Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα όμορφο χωριό ζούσε ένα φτωχό κοριτσάκι που το λέγανε Μπέλλα. Η Μπέλλα πήγαινε Δ΄ τάξη. Το σχολείο της κάθε χρόνο διοργάνωνε έναν πολύ εντυπωσιακό αποκριάτικο χορό.
Η Μπέλλα ήθελε φέτος να πάει σε αυτόν τον αποκριάτικο χορό, κάτι που δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα, επειδή δεν είχε ποτέ της μία αποκριάτικη στολή. Φέτος, όμως, αποφάσισε να βρει πράγματα για να φτιάξει μόνη της τη στολή της και να πάει στο χορό. Έτσι, στο δρόμο, όποτε γυρνούσε από το σχολείο της, πάντα είχε τα μάτια της ανοιχτά. Αν έβρισκε κάτι που να της κινούσε το ενδιαφέρον, το έπαιρνε μαζί της.
Μια μέρα, λοιπόν εκτός από τα διάφορα ρούχα και υφάσματα που είχε μαζέψει, βρήκε και ένα όμορφο αρκουδάκι, με έναν τεράστιο φιόγκο στο λαιμό, γλυκά πατουσάκια με μία καρδιά στη μέση και μία εντυπωσιακή καρναβαλίστικη μάσκα. Τότε είπε δυνατά:
- Αυτό το αρκουδάκι είναι για μένα …!
Με μιας πήρε το αρκουδάκι στην αγκαλιά της και άρχισε αμέσως να ψάχνει πώς θα τον ονομάσει.
- Ααααα! Το βρήκα! «Γλύκα» θα το πω!
Την επόμενη μέρα και ενώ ήταν πολύ ενθουσιασμένη με τον νέο της φίλο, είπε στις φίλες της στο σχολείο πόση πολύ μεγάλη έμπνευση της δίνει το αρκουδάκι για να φτιάξει το φόρεμα για τον χορό. Μία φίλη της, όμως, η Φρουφρού, φαίνεται να ζήλεψε το φόρεμο που θα έφτιαχνε, παρόλο που η ίδια είχε πολλά.
Μόλις νύχτωσε, η Μπέλλα έπεσε να κοιμηθεί. Τότε συνέβη κάτι τρομερό! Από το παράθυρο του σπιτιού της μπήκε ξαφνικά η Φρουφρού. Η Φρουφρού άρχισε να ψάχνει σαν τρελή το φόρεμα για να το κλέψει, ώστε να μην μπορέσει να πάει η Μπέλλα στο χορό. Τη στιγμή που η Φρουφρού ήταν έτοιμη να αρπάξει το φόρεμα, ο Γλύκας ζωντάνεψε, όρμησε κατά πάνω της και άρχισε να το τραβάει. Η Φρουφρού τρόμαξε τόσο πολύ που το αρκουδάκι ζωντάνεψε και άρχισε να τρέχει μακριά.
Το άλλο πρωί, επειδή η Φρουφρού είχε νευριάσει με αυτό που είχε συμβεί, ήθελε να πάρει εκδίκηση. Τότε αποφάσισε να δώσει στην Μπέλλα κάτι μαγικά παπούτσια που είχαν την ιδιότητα όποιος τα φοράει να τον κάνουν να μην μπορεί να σταματήσει να χορεύει.
Όταν χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα, η Φρουφρού πλησίασε την Μπέλλα:
- Σου έχω ετοιμάσει κάτι υπέροχα παπούτσια που ταιριάζουν με το φόρεμά σου, είπε η Φρουφρου.
- Εσύ πώς ξέρεις πώς είναι το φόρεμά μου; απόρησε η Μπέλλα.
- Αφού στο σχολείο μας το είχες περιγράψει, δε θυμάσαι; δικαιολογήθηκε η Φρουφρού.
- Α!…. συγνώμη! Ό,τι πεις! Ευχαριστώ για τα παπούτσια!
