα είδη γκράφιτι και γίνονται από αρκετά ταλαντούχους καλλιτέχνες . Πολλές φορές απαιτεί από τον καλλιτέχνη να εγκαταλείψει το σημείο και να ξαναέρθει άλλη μέρα για να τελειώσει το βάψιμο, καθώς κάτι που παίρνει τόσες ώρες κουβαλά τον κίνδυνο να πιαστεί ο γκραφιτάς στα πράσα.

Τα bombers, είναι τεράστια κομμάτια γκράφιτι, πολλές φορές καλύπτοντας ολόκληρα τρένα και πολυκατοικίες, περνούν πολλές ώρες, ακόμα και μέρες, και γίνονται από ήδη γνωστά ονόματα καλλιτεχνών, με σκοπό να αποκτήσουν παραπάνω φήμη και σεβασμό ανάμεσα στην σκηνή του γκράφιτι, και είναι παραπάνω στην «σκάλα» του γκράφιτι για ακριβώς αυτόν τον λόγο. Επιτρέπεται να καλύψουν το οποιοσδήποτε έργο, εκτός από τα πολύ δύσκολα pieces και τα murals.

Και τελευταία, τα murals, (μνημεία στα αγγλικά), είναι έργα γκράφιτι των οποίων, (κυρίως μεγάλοι και γνωστοί) καλλιτέχνες έχουν φύγει από τη ζωή, φέρουν μεγάλο σεβασμό και δεν επιτρέπεται κανείς να βάψει από πάνω τους. Πολλές φορές γίνονται και από άλλους καλλιτέχνες στην τιμή αυτών που απεβίωσαν, και είναι στο στυλ ρεαλισμού, ή γενικότερα αρκετά δύσκολο με πολλή λεπτομέρεια.

Οι γκραφιτάδες, εκτός από μεταξύ τους, έχουν και αρκετό σεβασμό για το περιβάλλον και για τον χώρο στον οποίο βάζουν τη τέχνη τους. Για παράδειγμα, οι άγραφοι κανόνες λένε πως δεν επιτρέπεται να βάψουν ιδιωτική περιουσία, όπως σπίτια (άλλο οι πολυκατοικίες), θρησκευτικά κτήρια, και μέρη της φύσης όπως δέντρα και πέτρες. Δεν βρωμίζουν τον χώρο στον οποίο βάφουν, δεν αφήνουν σκουπίδια και άδεια τενεκεδάκια. Επίσης, όταν βάφουν τρένα, προσέχουν να μην καλύψουνε σημαντικούς αριθμούς και γράμματα πάνω στα τρένα, που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ταυτοποίηση του.

Αυτή, ήταν η τεχνική και επίσημη ιστορία του. Προχωρώντας παρακάτω, ας κοιτάξουμε και τα βάθη του γκράφιτι που δεν μπορούν να εξηγηθούν επίσημα και γραφειοκρατικά.

Το γκράφιτι είναι μια τέχνη τόσο παρόμοια αλλά και διαφορετική από τις άλλες, με τους καλλιτέχνες να φοράνε μπαλακλάβα αντί για μπερέ, και μαύρα μπουφάν αντί για ποδιές, και αυτά όμως, πιτσιλισμένα με μπογιά. Και ο γκραφιτάς και ο επόμενος Van Gogh, να ακούνε από τους γονείς τους ότι αυτό που κάνουν δεν έχει κανένα νόημα και αξία, πως ο κόσμος δεν νοιάζεται για το τι έχουν να πουν και να βάψουν αυτοί. Τα αποτυπώματα της ανθρωπότητας και της αναμφισβήτητα χαοτικής και επαναστατικής της φύσης όμως, λένε το αντίθετο.

Πολλοί λένε ότι ο άνθρωπος πεθαίνει δύο φορές. Μία όταν πεθαίνει το σώμα, και μία όταν ξεχνιέται εντελώς το άτομο, και σβήνει η μνήμη του και κάθε απόδειξη ότι αυτός κάποτε υπήρχε. Σε μια τέτοια προσπάθεια να μείνουν αξέχαστοι, οι άνθρωποι περνάνε κάθε όριο, καταπατάνε και σπάνε κάθε κανόνα, ξεπερνάμε ότι μας έχουν μάθει οι γονείς μας, αγνοούμε τους κανόνες, ώστε να αφήσουμε το σημάδι μας σε αυτόν τον κόσμο.

