<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	xmlns:series="http://organizeseries.com/"
	>

<channel>
	<title>ΠασατέμποςΔικές μας Ιστορίες – Πασατέμπος</title>
	<atom:link href="https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?cat=26&#038;feed=rss2" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos</link>
	<description>Schoolpress</description>
	<lastBuildDate>Mon, 21 Mar 2022 09:12:16 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	
		<item>
		<title>ΧΙΝΟΠΩΡΟ</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=642</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=642#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 21 Mar 2022 09:12:16 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Οι μικροί μας δημοσιογράφοι</dc:creator>
				<category><![CDATA[Δικές μας Ιστορίες]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=642</guid>
		<description><![CDATA[Συντάκτης:  Χειμωνανθός &#160; Οι αέρηδες φυσομανούσαν τόσο, που έβγαινε η ψυχή και τα σωθικά τους όξω  και χαμοκυλούσαν πάνω στις [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Συντάκτης:  <b>Χειμωνανθός</b></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Οι αέρηδες φυσομανούσαν τόσο, που έβγαινε η ψυχή και τα σωθικά τους όξω  και χαμοκυλούσαν πάνω στις στράτες και στα στενά καλντερίμια. Έπαιρναν και ξοστράκιζαν τον ήλιο και τις ζέστες του που έφερναν μεγάλες κάψες κι όλοι καψαλίζονταν, όλες οι πέτρες στα στενορύμια, και ρυάκια καυτού ιδρώτα ήταν τότε περιχυμένα σε ολονών το πρόσωπο. Κι  αφού ο ήλιος αλάργαινε, έρχονταν κουτρουβαλίζοντας τα αστραποβρόντια , να ιδούν ποιο θα φτάσει πρώτο κι έριχναν νεροποντές  μπόλικες με το τσουβάλι.  Άρπαχναν  κι ένα γεροντάκι λεπτό σαν φτερό,  με ένα σουραύλι στο  χέρι του και τον  ανεμοσκόρπιζαν  μες στα χαντάκια. Έκανε αμάν να σηκωθεί και να πάει τρεμοπατώντας   κάπου να χωθεί.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Όλοι σφάλισαν τα παραθύρια και κλείστηκαν στα χαμόσπιτά τους, μονάχα ο φαφούτικος γέρος,  ζητιάνος καταπώς τον έβλεπες, καθόταν ανακούρκουδα και πότε διπλογονατισμένος , σε ένα ήσυχο, απαγκερό μέρος. Πού να πήγαινε κι ο δόλιος.</p>
<p>Είχε  τραγίσια ροζιασμένα χείλη , τσίνουρα μάτια,  ψαρό μαλλί που όλο μάδαγε  και κάτι αχαμνές χερούκλες που όλο τρέμανε. Ο γέρο ζητιάνος καμπουράκος, στραβοκάνης και μαραγκιασμένος  ήταν με τα κόκκαλά του  να εξοκείλουν όξω από τους ώμους του. Το πετσί του ήταν μαυριδερό και κιτρινιασμένο  και το πουτούρι πάνω του ήταν σαν σακί.  Βάσταγε στις μακριές χερούκλες  του ένα σουραύλι  κι όλο αρχίναε  το τραγούδι μα όλο το κοβε, δεν του κανε.  Ύστερα έπιανε ένα μάτσο   μουσμουλόφυλλα κι αράδιαζε λίγες λέξεις, κι το τύλιγε σε ένα αντερί  , που κάποτε είχε βρει, μην του βραχεί.</p>
<p>Αφηνόταν όμως και λίγο στη βροχή να βρέχεται ,απελπισμένος που ήταν για τη ζωή του,  να τον μουσκεύουν τα δρολάπια και τα ανεμοβόρια , μα του μούλιασε ένα ξεροκόμματο μπομπότα  που βάσταγε, κι άρχισε να το μοιρολογά. Άπλωνε που και που τις μακριές χερούκλες του και φώναζε κατά τον ουρανό.</p>
<p>« Θεέ γιατί με τυραγνάς ; Πάρε με   αλλιώς στείλε τον χάρο. Γρηγορότερα θα έρθει»</p>