Για καλή της τύχη η Μπέλλα από την ανυπομονησία της θέλησε να δοκιμάσει το ίδιο βράδυ τα παπούτσια, για να δει πώς ταιριάζουν με το φόρεμα. Τότε, συνειδητοποίησε ότι τα παπούτσια ήταν μαγεμένα και την έκαναν να χορεύει ασταμάτητα. Δυσκολευόταν τόσο πολύ και δεν μπορούσε ούτε να τα βγάλει, ώσπου άρχισε να κλαίει. Εκείνη τη στιγμή το αρκουδάκι για άλλη μία φορά ζωντάνεψε, πλησίασε την Μπέλλα και της ψιθύρισε να μη στεναχωριέται. Η Μπέλλα σήκωσε το κεφάλι της και είδε το αρκουδάκι δίπλα της να της μιλάει. Δεν πίστευε στα μάτια της! Γρήγορα, όμως, χαμογέλασε και χάρηκε που είχε έναν λούτρινο «αληθινό» φίλο. Ο Γλύκας τη βοήθησε να βγάλει τα παπούτσια και της είπε πως μπορεί να ζωντανεύει μόνο όταν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα και τον έχει ανάγκη.
Το επόμενο πρωινό η Μπέλλα ξύπνησε μπερδεμένη. Από τη μία ήταν χαρούμενη για τον χορό, από την άλλη είχε στεναχωρηθεί πολύ με τα μαγεμένα παπούτσια. Πήγε, λοιπόν, στο σχολείο και έψαχνε να βρει τη Φρουφρού για να της δώσει πίσω τα παπούτσια. Όταν τη βρήκε, η Φρουφρού έκανε την έκπληκτη και είπε στη Μπέλλα πως ούτε η ίδια γνώριζε ότι τα παπούτσια ήταν μαγεμένα. Έτσι, για να τη συγχωρέσει της υποσχέθηκε να πάει να την πάρει από το σπίτι της με το αυτοκίνητο της μαμάς της, καθώς ήταν λίγο μακριά το μέρος που θα γινόταν ο χορός. Η Μπέλλα που ήταν τόσο αθώα, πάλι έπεσε στην παγίδα της και πίστεψε τη Φρουφρού.
Ήρθε, λοιπόν, το βράδυ και η Μπέλλα άρχισε να ετοιμάζεται για τον καρναβαλίστικο χορό. Φόρεσε το φόρεμα που είχε φτιάξει μόνη της. Το φόρεμα θα την μεταμόρφωνε σε πριγκίπισσα. Ήταν χρώματος μωβ με αρκετές ραφές και κορδέλες που κρέμονταν. Από ένα σκληρό χαρτόνι είχε καταφέρει να φτιάξει ένα ωραίο στέμμα. Καθώς, όμως, η ώρα πλησίαζε, δεν έβλεπε πουθενά τη Φρουφρού. Άρχισε να ανησυχεί γιατί πλησίαζε η ώρα έναρξης του χορού και τότε κατάλαβε πως η Φρουφρού για ακόμα μία φορά την ξεγέλασε. Τότε στεναχωρημένη και απογοητευμένη όπως ήταν πήρε αγκαλιά τον Γλύκα. Αυτός, αμέσως, ζωντάνεψε στην αγκαλιά της και της είπε πως θα καταφέρει να την πάει στον χορό. Ο Γλύκας είχε στο χέρι του μία μαγική καραμέλα την οποία μόλις την έφαγε έγινε φουσκωτός και πάρα πολύ μεγάλος. Ίσα που χωρούσε στο σπίτι. Πήρε, λοιπόν, την Μπέλλα στην αγκαλιά του και πέταξαν μέχρι το μέρος που θα γινόταν ο χορός;.
Η Μπέλλα είχε καταφέρει να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα! Δεν την ένοιαξε τίποτε άλλο παρά μόνο να χορέψει και να διασκεδάσει στον αποκριάτικο χορό! Με τον νέο της φίλο στην αγκαλιά χόρευε όλο το βράδυ!
Ομάδα εργασίας: Ειρήνη Αρμουτσή, Χριστίνα Φώτου – Δ΄ τάξη