Μέσω κάθε τέτοιας κίνησης, είτε είναι ένα λυκειόπαιδο που χάραξε το όνομα του δίπλα σε αυτό της αγαπημένης του στο σχολικό του θρανίο, είτε είναι ο τουρίστας που έγραψε «I was here» με ανεξίτηλο μαρκαδόρο στο παγκάκι της πλατείας, είτε είναι ο φοιτητής που έχει γίνει γνωστός στο τμήμα επειδή δε σταματά να κάνει spray paint τους τοίχους του παλιού του σχολείου με το τότε διάσημο παρατσούκλι του, ο καλλιτέχνης που υπογράφει κάθε έργο του με το όνομα του, ο μουσικός που φωνάζει σε ένα μικρόφωνο για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει μπροστά σε χιλιάδες άλλους ανθρώπους που περνάνε το ίδιο πράγμα, και φωνάζουν πίσω σε αυτόν ακόμα δυνατότερα, είτε είναι η κοπέλα που τόλμησε και φόρεσε παντελόνι αντί για φόρεμα πριν 80 χρόνια, είτε είναι ο ατρόμητος επαναστάτης που ουρλιάζει συνθήματα σε μια πορεία, είτε είναι οι πρώτοι άνθρωποι αυτού του πλανήτη, χαράζοντας και ζωγραφίζοντας τις ζωές τους πάνω στην πέτρα της σπηλιάς τους, είτε είναι οι μητέρες αυτών των σπηλιών που σήκωσαν τα μωρά τους ψηλά ώστε το αποτύπωμα του χεριού τους να φτάσει και αυτό την κορυφή του τοίχου, κάθε άνθρωπος σε αυτή τη γη, κρυφά ή φανερά, γνωστά ή άγνωστα, μοιράζεται την ίδια ανάγκη και επιθυμία να αφήσει το σημάδι του σε αυτόν τον σάπιο κόσμο. Και αυτή η πράξη, αυτή η κραυγή του «Εγώ ήμουν εδώ.», συνεχίζει και ηχεί ακατάπαυστα εδώ και χρόνια, δεκαετίες, αιώνες. Όσοι νόμοι και να βγουν, όσες βρισιές και να πεταχτούν, όσες φορές και να καλυφθεί το έργο, η ανθρώπινη φύση θα μένει ίδια, παγωμένη και αυτή στον χρόνο, όπως αυτές οι ζωγραφιές στη Πομπηία. Όσο διαφορετικοί, μοναδικοί και αντίθετοι να είμαστε, όλοι μας ως άνθρωποι, παραμένουμε ίδιοι βαθιά στην πάστα, όλοι μας αναζητούμε αγάπη, αναγνώριση και φροντίδα. Για πολλούς, αυτό τους το έδωσαν άνθρωποι. Για άλλους, αυτό τους το πρόσφερε η τέχνη. Το χρώμα, είτε είναι στύλος, πινέλο, σπρέι, ή κραυγή, μας προσφέρει το ίδιο πράγμα. Τη διέξοδο, τη φυγή και την έκφραση. Μια ρωγμή στο γκρίζο τσιμέντο, αποκαλύπτοντας χρώματα και σχήματα μπλεγμένα μαζί, είναι σαν το αδάμαστο ανθρώπινο πνεύμα, που συνεχίζει και παλεύει ενάντια σε κάθε καταπιεστική δύναμη, σε κάθε καθεστώς, σε κάθε αυστηρό γονέα, σε κάθε θυμωμένο καθηγητή, σε κάθε σκληρή κοινωνία, η τέχνη και η επανάσταση μας κρατά ζωντανούς και μας δίνει σκοπό για ζωή, μας προσφέρει έναν λόγο να συνεχίσουμε, όταν πολλές φορές δε φαίνεται να βρίσκουμε κάποιον. Το γκράφιτι είναι πολλά παραπάνω από μουτζούρες, είναι πολλά παραπάνω από ένα τρεντ ή μία «χαζομάρα των νέων», είναι ένα καθαρό παράδειγμα της ατσαλένιας και τόσο ανθεκτικής ανθρώπινης ψυχής, το αδάμαστο πνεύμα των ανθρώπων, που παραμένει ίδιο ό,τι και να συμβεί, προσπαθώντας ασταμάτητα να παγιδεύσει στιγμές, αναμνήσεις, ιδέες και αισθήματα στον χρόνο. Και αφού δεν μπορεί να το κάνει αυτό, τις παγώνει στον χώρο. Στο τετράδιο, στο θρανίο, στο παγκάκι, στον καμβά, στον τοίχο. Γιατί το πιο καθοριστικό χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας, μοντέρνας και αρχαίας, είναι η ακατάπαυστη και απαρηγόρητη ανάγκη να μείνουμε αξέχαστοι.

Nikkita – ΤΜΗΜΑ Α3

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης