<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	xmlns:series="http://organizeseries.com/"
	>

<channel>
	<title>ΠιάνοΠιάνο</title>
	<atom:link href="https://schoolpress.sch.gr/piano/feed" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://schoolpress.sch.gr/piano</link>
	<description>Ο Βασιλιάς των οργάνων</description>
	<lastBuildDate>Sat, 15 Feb 2020 05:03:54 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	
		<item>
		<title>Claudio Arrau</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/piano/archives/56</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/piano/archives/56#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 12 Feb 2020 17:15:17 +0000</pubDate>
		<dc:creator>ΚΑΜΠΑΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ</dc:creator>
				<category><![CDATA[Μεγάλοι πιανίστες]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/piano/?p=56</guid>
		<description><![CDATA[Κλαούντιο Αράου Γενικές πληροφορίες Όνομα στη μητρική γλώσσα Claudio Arrau (Ισπανικά) Γέννηση 7  Φεβρουαρίου 1903[1][2][3][4][5][6][7] Τσιλάν Θάνατος 9  Ιουνίου 1991[1][2][3][4][5][6][7] Mürzzuschlag Τόπος ταφής d:Q15696835 Χώρα πολιτογράφησης Χιλή <a class="mh-excerpt-more" href="https://schoolpress.sch.gr/piano/archives/56" title="Claudio Arrau">[...]</a>]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<h1 id="firstHeading"><span style="color: #000000">Κλαούντιο Αράου</span></h1>
<div id="bodyContent">
<div dir="ltr" id="mw-content-text" lang="el">
<div>
<table>
<tbody>
<tr>
<th colspan="2"></th>
</tr>
<tr>
<td colspan="2"><span style="color: #000000"><img alt="Claudio Arrau 3 Allan Warren.jpg" src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/2/26/Claudio_Arrau_3_Allan_Warren.jpg/200px-Claudio_Arrau_3_Allan_Warren.jpg" width="200" height="277" /></span></td>
</tr>
<tr>
<th colspan="2"><span style="color: #000000">Γενικές πληροφορίες</span></th>
</tr>
<tr>
<th scope="row"><span style="color: #000000">Όνομα στη</span><br />
<span style="color: #000000">μητρική γλώσσα</span></th>
<td><span style="color: #000000">Claudio Arrau (Ισπανικά)</span></td>
</tr>
<tr>
<th scope="row"><span style="color: #000000">Γέννηση</span></th>
<td><span style="color: #000000">7  Φεβρουαρίου 1903<sup id="cite_ref-274565d7568c32a4ecb6b04d940e94ee9bcb90b8_1-0">[1]</sup><sup id="cite_ref-d9d007b37f7437f1d8a689d67c3b23b1e0697986_2-0">[2]</sup><sup id="cite_ref-de56d82ed68f19e7cf3b790197a572fcbf0c9dbc_3-0">[3]</sup><sup id="cite_ref-9485c6c8891cbd34056af75d00363af7d4c6cb34_4-0">[4]</sup><sup id="cite_ref-910b8098c7ecab96ed8010790bdfdb232e6244f6_5-0">[5]</sup><sup id="cite_ref-3cebf70d301e030b0432818b1f227bd849f0d5e9_6-0">[6]</sup><sup id="cite_ref-ea51e77c6004ed4c1ef9ce2f02f1b8c31146af34_7-0">[7]</sup></span><br />
<span style="color: #000000">Τσιλάν</span></td>
</tr>
<tr>
<th scope="row"><span style="color: #000000">Θάνατος</span></th>
<td><span style="color: #000000">9  Ιουνίου 1991<sup id="cite_ref-274565d7568c32a4ecb6b04d940e94ee9bcb90b8_1-2">[1]</sup><sup id="cite_ref-d9d007b37f7437f1d8a689d67c3b23b1e0697986_2-2">[2]</sup><sup id="cite_ref-de56d82ed68f19e7cf3b790197a572fcbf0c9dbc_3-2">[3]</sup><sup id="cite_ref-9485c6c8891cbd34056af75d00363af7d4c6cb34_4-2">[4]</sup><sup id="cite_ref-910b8098c7ecab96ed8010790bdfdb232e6244f6_5-2">[5]</sup><sup id="cite_ref-3cebf70d301e030b0432818b1f227bd849f0d5e9_6-2">[6]</sup><sup id="cite_ref-ea51e77c6004ed4c1ef9ce2f02f1b8c31146af34_7-2">[7]</sup></span><br />
<span style="color: #000000">Mürzzuschlag</span></td>
</tr>
<tr>
<th scope="row"><span style="color: #000000">Τόπος ταφής</span></th>
<td><span style="color: #000000">d:Q15696835</span></td>
</tr>
<tr>
<th scope="row"><span style="color: #000000">Χώρα πολιτογράφησης</span></th>
<td><span style="color: #000000">Χιλή</span></td>
</tr>
<tr>
<th scope="row"><span style="color: #000000">Θρησκεία</span></th>
<td><span style="color: #000000">αθεϊσμός</span></td>
</tr>
<tr>
<th colspan="2"><span style="color: #000000">Εκπαίδευση και γλώσσες</span></th>
</tr>
<tr>
<th scope="row"><span style="color: #000000">Σπουδές</span></th>
<td><span style="color: #000000">Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου</span></td>
</tr>
<tr>
<th colspan="2"><span style="color: #000000">Πληροφορίες ασχολίας</span></th>
</tr>
<tr>
<th scope="row"><span style="color: #000000">Ιδιότητα</span></th>
<td><span style="color: #000000">πιανίστας</span><br />
<span style="color: #000000">εκτελεστής παράστασης</span></td>
</tr>
<tr>
<th colspan="2"><span style="color: #000000">Αξιώματα και βραβεύσεις</span></th>
</tr>
<tr>
<th scope="row"><span style="color: #000000">Βραβεύσεις</span></th>
<td><span style="color: #000000">Μεγαλόσταυρος του Τάγματος της Αξίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας</span><br />
<span style="color: #000000">χρυσό μεττάλιο της Βασιλικής Φιλαρμονικής Εταιρείας (1990)</span><br />
<span style="color: #000000">Ταξιάρχης της Λεγεώνας της Τιμής</span><br />
<span style="color: #000000">Hans von Bülow Medal (1978)<sup id="cite_ref-013f0bd00f17ff45921aa273168c3da672aee88e_8-0">[8]</sup></span><br />
<span style="color: #000000">Ιππότης των Τεχνών και των Γραμμάτων<sup id="cite_ref-addf413f0d6cecc41755de150861543149486ec6_9-0">[9]</sup></span><br />
<span style="color: #000000">National Prize of Art of Chile (1983)</span></td>
</tr>
<tr>
<th colspan="2"><span style="color: #000000">Ιστότοπος</span></th>
</tr>
<tr>
<td colspan="2"><a title="http://arrauhouse.org/" href="http://arrauhouse.org/"><span style="color: #000000">http://arrauhouse.org/</span></a></td>
</tr>
<tr>
<td colspan="2"></td>
</tr>
<tr>
<td colspan="2"></td>
</tr>
</tbody>
</table>
<div>
<div><span style="color: #000000"><img alt="" src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/b/b9/Claudio_Arrau_1_Allan_Warren.jpg/280px-Claudio_Arrau_1_Allan_Warren.jpg" width="280" height="332" /></span></div>
</div>
</div>
</div>
</div>
<div>
<div>
<div><span style="color: #000000">Ο Κλαούντιο Αράου το 1974</span></div>
</div>
</div>
<p><span style="color: #000000">Ο <b>Κλαούντιο</b> (ορθότερα <b>Κλάουντιο</b> <sup id="cite_ref-10">[10]</sup> <b>Αράου Λεόν</b>, Claudio Arrau León, Τσιλάν 6 Φεβρουαρίου 1903 – Μύρτσουσλαγκ 9 Ιουνίου 1991) ήταν Χιλιανός πιανίστας του 20ού αιώνα, εγκατεστημένος από το 1941 στη Νέα Υόρκη. Υπήρξε από τους πιο διάσημους δεξιοτέχνες της εποχής του, με ρεπερτόριο που ξεκινούσε από την περίοδο μπαρόκ και έφθανε μέχρι τους ύστερους ρομαντικούς. Ωστόσο, θεωρείται αυθεντία στην εκτέλεση έργων για πιάνο του Μπετόβεν. <sup id="cite_ref-11">[11]</sup></span></p>
<div id="toc">
<div dir="ltr" lang="el">
<h2><span style="color: #000000">Πίνακας περιεχομένων</span></h2>
</div>
</div>
<h2><span style="color: #000000">Βιογραφικά στοιχεία</span></h2>
<p><span style="color: #000000">Ο Αράου γεννημένος στο Τσιλάν (Chillán) της Χιλής, ήταν γιος του Κάρλος, οφθαλμιάτρου που πέθανε όταν ο Κλαούντιο ήταν μόνον ενός (1) έτους, και της Λουκρητίας δε Βιγιάλμπα (Lucrecia León Bravo de Villalba), δασκάλας πιάνου. Ανήκε σε παλιά, εξέχουσα οικογένεια της νότιας Χιλής. Ο πρόγονος του Λορέντσο (Lorenzo de Arrau), ισπανός μηχανικός, στάλθηκε στη Χιλή από τον βασιλιά Κάρλος Γ’. Από την πλευρά της γιαγιάς του Μαρίας (María del Carmen Daroch del Solar), ο Αράου ήταν απόγονος των Κάμπελ του Γκλένορκι (Campbells of Glenorchy), μιας σκωτσέζικης οικογένειας ευγενών. <sup id="cite_ref-12">[12]</sup> Ο Κλαούντιο ανατράφηκε ως καθολικός, αλλά αποκήρυξε το θρήσκευμά του στα τέλη της εφηβείας του. <sup id="cite_ref-13">[13]</sup></span></p>
<p><span style="color: #000000">Ο Αράου υπήρξε παιδί-θαύμα και ήταν σε θέση να διαβάζει νότες προτού μάθει ανάγνωση, αλλά σε αντίθεση με πολλούς βιρτουόζους, ποτέ δεν υπήρξε κάποιος επαγγελματίας μουσικός στην οικογένειά του. Η μητέρα του, πάντως, ήταν ερασιτέχνης πιανίστρια και τον εισήγαγε στο όργανο. Σε ηλικία 4 ετών μελετούσε τις σονάτες του Μπετόβεν, δίνοντας το πρώτο του ρεσιτάλ ένα χρόνο αργότερα. <sup id="cite_ref-14">[14]</sup> Όταν έγινε 6 ετών, έπαιξε μπροστά σε αρκετούς χιλιανούς πολιτικούς και τον Πρόεδρο Π. Μοντ (Pedro Montt), ο οποίος έμεινε τόσο εντυπωσιασμένος που άρχισε να διευθετεί τη μελλοντική εκπαίδευσή του. Σε ηλικία 8 ετών, στάλθηκε με υποτροφία δέκα χρόνων από τη χιλιανή κυβέρνηση για να σπουδάσει στη Γερμανία, ταξιδεύοντας με τη μητέρα και την αδελφή του. Είχε εισαχθεί στο Ωδείο Τζούλιους Στερν του Βερολίνου όπου, τελικά, έγινε μαθητής του Μάρτιν Κράουζε, ο οποίος είχε σπουδάσει με τον Λιστ. Σε ηλικία 11 ετών, ήταν σε θέση να παίζει τις <i>Σπουδές Υπερβατικής Δεξιοτεχνίας</i> του Λιστ, ένα από τα πιο δύσκολα έργα για πιάνο, καθώς και τις <i>Παραλλαγές Παγκανίνι</i> του Γιοχάνες Μπραμς. Οι πρώτες ηχογραφήσεις του Αράου έγιναν σε ρολό προγραμματισμένης πιανόλας Aeolian Duo-Art. Ο Κράουζε, πέθανε στο πέμπτο έτος διδασκαλίας, αφήνοντας τον 15χρονο σπουδαστή του συντετριμμένο από την απώλεια του μέντορά του· έκτοτε, ο Κλαούντιο δεν συνέχισε, επίσημα, να μελετάει ξανά. <sup id="cite_ref-15">[15]</sup></span></p>
<p><span style="color: #000000">Το 1935, ο Αράου ερμήνευσε το σύνολο των έργων για πληκτροφόρα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, σε μια σειρά, με περισσότερα από 12 ρεσιτάλ. Το 1936, επανέλαβε το εγχείρημα, με έργα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ αυτή τη φορά (πάνω από 5 ρεσιτάλ), για να ακολουθήσουν έργα σε πλήρεις κύκλους των Σούμπερτ και Βέμπερ. Το 1938, για πρώτη φορά, ερμήνευσε όλες τις σονάτες και τα κοντσέρτα για πιάνο του Μπετόβεν στην Πόλη του Μεξικού. Ο Αράου επανέλαβε αρκετές φορές στη ζωή του τον συγκεκριμένο κύκλο έργων για πιάνο του μεγάλου Γερμανού συνθέτη, όπως στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο. Έτσι, έγινε μία από τις κορυφαίες αυθεντίες στον πιανιστικό Μπετόβεν, του 20ού αιώνα. <sup id="cite_ref-16">[16]</sup><sup id="cite_ref-17">[17]</sup></span></p>
<div>
<div><span style="color: #000000"><img alt="" src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/4/48/BASA_80K_1_267_Claudio-Arrau_1929-11-27.jpg/300px-BASA_80K_1_267_Claudio-Arrau_1929-11-27.jpg" width="300" height="529" /></span></div>
</div>
<div>
<div>
<div><span style="color: #000000">Ο Κλαούντιο Αράου, το 1929</span></div>
</div>
</div>
<p><span style="color: #000000">Το 1929, ο Αράου νυμφεύθηκε τη λυρική σοπράνο Έρικα Μπούρκεβιτς (Erika Burkewitch 1909-1997), τραγουδίστρια με λετονική υπηκοότητα. Απέκτησαν ένα παιδί τον Κλαούντιο (1929-1949) και, το 1935, χώρισαν. Ο γιος τους πέθανε σε σοβιετικό στρατόπεδο φυλακών στο Μπάουτσεν (Bautzen) της Ανατολικής Γερμανίας. <sup title="Απαιτείται παραπομπή προς μια αξιόπιστη πηγή για την επαλήθευση της πληροφορίας.">[<i>εκκρεμεί παραπομπή</i>]</sup> Το 1937, νυμφεύτηκε τη μέτζο σοπράνο Ρουθ Σνάιντερ (Ruth Schneider, 1908-1989), Γερμανίδα υπήκοο, με την οποία απέκτησεν τρία παιδιά: την Κάρμεν (Carmen, 1938-2006), τον Μάριο (Mario, 1940-1988) και τον Κρίστοφερ (Christopher, 1959-). Το 1941 η οικογένεια Αράου μετανάστευσε από τη Γερμανία στις Ηνωμένες Πολιτείες, και εγκαταστάθηκε στο Douglaston του Queens, όπου πέρασε τα υπόλοιπα χρόνια. Έγινε διπλός υπήκοος ΗΠΑ-Χιλής το 1979. <sup id="cite_ref-18">[18]</sup> Έπαιξε με αρχιμουσικούς όπως οι Νίκις, Μένγκελμπεργκ και Φουρτβένγκλερ. <sup id="cite_ref-19">[19]</sup></span></p>
<p><span style="color: #000000">Ο Αράου πέθανε στις 9 Ιουνίου 1991, σε ηλικία 88 ετών, στο Μύρτσουσλαγκ (Mürzzuschlag) της Αυστρίας, από επιπλοκές επείγουσας χειρουργικής επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε, στις 8 Ιουνίου, για να αποκατασταθεί δυσλειτουργία του εντέρου. Ενταφιάστηκε στη γενέτειρά του, Τσιλάν.</span></p>
<h2><span style="color: #000000">Ερμηνευτική προσέγγιση</span></h2>
<p><span style="color: #000000">Ο Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ είπε ότι, ο Κλαούντιο Αράου είχε έναν ιδιαίτερο ήχο με δύο χαρακτηριστικά: «όγκο» -πλούσιο και ορχηστρικό-, και ένα απολύτως ξεχωριστό ηχόχρωμα, αρκετά σαγηνευτικό. Ο σερ Κόλιν Ντέιβις (Colin Davis) είπε: «Ο ήχος του είναι εκπληκτικός και εξ ολοκλήρου δικός του &#8230; ουδείς άλλος τον παράγει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Η προσήλωσή του στον Λιστ είναι εξαιρετική. Εξευγενίζει τη μουσική με τέτοιο τρόπο που, κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορεί». Σύμφωνα με τον αμερικανό κριτικό Χ. Σέμνπεργκ (Harold C. Schonberg), ο Αράου έβαζε πάντοτε «έναν αποφασιστικά ρομαντικό πιανιστικό τόνο στις ερμηνείες του». <sup id="cite_ref-20">[20]</sup> Γενικότερα, θεωρείται νηφάλιος και κλασικής καθαρότητας στο παίξιμό του. <sup id="cite_ref-21">[21]</sup></span></p>
<p><span style="color: #000000">Ο Αράου ήταν πνευματικός και με βαθιά επιρροή ερμηνευτής. Μελετούσε πολύ όταν ταξίδευε και, παρά την έλλειψη επίσημης εκπαίδευσης, εκτός της μουσικής του κατάρτισης, έμαθε αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά και γαλλικά εκτός από τη μητρική του γλώσσα, τα ισπανικά. Εξοικειώθηκε με την ψυχολογία του Γιουνγκ στα 20 του χρόνια. <sup id="cite_ref-22">[22]</sup> Η αντιμετώπιση της μουσικής από τον Αράου ήταν πολύ ιδιαίτερη. Υποστήριζε πίστη στην παρτιτούρα, αλλά και χρήση της φαντασίας. Παρόλο που, συχνά, έπαιζε σε βραδύτερη και πιο «απελευθερωμένη» ρυθμική αγωγή από τότε που έγινε μεσήλικας, είχε τη φήμη ενός εκπληκτικού βιρτουόζου από μικρή ηλικία στην καριέρα του, μια φήμη που δικαιολογείται απόλυτα στις ηχογραφήσεις που έκανε τότε, όπως στο <i>Ισλαμέι</i> (Islamey ) του Μίλι Μπαλάκιρεφ και τις <i>Σπουδές Παγκανίνι</i> (Paganini études) του Λιστ. Ωστόσο, ακόμα και αργά στην καριέρα του, συχνά, έτεινε να παίζει με λιγότερο «αυτοπεριορισμό» στις ζωντανές συναυλίες, παρά στις ηχογραφήσεις στούντιο. Υπήρξε αξιοθαύμαστος ερμηνευτής, ακόμη και προς το τέλος της ζωής του. Προγραμμάτιζε, πάντα, πολύ μεγάλες και απαιτητικές συναυλίες, συμπεριλαμβανομένων έργων όπως το «Αυτοκρατορικό Κοντσέρτο» του Μπετόβεν και το Κοντσέρτο αριθ. 1 για πιάνο του Μπραμς. <sup id="cite_ref-23">[23]</sup></span></p>
<ul>
<li><span style="color: #000000">«<i>Το μόνο που ήθελα ήταν η μουσική. Μάλιστα, με τάιζαν στο πιάνο, αλλιώς, φαίνεται ότι δεν θα έτρωγα καθόλου. Έπαιζα με το στόμα μου ανοιχτό και η μητέρα μου έβαζε φαγητό σε αυτό</i>&#8230;.. <i>Προσπαθώ να παίζω με τον τρόπο που πηδάει η γάτα. Πρέπει να είναι απολύτως φυσικός. Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι, όταν θα αρχίσω να αισθάνομαι ένα είδος ρουτίνας να μπαίνει στο παίξιμό μου, θα σταματήσω. Τώρα, όταν παίζω, είμαι σχεδόν σε έκσταση, μια δημιουργική έκσταση, την οποία δεν αλλάζω με τίποτα. Αυτό είναι για το οποίο ζω</i>» (Κλαούντιο Αράου <sup id="cite_ref-24">[24]</sup>)</span></li>
</ul>
<h2><span style="color: #000000">Ρεπερτόριο</span></h2>
<p><span style="color: #000000">Ο Αράου υπήρξε πολύ μεγάλος ερμηνευτής: από την ηλικία των 40 έως 60 ετών έφτανε, κατά μέσο όρο, τις 120 συναυλίες σε κάθε σεζόν, με πολύ μεγάλο ρεπερτόριο. Ανά χρονικές περιόδους, εκτελούσε το σύνολο των έργων για πιάνο των Μπαχ, Μότσαρτ, Μπετόβεν και Σοπέν. Αλλά ερμήνευε και συνθέτες όχι τόσο γνωστούς, όπως τους Αλκάν και Μπουζόνι, ενώ φώτιζε «σκοτεινές γωνίες» του ρεπερτορίου του Λιστ. Ακόμη και, λίγο πριν φύγει, σε ηλικία 88 ετών, προγραμμάτιζε σε μια ευρωπαϊκή περιοδεία ρεσιτάλ να παίξει το σύνολο των έργων του Μπαχ για πληκτροφόρο, κάποια κομμάτια των Χάιντν, Μέντελσον, Ρέγκερ και Μπουζόνι, καθώς και την τρίτη σονάτα για πιάνο του Μπουλέζ.</span></p>
<ul>
<li><span style="color: #000000">Εκτιμάται ότι, το συνολικό ρεπερτόριο έργων για σόλο πιάνο του Αράου, θα τον έκανε να παίζει για 76 μεγάλες σε διάρκεια βραδιές (ενν. με ξεχωριστό ρεπερτόριο κάθε βράδυ), χωρίς να υπολογιστούν τα 60 έργα για πιάνο και ορχήστρα που γνώριζε, επίσης. <sup id="cite_ref-25">[25]</sup></span></li>
</ul>
<p><span style="color: #000000">Η Εταιρία Ρόμπερτ Σούμαν (Robert Schumann Society) καθιέρωσε το Μετάλλιο Αράου (Medal Arrau), το 1991. Έχει, ήδη, απονεμηθεί στους Αντράς Σιφ (András Schiff), Μάρθα Άργκεριχ (Martha Argerich) και Μάρει Περάχια (Murray Perahia).</span></p>
<h2><span style="color: #000000">Αξιόλογες ηχογραφήσεις</span></h2>
<p><span style="color: #000000">Γ. Σ. Μπαχ: Παραλλαγές Goldberg (1945), παρτίτες 1,2,3 και 5 (1991)</span></p>
<p><span style="color: #000000">Λ. βαν Μπετόβεν: όλα τα κοντσέρτα για πιάνο ( τα ηχογράφησε τρεις φορές) και σονάτες για πιάνο</span></p>
<p><span style="color: #000000">Γ. Μπραμς: όλα τα κοντσέρτα για πιάνο, σονάτες 2 και 3 για πιάνο</span></p>
<p><span style="color: #000000">Φ. Σοπέν: όλες οι σπουδές, νυκτερινά, πρελούδια και κοντσέρτα για πιάνο</span></p>
<p><span style="color: #000000">Κ. Ντεμπισί: όλα τα πρελούδια και οι εικόνες, σουίτα Μπεργκαμάσκ</span></p>
<p><span style="color: #000000">Φ. Λιστ: Σονάτα για πιάνο σε Σι ελάσσονα, Σπουδές Υπαρβατικής Δεξιοτεχνίας</span></p>
<p><span style="color: #000000">Β. Α. Μότσαρτ: όλες οι σονάτες για πιάνο</span></p>
<p><span style="color: #000000">Α. Σένμπεργκ: Κομμάτια πιάνου, έργο 11</span></p>
<p><span style="color: #000000">Φ. Σούμπερτ: τελευταίες σονάτες για πιάνο, Impromptus, Κομμάτι για πιάνο D. 946</span></p>
<p><span style="color: #000000">Ρ. Σούμαν: σονάτα για πιάνο σε Φα# ελάσσονα, Καρναβάλι, Φαντασία σε Ντο μείζονα, Κοντσέρτο για πιάνο σε Λα ελάσσονα (το ηχογράφησε τέσσερις φορές)</span></p>
<p><span style="color: #000000">Κ. Μ. φον Βέμπερ: Σονάτα πιάνου σε Ντο μείζονα, Κομμάτι για πιάνο έργο 79</span></p>
<p>[There is a video that cannot be displayed in this feed. <a href="https://schoolpress.sch.gr/piano/archives/56">Visit the blog entry to see the video.]</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/piano/archives/56/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[1ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Vladimir Horowitz</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/piano/archives/51</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/piano/archives/51#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 12 Feb 2020 17:15:16 +0000</pubDate>
		<dc:creator>ΚΑΜΠΑΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ</dc:creator>
				<category><![CDATA[Μεγάλοι πιανίστες]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/piano/?p=51</guid>
		<description><![CDATA[&#160; &#160; Ο Βλαντίμιρ Σαμοΐλοβιτς Χόροβιτς (ρωσ. Владимир Самойлович Горовиц, 1 Οκτωβρίου/18 Σεπτεμβρίου 1903 – 5 Νοεμβρίου 1989) ήταν Oυκρανός κλασικός πιανίστας και συνθέτης. Η <a class="mh-excerpt-more" href="https://schoolpress.sch.gr/piano/archives/51" title="Vladimir Horowitz">[...]</a>]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><span style="color: #000000">Ο <b>Βλαντίμιρ Σαμοΐλοβιτς Χόροβιτς</b> (ρωσ. <i>Владимир Самойлович Горовиц</i>, <span style="color: #000000">1 Οκτωβρίου</span>/<span style="color: #000000">18 Σεπτεμβρίου</span> <span style="color: #000000">1903</span> – <span style="color: #000000">5 Νοεμβρίου</span> <span style="color: #000000">1989</span>) ήταν <span style="color: #000000">Oυκρανός</span> <span style="color: #000000">κλασικός</span> πιανίστας και συνθέτης. Η τεχνική του, το ύφος του και το ευρύ ρεπερτόριό του τον καθιστούν ως έναν από τους σημαντικότερους πιανίστες του 20ού αιώνα<sup id="cite_ref-10"><span style="color: #000000">[10]</span></sup>.</span></p>
<h2><span style="color: #000000">Βιογραφικά στοιχεία</span></h2>
<p><span style="color: #000000">Ο Χόροβιτς γεννήθηκε στο <span style="color: #000000">Κίεβο</span>, περιφερειακή πόλη της τότε <span style="color: #000000">Ρωσικής Αυτοκρατορίας</span>, και σημερινή πρωτεύουσα της <span style="color: #000000">Ουκρανίας</span>. Ήταν ο νεότερος από τα τέσσερα παιδιά του Σαμουήλ και της Σοφί Μπόντικ, αμφότεροι εβραϊκής καταγωγής. Έλαβε τα πρώτα του μαθήματα μουσικής σε τρυφερή ακόμη ηλικία, αρχικά από τη μητέρα του, που υπήρξε επίσης πιανίστρια. Το 1912 εισήχθη στο <span style="color: #000000">Ωδείο Κιέβου</span>, όπου και μαθήτευσε πλάι στον Βλαντίμιρ Πουτσάλσκι, τον <span style="color: #000000">Σεργκέι Τανόφσκι</span> και τον Φέλιξ Μπλούμενφελντ, δίνοντας τα πρώτα του ρεσιτάλ στο <span style="color: #000000">Χάρκοβο</span> το 1920.</span></p>
<p><span style="color: #000000">Η αυξανόμενη φήμη του τον οδήγησε σε περιοδείες στη Ρωσική επικράτεια, όπου έδινε ρεσιτάλ, συχνά αμοιβόμενος με ψωμί, βούτυρο και σοκολάτα αντί χρημάτων, καθώς ο <span style="color: #000000">Ρωσικός Εμφύλιος Πόλεμος</span> είχε αφαιμάξει οικονομικά τη χώρα<sup id="cite_ref-plaskin_11-0"><span style="color: #000000">[11]</span></sup>. Μόνο την περίοδο 1922-1923 έπαιξε σε 23 συναυλίες με ένδεκα διαφορετικά προγράμματα, στο πάλαι ποτέ <span style="color: #000000">Πέτρογκραντ</span><sup id="cite_ref-plaskin_11-1"><span style="color: #000000">[11]</span></sup>. Παρά την πρόσκαιρη επιτυχία του ως πιανίστας, ο ίδιος δήλωνε την πρόθεσή του να γίνει συνθέτης και πως έδινε συναυλίες μόνο και μόνο για να βοηθήσει την οικογένειά του, που έχασε όλη της την περιουσία κατά τη διάρκεια της <span style="color: #000000">Ρωσικής Επανάστασης</span><sup id="cite_ref-12"><span style="color: #000000">[12]</span></sup>.</span></p>
<p><span style="color: #000000">Τον Δεκέμβριο του 1925 ο Χόροβιτς περνάει τα δυτικά σύνορα και επιδιώκει επίμονα να σπουδάσει περαιτέρω με τον Αυστριακό πιανίστα <span style="color: #000000">Αρτούρ Σνάμπελ</span>. Χωρίς σκοπό να επιστρέψει στη Ρωσία, ο Χόροβιτς χρηματοδοτεί τα πρώτα του ρεσιτάλ με χρήματα που λαθραία είχε κρύψει στις σόλες των παπουτσιών του, όπως δηλώνει πολλά χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του<sup id="cite_ref-13"><span style="color: #000000">[13]</span></sup>.</span></p>
<h2><span style="color: #000000">Καριέρα στη Δύση</span></h2>
<p><span style="color: #000000">Το ντεμπούτο του στις ΗΠΑ λαμβάνει χώρα στις 12 Ιανουαρίου 1928, στο περίφημο <span style="color: #000000">Κάρνεγκι Χωλ</span>, με ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει το 1ο Κοντσέρτο για πιάνο του <span style="color: #000000">Τσαϊκόφσκι</span>, σε διεύθυνση ορχήστρας του -επίσης πρωτοεμφανιζόμενου στην Αμερική- Σερ <span style="color: #000000">Τόμας Μπίτσαμ</span>. Σε μεταγενέστερη εποχή, ο Χόροβιτς δηλώνει πως οι δύο καλλιτέχνες είχαν διαφορετική άποψη όσον αφορά στο τέμπο και πως ο Μπίτσαμ διηύθηνε το έργο «από μνήμης, χωρίς όμως να ξέρει το κομμάτι»<sup id="cite_ref-14"><span style="color: #000000">[14]</span></sup>. Η επιτυχία του και η αποδοχή από το κοινό υπήρξε τεράστια· ο μουσικοκριτικός των <span style="color: #000000">New York Times</span> Όλιν Ντάουνς ήταν επικριτικός για τον συντονισμό μεταξύ του μαέστρου και του σολίστα, απέδωσε όμως τα εύσημα στον Χόροβιτς, επευφημώντας τον λυρικό του τόνο και την τρομερή τεχνική του, παρομοιάζοντας τον πιανίστα με «κυκλώνα που ξεσπάει από τις στέππες»<sup id="cite_ref-15"><span style="color: #000000">[15]</span></sup>. Όπως φάνηκε από τη συναυλία αυτή, ο Χόροβιτς κατόρθωσε να καθηλώσει το κοινό του, κάτι που διατήρησε σε ολόκληρη την καριέρα του. Ο Ντάουνς σχολιάζει, «πάνε πολλά χρόνια από τότε που ένας πιανίστας συνεπήρε με τέτοιο πάθος το κοινό αυτής της πόλης» και συμπληρώνει πως αυτός ο πιανίστας «διαθέτει τα περισσότερα αν όχι όλα τα στοιχεία ενός μεγάλου ερμηνευτή»<sup id="cite_ref-16"><span style="color: #000000">[16]</span></sup>.</span></p>
<p><span style="color: #000000">Το 1933 συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον περίφημο μαέστρο <span style="color: #000000">Αρτούρο Τοσκανίνι</span>, ερμηνεύοντας το 5ο Κοντσέρτο για πιάνο («Αυτοκρατορικό») του <span style="color: #000000">Μπετόβεν</span>. Η συνεργασία τους έμελε να γίνει ισόβια, τόσο επί σκηνής όσο και σε ηχογραφήσεις. Μέχρι το 1939 ο Χόροβιτς είχε εγκατασταθεί στις ΗΠΑ, λαμβάνοντας την αμερικανική υπηκοότητα το 1944<sup id="cite_ref-Encyclopedia.com_17-0"><span style="color: #000000">[17]</span></sup>.</span></p>
<p><span style="color: #000000">Παρά το εκστασιασμένο του κοινό, ο Χόροβιτς ολοένα και έδειχνε αβέβαιος για τις πιανιστικές του δεξιότητες· σε αρκετές περιπτώσεις χρειάστηκε να τον οδηγήσουν με τη βία στη σκηνή<sup id="cite_ref-plaskin_11-2"><span style="color: #000000">[11]</span></sup>, ενώ συχνά ακύρωνε τις εμφανίσεις του. Το τηλεοπτικό του ντεμπούτο πραγματοποιήθηκε από το Κάρνεγκι Χωλ την 1η Φεβρουαρίου 1968 και μεταδόθηκε σε μαγνητοσκόπηση από το δίκτυο CBS στις 22 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους.</span></p>
<h3><span style="color: #000000">Ηχογραφήσεις</span></h3>
<div><span style="color: #000000"><span style="color: #000000"><img alt="" src="https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/1/16/HorowitzPianoBain.jpg/250px-HorowitzPianoBain.jpg" width="250" height="168" /></span></span></div>
<div>
<div>
<div><span style="color: #000000">Ο Χόροβιτς την εποχή των πρώτων του ηχογραφήσεων</span></div>
</div>
</div>
<p><span style="color: #000000">Το 1926 ο Χόροβιτς κάνει τους πρώτους του κυλίνδρους για πιάνο, στα στούντιο της <i>Welte-Mignon</i> στο <span style="color: #000000">Φράιμπουργκ</span> της Γερμανίας. Οι πρώτες του ηχογραφήσεις για γραμμόφωνο πραγματοποιούνται δύο χρόνια αργότερα στις ΗΠΑ, από την εταιρεία RCA Victor. Λόγω της <span style="color: #000000">Ύφεσης του 1929</span>, η εταιρεία δίνει άδεια στους καλλιτέχνες της να πραγματοποιούν ευρωπαϊκές ηχογραφήσεις με την συνεργάτιδα εταιρεία στο Λονδίνο <span style="color: #000000">His Master’s Voice</span> (HMV). Έτσι, το 1930 ο Χόροβιτς ηχογραφεί το 3ο Κοντσέρτο για πιάνο του <span style="color: #000000">Ραχμάνινοφ</span>, με μαέστρο τον Άλμπερτ Κόουτς και τη <span style="color: #000000">Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου</span>, σε παγκόσμια πρώτη ηχογράφησης. Μέχρι το 1936 οι ηχογραφήσεις για την HMV είναι πολυάριθμες, συμπεριλαμβανομένης της περίφημης σονάτας σε σι ελλάσονα του <span style="color: #000000">Φραντς Λιστ</span>. Οι αρχές του 1940 τον βρίσκουν και πάλι στα στούντιο της Αμερικής, ηχογραφώντας το 2ο Κοντσέρτο για πιάνο του <span style="color: #000000">Μπραμς</span> και το 1ο Κοντσέρτο για πιάνο του Τσαϊκόφσκι, αμφότερα με την <span style="color: #000000">Συμφωνική Ορχήστρα του NBC</span> υπό τη μπαγκέτα του Τοσκανίνι. Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, το 1959, κυκλοφορεί η ηχογράφηση του 1943 με το κοντσέρτο του Τσαϊκόφσκι του διδύμου Χόροβιτς-Τοσκανίνι, μια εκτέλεση που θεωρείται ανώτερη της εμπορικής εκτέλεσης και επιλέγεται για το <span style="color: #000000">Grammy Hall of Fame</span>. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης απόσυρσής του το 1953, ο Χόροβιτς ηχογραφεί μια σειρά έργων στην έπαυλή του στη Νέα Υόρκη, που περιλαμβάνουν κομμάτια του <span style="color: #000000">Αλεξάντερ Σκριάμπιν</span> και του <span style="color: #000000">Μούτσιο Κλεμέντι</span>. Η πρώτη του στέρεο ηχογράφηση, το 1959, ήταν εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στις σονάτες του Μπετόβεν.</span></p>
<p><span style="color: #000000">Το 1962 σηματοδοτεί την εκκίνηση μιας σειράς βραβευμένων ηχογραφήσεων για την <span style="color: #000000">Columbia Records</span>. Οι πιο αξιοσημείωτες είναι αυτή της ζωντανής συναυλίας στο Κάρνεγκι Χωλ το 1965 και η τηλεοπτική ηχογράφηση του 1968, και πάλι από το Κάρνεγκι Χωλ. Από τις ηχογραφήσεις σε στούντιο, η «Κραϊσλεριάνα» του <span style="color: #000000">Ρόμπερτ Σούμαν</span> (1969) λαμβάνει το λαμπρό γαλλικό βραβείο <i>Prix Mondial du Disque</i>.</span></p>
<p><span style="color: #000000">Από το 1975, ο Χόροβιτς επιστρέφει στην RCA, για την οποία ηχογραφεί ζωντανές συναυλίες μέχρι το 1982. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1985, υπογράφει συμβόλαιο με τη γερμανική <span style="color: #000000">Deutsche Grammophon</span>, για την οποία πραγματοποιεί ηχογραφήσεις μέχρι το 1989, συμπεριλαμβανομένης της μοναδικής του ηχογράφησης του 23ου Κοντσέρτου για πιάνο του <span style="color: #000000">Μότσαρτ</span>. Από την περίοδο αυτή καταγράφονται και τέσσερα μαγνητοσκοπημένα ντοκυμανταίρ, στα οποία συμπεριλαμβάνεται το ρεσιτάλ της 20ής Απριλίου 1986 στη <span style="color: #000000">Μόσχα</span>. Η τελευταία του ηχογράφηση, για την κλασική σειρά της <span style="color: #000000">Sony</span>, ολοκληρώνεται τέσσερις μόλις ημέρες πριν τον θάνατό του, και συναποτελείται από έργα του ρεπερτορίου του που δεν είχαν ηχογραφηθεί στο παρελθόν<sup id="cite_ref-18"><span style="color: #000000">[18]</span></sup>.</span></p>
