Ο Άγιος Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου 1929. Εκεί ζούσε ο Άγιος Αρσένιος ο οποίος έφτιαξε μία ορθόδοξη μικρή εστία Ελληνισμού στα βάθη της Μικράς Ασίας. Ο πατέρας του Αγίου Παΐσιου ήταν ο Πρόδρομος Εζνεπίδης, ο οποίος ήταν πρόεδρος του χωρίου, ενώ η μητέρα του ήταν η Ευλογία. Ο γέροντας Παΐσιος γεννήθηκε την εποχή του ξεριζωμού των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία. Λίγες μέρες μετά τον ξεριζωμό, ο Άγιος Αρσένιος βάφτισε τον Άγιο Παΐσιο όπως και όλα τα παιδιά του χωριού. Ο Άγιος Αρσένιος προβλέποντας ότι ο Άγιος Παΐσιος θα γίνει καλόγερος, δεν του έδωσε το όνομα που ήθελαν οι γονείς του αλλά το δικό του όνομα, λέγοντας: «εσείς καλά θέλετε να αφήσετε έναν άνθρωπο στο πόδι σας, εγώ δεν θέλω να αφήσω καλόγερο στο πόδι μου;»
Η οικογένεια του μικρού Αρσένιου εγκαταστάθηκε με μεγάλη ταλαιπωρία στην Κόνιτσα της Ηπείρου. Όταν έμαθε να διαβάζει, άρχισε να μελετάει το Ευαγγέλιο και τα Συναξάρια των Αγίων. Τα καλύτερά του χρόνια ήταν από τα δέκα έως τα δεκαέξι του χρόνια.
Ένας συμπατριώτης του του είπε κάποτε πως δεν είναι αληθινός ο Θεός και ο Χριστός. Ο μικρός Αρσένιος μπερδεμένος έτρεξε στο εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας και εκεί του φανερώθηκε ο Χριστός και του είπε: «Εγώ είμαι η Ανάσταση και η ζωή».
Κατά τη διάρκεια του πολέμου 1940 -1944 του συνέβησαν πολλά θαύματα.
29 ετών πήγε στο Άγιο Όρος για να γίνει μοναχός.
Σαν νέος μοναχός ονομαζόταν Αρσένιος, έκανε άσκηση και τηρούσε την υπακοή. Επίσης, βοηθούσε με μεγάλη προθυμία τον Ηγούμενό του και κάθε αδερφό που χρειαζόταν βοήθεια. Όσο το έκανε αυτό, είχε μόνο μία ώρα στο εικοσιτετράωρο για ανάπαυση. Η καρδιά του όμως ήταν πολύ πιστή στο Θεό και τους μοναχούς. Σε αυτό το κοινόβιο έζησε τρία χρόνια. Μέσα σε αυτά τα χρόνια, μία νύχτα που προσευχόταν όρθιος, ξαφνικά ένα ουράνιο φως τον περιέλουσε. Γλυκά δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα και τον πλημμύρισε μία θεία αγαλλίαση. Μετά από τρία χρόνια υπακοής, πήρε ευλογία από τον Ηγούμενο για να αναχωρήσει για την έρημο και να ζήσει εκεί μία ησυχαστική ζωή. Συνάντησε, όμως, εμπόδια από τον αντιπρόσωπο της Μονής Εσφιγμένου, ο οποίος δεν ήθελε να φύγει ένας τόσο καλός και χρήσιμος μοναχός. Τότε, ο ενάρετος γέροντας Κύριλλος, που τον είχε δεχθεί ως υποτακτικό, τον συμβούλεψε να πάει στη Μονή Φιλοθέου. Εκεί ζούσε ο Φαρισιώτης και συγγενής του, Προηγούμενος Συμεών. Του είπε ότι εκεί θα μπορούσε να ζήσει ασκητικά και ήσυχα, ενώ ο ίδιος θα τον παρακολουθούσε.
Το 1956 πήγε στη Μονή Φιλοθέου όπου εκεί τον ονόμασαν Παΐσιο. Στη Μονή δούλεψε πολύ σκληρά, δεν έτρωγε σωστά αλλά τρεφόταν πνευματικά και ήθελε πολύ να ζήσει ερημική ζωή. Όμως, του φανερώθηκε η Παναγία και του είπε να πάει στην πατρίδα του την Κόνιτσα και συγκεκριμένα στη Μονή Στομίου. Πήγε εκεί και έμεινε στο Μοναστήρι 4 χρόνια. Το μοναστήρι ήταν αφιερωμένο στην Παναγία και ο Άγιος Παΐσιος το ανακαίνισε. Επίσης, το διάστημα αυτό έφερε πίσω στην Ορθοδοξία 80 οικογένειες που είχαν γίνει προτεστάντες. Κάποιοι αναρωτιόντουσαν πώς ζούσε ο γέροντας με λίγο μόνο τσάι και παξιμάδι.
Αφού ολοκλήρωσε το έργο αυτό κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει από το περιβόλι της Παναγίας και γι’ αυτό προσευχήθηκε στον Θεό για του πει τον επόμενο προορισμό τους.
Το 1962 πήγε στο Όρος Σινά και συγκεκριμένα στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης όπου εκεί ασκήτευσε. Κατά τη διάρκεια που ήταν εκεί προσπαθούσε να βοηθήσει τους Βεδουίνους. Επειδή όμως είχε προβλήματα υγείας, έφυγε από το Σινά και πήγε στο Άγιο Όρος. Εκεί του είπαν να πάει στη Θεσσαλονίκη για χειρουργείο. Χρειάστηκε να του χορηγήσουν αίμα, γι’ αυτό οι Αδερφές που ίδρυσαν το μοναστήρι στη Σουρωτή του δώρισαν το αίμα τους.
Μετά πήγε πάλι στο Άγιο Όρος . Η υγεία του όμως χειροτέρευσε συνεχώς αλλά ο Θεός τον φώτιζε και τον παρηγορούσε. Επίσης, ο Άγιος Παΐσιος έβαλε τις πνευματικές βάσεις για να μετατραπεί η Μονή Σταυρονικήτα σε κοινοβιακή.
Ο πάτερ Παΐσιος φρόντισε τον Παπα-Τύχων στις τελευταίες μέρες της ζωής του. Αυτές τις μέρες ο Παπα-Τύχων του ζήτησε να μείνει στο κελί του όπου εκεί έμεινε ο Παΐσιος για 10 χρόνια.
Ο πάτερ Παΐσιος δεν ήθελε τη δημοσιότητα αλλά η θέληση του Θεού ήταν διαφορετική. Τα 24 τελευταία χρόνια έμεινε στο κελί Παναγούδα.
Όμως τις τελευταίες μέρες της ζωής του έμεινε στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη στην Σουρωτή.
Κοιμήθηκε στις 19 Ιουλίου 1994.
Πηγές:
Γιώργος Κουνουπάκης – Δ΄ τάξη