<p>Μα ύστερα μετάνιωνε, γιατί      αυτό που με κόπο έγραφε ήθελε να το τελειώσει.  Κι αν τύχαινε να περάσει και κανένας  από κει,  τρελό τον ανέβαζε και έκανε τον σταυρό του.</p>
<p>Ο άνεμος είχε ξεριζώσει τα φύλλα από τα κλαδιά τους, που τώρα πεσμένα ταξίδευαν , άλλα πάλι ακούνητα κοιμόντουσαν καθώς  τα είχε ήδη καταπλακώσει  το νοτισμένο χώμα. Έφτιαξε  ο γέρος ζητιάνος μια στρωματσάδα όπως όπως , και ξαπλώθηκε χάμου.  Το βαρύ πέπλο του σκοταδιού έγερνε προς τα κάτω  , κουράστηκε κι αυτό από τις φρικαλεότητες του κόσμου  ,  σκέφτηκε  να πέσει να  σκεπάσει τους ανθρώπους , μα ύστερα δεν θα είχε συντροφιά και τα παράτησε.</p>
<p>.   Το φεγγάρι αχνοφαινόταν  κι κρεμόταν σαν ξυλοκάρφι μετέωρο από τον ουρανό κι όλα τα αστέρια σμάριαζαν τρόγυρά του. Κι είχε τότε μια αστροφεγγιά , που δε φαινόταν και πολύ, μα ας είναι. Σου ‘ κλεβε την καρδιά.</p>
<p>Κι όλα τα σπίτια φεγγαρολούζουνταν , μα έρχονταν  πάλε τότε σφοδρές μπουνάτσες και τραμουντάνες κι όλα τα εσκόρπιζαν, μαζί με το φεγγάρι κι όλη την αγιοσύνη του. Κι έβλεπες τότες κάποιους άμοιρους με σκελεθρωμένα  πρόσωπα, λιγνοκάμωτους που σκούζαν από τη στενοχώρια τους  και ήταν τα χείλη τους ραντισμένα με θλίψη –είχαν αποκάμει τον πόνο. Γιατί πείναγαν, γιατί η σκεπή τους είχε ξερχαβαλωθεί  , το μάτσο παλιόκλαδα  στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, είχαν πια μουλιάσει και σαπίσει, το πετρόχωμα είχε διαλυθεί κι έτσι ξεστέγαστα θα έμεναν και πάλι τα παιδιά τους.</p>
<p>«Άι σιχτίρ» φώναζαν  , βάβιζαν και τα σοκακόσκυλα, μα οι φωνές τους περιπλέκονταν  και χάνονταν από τον απόηχο της βροχής και τις σύσμιχτες βουές του παλιόκαιρου με τα διαβολοσκορπίσματά του</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Σαν ξεμύτισε ο ήλιος από την βουνοκορφή και φωτίστηκε όλη η πλάση , ξύπνησε κι ο γέρος και πήγε κούτσα κούτσα να καθίσει κάτω από μια γκορτσιά, που μισό αιώνα και τον συντροφεύει, αντίκρυ από κάτι μικροκάμωτα σπιτάκια κι έπιασε να μασουλά λίγα σαπισμένα αχλάδια .</p>
<p>Κάτι λιανοπαίδια , ξυπόλυτα, που διπλοκαμπάνιζε η καρδιά τους από την πείνα, στέκονταν  στα ακράνυχά τους , όξω από τα παραθυρόφυλλα  και ανοιγοσφαλνούσαν τα στραβοχειλιασμένα  στόματά τους  και ζήταγαν φαί , δυο παρτσάδια ψωμί  και ένα λαγήνι νερό.</p>
<p>“Aι σιχτίρ μολεύετε τον τόπο, σύρτε μην σας βλέπω γιατί κριματίζουμαι!” τους έλεγαν κάποιοι τους πέταγαν και πεσκίρια για να τα ντροπιάσουν, τα πετροβολούσαν  μα άλλοι τα σπλαχνίζονταν και έβαζαν στα αχαμνά χεράκια τους λίγες βουκιές κριθαρένιο μαύρο ψωμί.  Κι αυτά ευχαριστιόνταν, μα ένα ψωμί πώς να χορτάσει την τουμπανισμένη κοιλίτσα τους. Έπαιρναν λοιπόν τον κουλουρτζή στο κατόπι κι αυτός τους κυνήγαγε καταπόδας , μα αν ήταν στις καλές του, τους χέρωνε και λίγα κουλούρια.</p>
<p>Ο γέρος ζητιάνος ανάβραζε από τον θυμό του σαν έβλεπε να τα πετροβολούν , κι τρέχοντας, όσο βαστούσαν τα πόδια του, έμπαινε στη μέση κι έτρωγε αυτός τις πέτρες, που τον  μαστίγωναν σαν βόλια.  Ματωμένος πλενόταν σε ένα παραπόταμο , μέσα σε κακοτοπιές και έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Και τα δάκρυα τρέχανε, γέμιζαν το ποτάμι.</p>
<p>Κι ύστερα, σαν απόκαμε και η βροχή, πλάγιασε σε ένα μεντέρι και λαγοκοιμήθηκε. Κι ο ήλιος σπιρούνισε τις αχτίδες του να κάμουν πιο γοργά, να φτάσουν γρήγορα στης Γης , να ζεστάνουν, να ζεστάνουν και τους ανθρώπους, που πόνος και κρύο τους είχε καταφάει τα σπλάχνα. Κι έπιασε να καψαλίζει τις πέτρες και τα χαλίκια να ζεματάνε λίγο. Βγήκε τότε και το παιδομάνι όξω και έπαιζε να χορτάσει ,  έτρεχαν ξεχάσκωτα στα χωράφια και στις μεσαριές , άλλοι κλωθογύριζαν  ρέμπελα από εδώ κι από εκεί  κι άλλοι το έριχναν στην τεμπελιά και το ραχάτι.  Βούλιαζαν  και οι πατούσες τους στο ανήλιαγο χώμα και στις λασπαριές.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Και πάλι έπεσε ο ήλιος  σε λήθαργο και βγήκε σεργιάνι η βροχή, που βαριόχνωτη έπεφτε.  Κι πάλι κόπηκαν με δίκοπο μαχαίρι οι λαλιές των πουλιών και τα γλυκομουρμουρητά τους . Κι όλα έπαψαν, παρά μόνο ο αγέρας φύσαγε σαν τον διάβολο ,  τα γροικίσματα  των ανθρώπων και το κλάμα ενός μωρού.  Μα τώρα έπαψε και το μωρό-φοβήθηκε μάλλον τον διάβολο.</p>
<p>Ένα σοκακόπαιδο, με αδρά κατσαρά μαλλιά, βάδιζε βαρυκαρδισμένος στο λιθίοστρωτο, γογγώντας. Ήταν μακροκάλαμο μα πετσί δεν είχε διόλου. Ένα σακί κόκκαλα ήταν , με ένα δέρμα ξεφλουδισμένο από τον ήλιο και σακουλιασμένο.   Τα πουτούρια πάνω του έπεφταν βαριά. Το απανωκόρμι του ήταν ξεχάσκωτο να παίρνει αέρα.</p>
<p>« Τι έχεις τζιέρι μου ;»</p>
<p>Το παιδί γύρισε κι είδε έναν γέρο με καταμουστωμένα τα χείλη του να μασουλάει σαπισμένα φρούτα και δυο  βουκιές κριγιάσι. Το παιδί τον πλησίασε.</p>
<p>« Μην κλαις τζορμπατζή μου. Πάρε λίγα σύκα και σταφύλια.</p>
<p>Το παιδί άπλωσε την απαλάμη του και φούχτωσε μερικά.</p>
<p>« Πώς σε λένε παιδί  μου;»</p>
<p>« Δεν έχω όνομα. Δεν..»</p>
<p>« Έννοια σου . Θα σε λέω Γκέκα.  Έτσι λέγανε και το παππού μου. Σ’ αρέσει;»</p>
<p>Ο Γκέκας χαμογέλασε. « Μ ΄αρέσει…»</p>
<p>« Κι για πε μου, τι έχει βρε σεβντά μου κι κλαίεσαι. Μπα και σε πείραξε κανένας, πε μου εμένα και θα τον καταχερίσω.»</p>
<p>« Όχι παππού κανένας.  Μόνο δεν έχω σπίτι, μάνα και πεινώ.»</p>
<p>Ο παππούς σκοτείνιασε. « Μια από τα ίδια γιαβρούδι μου.»</p>
<p>Σώπασαν για λίγο. Μύριζε καβουρμάς και αναγουλιαστικές μυρουδιές  τους τρύπωναν τα ρουθούνια απ’ τα αντικρινά μικροκάμωτα  σπιτοκάλυβα.</p>
<p>Ο παππούς έβγαλε το μάτσο του μουσμουλόφυλλα κι άρχισε να γράφει.</p>
<p>« Τι γράφεις εκεί παππού;»</p>
<p>« Μια ιστορία Γκέκα μου. « ψέλλισε αδύναμα.</p>
<p>« Τι ιστορία παππού;»</p>
<p>« Της ζωής μου» και το κοίταξε πονώντας.</p>
<p>Το παιδί του χαμογέλασε.  «Την τελειώνεις;»</p>
<p>« Θα… Θα τελειώσει σαν πεθάνω. Μα, έννοια σου Γκέκα μου. Δεν θα πεθάνω εγώ γρήγορα. Τώρα… τώρα που βρήκα κάποιον , δε , δε θα πεθάνω» Και κοίταξε προς τον ουρανό.</p>
<p>Σιωπή απλώθηκε ξανά για λίγο, μονάχα  οι λέξεις στο φύλλο έκαναν θόρυβο.</p>
<p>« Δε μου λε γιαραμπή μου» είπε έπειτα ο παππούς «κάτω η πέρα στους κατωμαχαλάδες έχω ένα χαμόσπιτο από ξύλα σιασμένο. Μόνος μου το φτιαξα!» είπε ο παππούς  κι χάρηκε με το κατόρθωμά του. « Δε μου λες, δεν έρχεσαι κει κάτω; Έχω έναν φίλο, φαί θα έχουμε από δαύτον, μόνο κι αυτός φτωχός είναι και μου δίνει λίγο.  Θ α τα πορέψομε  όμως. Τι λες τζιέρι μου;»</p>
<p>Το παιδί σαν να φωτίστηκε το πρόσωπό του κι ένα χαμόγελο αγκιστρώθηκε  στο πρόσωπό του. Ύστερα σώπασαν πάλι.</p>
<p>« Δε μου λες, παππού πώς τον λένε αυτόν τον διαβολόκαιρο;»</p>
<p>« Χινόπωρο. Χινόπωρο τον λένε »</p>
<p>« Χινόπωρο ; Στον αγύριστο!»</p>
<p>Ο παππούς γέλασε. « Εμένα μ’ αρέσει. Δε μυρίζεις τη μυρουδιά του νοτισμένου χώματος τι ωραία που ναι!» Ο γέρος τρύγησε μια ρόγα. « Και τα φουρφουρίσματα των φύλλων. «</p>
<p>« Καλά λες παππού.»</p>
<p>Κι αρχίσανε να γελάνε. Κι έπειτα, πήραν τον κατήφορο και χάθηκαν στο απογύρισμα του δρόμου.</p>
<p>«Χινόπωρο!» φώναζαν και γελοκαμώνονταν.</p>
<p>Μα σαν βαρέθηκε ο χάρος, βγήκε σεργιάνι  κει στα μέρη τους.  Τους είδε δυστυχισμένους , τους είδε αποκαμωμένους κι  είπε να τους κάμει πιο δυστυχείς.   Κρεβατώθηκαν μια εβδομάδα, πόνοι  μαστίγωναν το σαπισμένο σώμα τους και όλο ετρεμούλιαζε. Φαί μήτε  νερό δεν  έβαναν στο στόμα τους και  το σώμα τους όλο πληγές σαν να χε μόλις βγει από μπερντάχι.  Μα κάποτε, σαν να τους άγγιξε ο Θεός, έγιαναν και στάθηκαν πάλι στα πόδια τους.  Πέρασε ο καιρός, έφυγε βιαστικός να πάει να βασανίσει κι άλλους, κι ήρθε  ο χειμώνας.</p>
<p>Μια μέρα, σαν είχε πέσει το δείλι  ο παππούς δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι του.  Πανιασμένος  έτρεξε  ο Γκέκας στο κλινάρι του παππού.  Ο παππούς τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια. Ανάσαινε αγκουσεμένα και  πλαντεμένα .</p>
<p>« Παππού μου… Τι έχεις;»  Οι λέξεις τρέμανε.</p>
<p>Ο παππούς μπουρδούμπιζε, δεν καταλάβαινες τι έλεγε.</p>
<p>« Πιο σιγά παππούλη. Τι , τι έχεις;»</p>
<p>«Την  τέλειωσα»</p>
<p>« Τι, τι τέλειωσες παππού;»</p>
<p>«Την… την ιστορία»</p>
<p>Το αποταχύ,  τα φυλλοκάρδια του παππού σταμάτησαν για πάντα.</p>
<p>Ύστερα  μαύρα σύννεφα ήρθαν κι απλώθηκε σκοτεινιά .</p>
<p>Το απόγιομα,   σαν πήρε ο ήλιος να αλαργαίνει και να χάνεται, άνθισε και η κερασιά τους όξω, μα  δεν πρόλαβε να τη δει ο Γκέκας. Είχε ήδη κλείσει τα ματόφυλλά του , είχε ήδη φύγει μακριά από τη στενοχώρια του.  Κρίμα, κι είχε ανθίσει πρώτη φορά η κερασιά! Μα έπειτα μαράθηκε κι αυτή. Μόνο δύο ανθάκια έμειναν.  Και σιγά σιγά, όλος ο κορμός έγινε γκρίζος, κούφιος και έπειτα σκόνη να πετά στον ουρανό.  Και τότε φύσηξε αγέρας, και τα δύο ανθάκια πήγαν και κατακάθισαν πάνω από το φρέσκο χώμα της αγαπημένης τους γκορτσιάς. Εκεί τους έθαψαν. Κι όλος ο κόσμος τους θυμάται, γιατί τους βρήκαν αγκαλιασμένους.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Συντάκτης:  <b>Χειμωνανθός</b></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?feed=rss2&#038;p=642</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[ΤΕΥΧΟΣ 6]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>ΟΙ  ΜΑΘΗΤΕΣ ΩΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ….</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=635</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=635#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 24 Oct 2021 12:09:48 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Οι μικροί μας δημοσιογράφοι</dc:creator>
				<category><![CDATA[Δικές μας Ιστορίες]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=635</guid>
		<description><![CDATA[&#160; Ο μαθητής της  Γ5 τάξης του σχολείου μας, ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ , με αφορμή τη διδασκαλία του Δημοτικού Τραγουδιού  «ΤΟΥ [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>&nbsp;</p>
<p style="text-align: justify">Ο μαθητής της  Γ5 τάξης του σχολείου μας, <b><span style="text-decoration: underline">ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ</span></b><span style="text-decoration: underline"> <b>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ</b> </span>, με αφορμή τη διδασκαλία του Δημοτικού Τραγουδιού  «ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ » έδωσε ένα διαφορετικό τέλος …..</p>
<p style="text-align: justify">Εκπλήσσεται η Λυγερή , ξεσπά σε κλάματα γοερά ,μα από τον πόνο  , τίποτα δεν τη γλυτώνει… Παίρνει  το μαντήλι της , το μεταξένιο , τα δάκρυα της να σκουπίσει και τα μαύρα υποδήματα απ’ το  συρτάρι βγάζει!  Ντύνεται γοργά-γοργά ,όπως της είπε  το αηδόνι και κατεβαίνει με βήματα βαριά, την πέτρινη τη σκάλα…. Περπατά, στις σκέψεις βυθισμένη και φτάνει στο γεφύρι, όπου ο αγαπημένος της, την προσμένει.</p>
<p style="text-align: justify">«Τη μοίρα κανείς δεν την αλλάζει! Η θυσία σου στο γεφύρι εμπνέει μια γενναιότητα που θα τη θυμούνται οι άνθρωποι για  πολλούς  αιώνες , της ψελλίζει. Η Λυγερή  το ακούει, μα η μοίρα δεν προσμένει άλλο . Το αντιλήφθηκε και αυτή ..και κάνει το πρώτο βήμα .</p>
<p style="text-align: justify">Ξάφνου ένας θόρυβος δυνατός , μια βοή από τα έγκατα της γης , βγαίνει στην επιφάνεια !Ενα φοβερό ταρακούνημα  συγκλονίζει τους πάντες! Δέντρα  ξεριζώνονται, κοτρώνες κόβονται στη μέση .Τρέχει το ζευγάρι να προφυλαχτεί και  βουτάει μέσα στο ποτάμι. Λίγα δευτερόλεπτα βρόντηξε ο εγκέλαδος και θαρρείς πως ήταν ,αιώνας …Το θέαμα τρομάζει. Πάνε τα θεμέλια του γιοφυριού  της Άρτας…. εξαφανίστηκαν, όλα καλύφθηκαν από μια σκόνη και το γεφύρι δε θα κτιστεί ποτέ!</p>
<p style="text-align: justify">Μόνιμο πρόβλημα έμεινε στις επόμενες γενιές  το κτίσιμο του και το ζευγάρι έφυγε να βρει την τύχη του αλλού , μακριά από εκείνο τον καταραμένο τόπο.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?feed=rss2&#038;p=635</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[ΤΕΥΧΟΣ 6]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Μια φανταστική ιστορία&#8230; στη θάλασσα…</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=507</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=507#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 17 Jan 2020 10:32:59 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Οι μικροί μας δημοσιογράφοι</dc:creator>
				<category><![CDATA[Δικές μας Ιστορίες]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=507</guid>
		<description><![CDATA[        Είναι 20 Ιουλίου 1992. Εγώ με τον αδελφό μου ανοιχτήκαμε στην θάλασσα για την συνηθισμένη Κυριακάτικη  βόλτα με το [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify">        Είναι 20 Ιουλίου 1992. Εγώ με τον αδελφό μου ανοιχτήκαμε στην θάλασσα για την συνηθισμένη Κυριακάτικη  βόλτα με το πλοίο της οικογένειας. Όλα πήγαιναν πολύ καλά. Τα δελφίνια και τα ψάρια όλων των ειδών κολυμπούσαν χαρούμενα στα κύματα και εμείς καθόμασταν έξω και αγναντεύαμε τη θάλασσα. Εδώ, στην πόλη μας, όλα είναι όμορφα, γεμάτα ζωντάνια και πολλή χαρά ανάμεσα στους ανθρώπους.</p>
<p style="text-align: justify">    Κάποια στιγμή εγώ και ο αδελφός μου αντικρίσαμε κάτι παράξενο μέσα στη θάλασσα αλλά δεν δώσαμε σημασία. Ύστερα από λίγο όμως καταλάβαμε ότι έπρεπε να περάσουμε μια φουρτούνα. Πανικοβληθήκαμε, αλλά δεν θα καταφέρναμε κάτι. Κατευθείαν γυρίσαμε το πλοίο για να φύγουμε προς το άγνωστο. Ήμασταν σκεπτικοί και προβληματισμένοι για το τι θα συνέβαινε αργότερα, δηλαδή αν θα επιβιώναμε.</p>
<p style="text-align: justify">     Τότε έγινε κάτι παράξενο. Βλέπαμε την φουρτούνα να έρχεται προς το μέρος μας. Γρήγορα ανοίξαμε πανιά και φύγαμε. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που την επόμενη μέρα βρεθήκαμε κάπου παράξενα. Μόλις σηκωθήκαμε και εξερευνήσαμε λίγο το μέρος καταλάβαμε ότι βρισκόμαστε σε ένα ακατοίκητο νησί. Όλο το νησί ήταν πανέμορφο. Υπήρχαν ψηλά δέντρα με μαγικούς καρπούς, μικρά πουλιά  που έπαιζαν χαρούμενα στις φωλιές τους και όλα ήταν μαγευτικά και συναρπαστικά.</p>
<p style="text-align: justify">   Μετά αποφασίσαμε να πάμε στην παραλία να δούμε τι απέγινε το πλοίο μας. Ήταν σε κακή κατάσταση. Το σκεφτήκαμε για λίγο και έτσι καταλήξαμε να φτιάξουμε ένα μικρό σπίτι και να κατοικίσουμε στο νησί.</p>
<p style="text-align: justify">    Τα χρόνια περνούσαν γρήγορα. Μεγαλώναμε σιγά -σιγά και κάποια στιγμή εκεί που καθόμασταν στην παραλία βλέπουμε ένα καράβι να έρχεται προς το μέρος μας. Σηκωθήκαμε απότομα και κοιτάξαμε στην θάλασσα. Ύστερα σηκώσαμε τα χέρια μας για να μας δουν. Μόλις μας είδαν ήρθαν στο νησί αμέσως. Όταν κατέβηκαν από το πλοίο οι επιβάτες και τους είδαμε ήταν οι γονείς μας. Με συγκίνηση τρέξαμε και τους αγκαλιάσαμε και χωρίς δεύτερη σκέψη ανεβήκαμε στο πλοίο και φύγαμε για το σπίτι. Οι γονείς μας, μας είπαν ότι γύρισαν όλο τον κόσμο να μας βρουν αλλά τελικά τα κατάφεραν.</p>
<p style="text-align: justify">    Στο τέλος γυρίσαμε όλοι ασφαλείς και δεν χωριστήκαμε ποτέ ξανά. Ήταν ένα αξέχαστο  ταξίδι που δεν θα ξεχάσω ούτε εγώ ούτε ο αδελφός μου.</p>
<div>
<p style="text-align: right"><i>Βασιλείου Ελένη – Α1</i></p>
</div>
<p style="text-align: justify">
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?feed=rss2&#038;p=507</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[ΤΕΥΧΟΣ 4]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>το σχολείο μου</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=489</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=489#comments</comments>
		<pubDate>Tue, 10 Dec 2019 09:40:05 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Οι μικροί μας δημοσιογράφοι</dc:creator>
				<category><![CDATA[Δικές μας Ιστορίες]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=489</guid>
		<description><![CDATA[Το σχολείο μου είναι το γυμνάσιο Σούδα, ένα επιβλητικό κτίριο. Βρίσκεται στην παραθαλάσσια κωμόπολη την Σούδα, στον κεντρικό δρόμο, δίπλα [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify">Το σχολείο μου είναι το γυμνάσιο Σούδα, ένα επιβλητικό κτίριο. Βρίσκεται στην παραθαλάσσια κωμόπολη την Σούδα, στον κεντρικό δρόμο, δίπλα στο Δημοτικό και απέναντι από το Λύκειο. Πιο συγκεκριμένα κοντά στο  Πολύκεντρο, όπου γίνονται οι διάφορες πνευματικές εκδηλώσεις.</p>
<p style="text-align: justify">Το κεντρικό του διώροφο κτίριο σχηματίζει ένα γάμα. Το χρώμα του είναι σχετικά αδιάφορο, αφού έχει μια περίεργη απόχρωση όπου κυριαρχεί το μπλε και το άσπρο ως γαλακτώδες και έτσι, η εικόνα του σου θυμίζει νοσοκομείο. Και όσο για τα υλικά κατασκευής , το σχολείο μου είναι σχετικά καινούριο, και έτσι δεν είναι χτισμένο από πέτρες ή ξύλα , αλλά από τσιμέντο.</p>
<p style="text-align: justify">    Η αυλή του είναι  περιφραγμένη από ψηλά με μαύρα  σκουριασμένα κάγκελα, που σου προκαλούν την αίσθηση της φυλακής. Παράλληλα, η αυλή μας διαθέτει πολλά μικρά παγκάκια για να ξεκουράζονται οι μαθητές  τα διαλείμματα, καθώς επίσης και παρτέρια με καταπράσινα πεύκα , που ακούγεται το θρόισμα των φύλλων τους, ενώ φυσά ο απαλός αγέρας. Ακόμα, υπάρχουν ένα γήπεδο μπάσκετ και βόλευ και δύο ποδοσφαίρου. Δίπλα στα γήπεδα βρίσκονται τα τραπέζια για πιγκ- πογκ, όπου συχνάζουν συνήθως τα αγόρια εκεί. Τέλος, υπάρχει μια ξύλινη πέργκολα, όπου προφυλάσσονται οι μαθητές τις βροχερές μέρες.</p>
<p style="text-align: justify">Όσο για την εσωτερική του όψη, στο γυμνάσιό μου υπάρχουν πολλές αίθουσες για την διδασκαλία των παιδιών. Ακόμη, διαθέτει επιπλέον αίθουσες  για το μάθημα της τεχνολογίας, των Καλλιτεχνικών, Δανειστική Βιβλιοθήκη και την αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, όπου γίνονται συχνά  πολλές καλλιτεχνικές και πνευματικές εκδηλώσεις . Σε αυτές συμμετέχουν τα παιδιά  αναδεικνύοντας τις ικανότητες τους στη μουσική, στο θέατρο και σε άλλα ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά δρώμενα .</p>
<p style="text-align: justify">Το χρώμα με το οποίο είναι βαμμένο το γυμνάσιο στο εσωτερικό του μέρος , είναι το γαλακτώδες άσπρο  το οποίο κυριαρχεί παντού. Ευτυχώς όμως, σε διάφορα και διάσπαρτα μέρη του γυμνασίου, υπάρχουν περίτεχνες ζωγραφιές ,  με πλούσια και ζεστά χρώματα , όπου δίνουν στον χώρο , ένα καλλιτεχνικό στυλ. Η διακόσμηση των τάξεων  είναι απλή με τον πίνακα να καταλαμβάνει το κύριο μέρος του τοίχου .</p>
<p style="text-align: justify">        Τέλος στο γυμνάσιο βρίσκονται, οι πιο τέλειοι καθηγητές , που σου προσφέρουν γνώσεις,  μέσα  από την υπομονή και την καλοσύνη τους .</p>
<p style="text-align: justify">      Το γυμνάσιο είναι σημαντικό  για την πνευματική ανάπτυξη του παιδιού  καθώς και για τις ωφέλειες, που προσφέρει στον κάθε μαθητή. Μέσα σ ‘ αυτό , ελπίζω να ζήσω αξέχαστες στιγμές  και να το θυμάμαι για πάντα  έτσι όπως είναι. Είμαι υπερήφανη που βρίσκομαι σ ‘ αυτό το γυμνάσιο, διότι ξέρω ότι από εδώ θα φύγω με τις καλύτερες αναμνήσεις.</p>
<p style="text-align: justify">
<p style="text-align: justify" align="center">ΔΑΦΝΗ ΕΥΘΥΜΙΟΥ</p>
<p style="text-align: justify" align="center">Α1 ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΣΟΥΔΑΣ</p>
<p style="text-align: justify" align="center">ΧΑΝΙΑ 08-12-2019</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?feed=rss2&#038;p=489</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[ΤΕΥΧΟΣ 4]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Ο ναυαγός</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=479</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=479#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 09 Dec 2019 12:03:49 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Οι μικροί μας δημοσιογράφοι</dc:creator>
				<category><![CDATA[Δικές μας Ιστορίες]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?p=479</guid>
		<description><![CDATA[Κάποτε σε μια άλλη εποχή, ξεκίνησε το βραδινό καράβι  με μπόλικους επιβάτες από τη Ρόδο προς την Αθήνα. Ήταν Χριστούγεννα, [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: justify">Κάποτε σε μια άλλη εποχή, ξεκίνησε το βραδινό καράβι  με μπόλικους επιβάτες από τη Ρόδο προς την Αθήνα. Ήταν Χριστούγεννα, βλέπετε, και όλοι θα ταξίδευαν. Άλλοι θα πήγαιναν να έβλεπαν γονείς, αδέρφια και διάφορους συγγενείς. Άλλοι θα πήγαιναν διακοπές ή για να περάσουν ένα όμορφο διήμερο ακόμα και τριήμερο ή τετραήμερο. Κανείς δεν ξέρει !</p>
<p style="text-align: justify">Στο πλοίο όλα ήταν πού ήσυχα, χαλαρωτικά και πολύ γιορτινά. Αυτό έκανε τους επιβάτες να μην θέλουν να βγουν από αυτό ή ακόμα  να κάνουν όλη την νύχτα βόλτες γύρω γύρω, μόνο και μόνο για να βλέπουν τον πολύ όμορφο και γιορτινό στολισμό.</p>
<p style="text-align: justify">Εκεί που όλα ήταν υπέροχα και όλοι οι επιβάτες χαρούμενοι, ακούστηκε ένας πολύ δυνατός θόρυβος. Οι άνθρωποι που κοιμόταν ξύπνησαν όλοι ξαφνιασμένοι και τρομαγμένοι και έτρεχαν, για να ρωτήσουν   το πλήρωμα τι είχε συμβεί … Μόνο ένας είχε μείνει πίσω . Ένας άνθρωπος σε μεγάλη και κρίσιμη ηλικία που όμως δεν τρόμαξε καθόλου. Όλοι τρομαγμένοι του φώναζαν να τους ακολουθήσει, αυτός όμως δεν άκουγε τίποτα, όχι επειδή ήταν κουφός ή κάτι τέτοιο απλώς, όταν ήταν πιο νεαρός πριν πολλά χρόνια, είχε ζήσει την εμπειρία   του ναυαγού, μάλιστα  σε εκείνο το ταξίδι είχε χάσει  τη πολυαγαπημένη του γυναίκα! Αυτή η εμπειρία, λοιπόν,  ήταν πολύ δυσάρεστη για εκείνον. ..</p>
<p style="text-align: justify">Μέχρι οι άνθρωποι να τρέξουν για να μάθουν τι γίνεται, η θάλασσα είχε αρχίσει να γίνεται ανήσυχη και τα κύματα όλο και δυνάμωναν. Ηταν σωστή φουρτούνα! Ο καπετάνιος ήταν πολύ ανήσυχος γιατί   είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Όλα τα λαμπάκια ήταν ανοιχτά, οι σειρήνες χτυπούσαν, οι ναύτες   τρομαγμένοι να σταυροκοπιούνται και να κλαίνε. Οι επιβάτες -ακόμα με την απορία- να φωνάζουν θυμωμένοι. Τα μωρά φυσικά να κλαίνε. Όλοι ήταν τρομοκρατημένοι!!</p>
<p style="text-align: justify">Όλοι; Όχι όλοι. Εκτός πάντα από τον ναυαγό. Αυτός  καθόταν στο κρεβάτι του αγκαλιά με ένα κουκλάκι σε σχήμα  δελφινιού, γιατί έλεγε ότι ήταν το τελευταίο πράγμα που ακούμπησε η γυναίκα του. Επίσης έλεγε ότι ήταν το αγαπημένο της ζώο και για αυτό το κρατούσε πάντα μαζί του και σε κάθε ταξίδι που πήγαινε μετά τον θάνατό  της !</p>
<p style="text-align: justify">Μετά  από πολλές ώρες αναμονής από το πλήρωμα αλλά και από επιβάτες , μόλις είχε ξημερώσει, μάθανε  από το μεγάφωνο ότι όλα ήταν καλά και ότι όλα ήταν υπό έλεγχο γιατί απλώς ήταν μια μπόρα που πέρασε !</p>
<p style="text-align: justify">Άραγε  φταίει το τυχερό δελφίνι του ναυαγού ή οι ψύχραιμες ενέργειες του καπετάνιου για την  αποφυγή του ναυαγίου;</p>
<p style="text-align: justify">                                                                                                                                                                                                                        Χριστίνα Βασιλάκη.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/pasatempos/?feed=rss2&#038;p=479</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[ΤΕΥΧΟΣ 4]]></series:name>
	</item>
	</channel>
</rss>