<p><span style="color: #000000">Πλέον, όλες οι ηχογραφήσεις του Χόροβιτς διατίθενται σε CD, ορισμένες μάλιστα σε πολλαπλή επανέκδοση. Με την άνοδο της δισκογραφικής βιομηχανίας, κυκλοφόρησε ανέκδοτο υλικό, όπως αποσπάσματα από ιδιωτικά ρεσιτάλ του μεγάλου πιανίστα, στο Κάρνεγκι Χωλ της περιόδου 1945-1951<sup id="cite_ref-19"><span style="color: #000000">[19]</span></sup>.</span></p>
<h3><span style="color: #000000">Προσωπικός βίος</span></h3>
<p><span style="color: #000000">Το 1933, ο Χόροβιτς παντρεύεται με πολιτικό γάμο την κόρη του Τοσκανίνι, Βάντα. Το ότι ο Χόροβιτς ήταν Εβραίος και η Βάντα Καθολικών πεποιθήσεων, δεν υπήρξε εμπόδιο στον γάμο τους, ενώ καθώς ο ένας δεν μιλούσε τη γλώσσα του άλλου, η μεταξύ τους επικοινωνία γινόταν στα γαλλικά. Απέκτησαν ένα παιδί, τη Σόνια Τοσκανίνι-Χόροβιτς (1934-1975), η οποία έπεσε θύμα υπερβολικής δόσης ναρκωτικών· αδιευκρίνιστο παρέμεινε το κατά πόσο ο θάνατός της υπήρξε αποτέλεσμα ατυχήματος ή απόπειρας αυτοκτονίας <sup id="cite_ref-schonberg_20-0"><span style="color: #000000">[20]</span></sup>.</span></p>
<p><span style="color: #000000">Παρά το έγγαμο του βίου του, υπήρχαν έντονες φήμες για τον ομοφυλοφιλικό του <span style="color: #000000">προσανατολισμό</span><sup id="cite_ref-plaskin_11-3"><span style="color: #000000">[11]</span></sup>. Στα λόγια του <span style="color: #000000">Αρτούρ Ρούμπινστάιν</span> «όλοι τον γνώριζαν και τον δεχόντουσαν ως ομοφυλόφιλο»<sup id="cite_ref-21"><span style="color: #000000">[21]</span></sup>, ενώ ο πιανίστας David Dubal στα απομνημονεύματά του αναφέρει πως ο ογδοντάρης Χόροβιτς δεν ήταν σεξουαλικά ενεργός, αλλά «δεν υπήρχε αμφιβολία για την δυνατή έλξη του από το ανδρικό σώμα, κάτι που του δημιουργούσε ανησυχία σε όλη του τη ζωή»<sup id="cite_ref-22"><span style="color: #000000">[22]</span></sup>. Ο Ντουμπάλ διακρίνει τον υφέρποντα ερωτισμό στην ερμηνεία του Χόροβιτς, κάτι που προδίδει τα σεξουαλικά του ένστικτα<sup id="cite_ref-23"><span style="color: #000000">[23]</span></sup>. Ο ίδιος ο Χόροβιτς αρνήθηκε τον χαρακτηρισμό, χαριτολογώντας «υπάρχουν τρία είδη πιανιστών: Εβραίοι πιανίστες, ομοφυλόφιλοι πιανίστες, και κακοί πιανίστες»<sup id="cite_ref-24"><span style="color: #000000">[24]</span></sup>.</span></p>
<p><span style="color: #000000">Στη δεκαετία του 1940 ο Χόροβιτς άρχισε ψυχιατρικές συνεδρίες, οι οποίες, σύμφωνα με πηγές, αποτέλεσαν απόπειρα διόρθωσης του σεξουαλικού του προσανατολισμού<sup id="cite_ref-25"><span style="color: #000000">[25]</span></sup><sup id="cite_ref-26"><span style="color: #000000">[26]</span></sup>. Στις επόμενες δεκαετίες του 1960 και 1970, νέες θεραπείες με ηλεκτροσόκ έλαβαν χώρα, αυτή τη φορά για την καταπολέμηση <span style="color: #000000">μείζωνος καταθλιπτικής διαταραχής</span><sup id="cite_ref-27"><span style="color: #000000">[27]</span></sup>.</span></p>
<p><span style="color: #000000">Το 1982 πια, ο Χόροβιτς άρχισε την πρόσληψη αντικαταθλιπτικών, κάτι που συνδύασε με την κατανάλωση αλκοόλ<sup id="cite_ref-schonberg_20-1"><span style="color: #000000">[20]</span></sup>. Συνέπεια όλων αυτών ήταν η σταδιακή παρακμή της εκτελεστικής του δυνατότητας<sup id="cite_ref-schonberg_20-2"><span style="color: #000000">[20]</span></sup>· οι συναυλίες του 1983 στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία μαρτυρούν τα κενά μνήμης και την έλλειψη ελέγχου. Σε άρθρο ιάπωνα κριτικού, μάλιστα, ο Χόροβιτς παρομοιάζεται με «πολύτιμο αλλά ραγισμένο αγγείο». Για τα επόμενα δύο χρόνια, οι δημόσιες συναυλίες διακόπηκαν.</span></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>[There is a video that cannot be displayed in this feed. <a href="https://schoolpress.sch.gr/piano/archives/51">Visit the blog entry to see the video.]</a></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/piano/archives/51/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[1ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
	</channel>
</rss>
