Οι άνθρωποι που έλιωναν στο φως- ΕΛΕΑΝΑ ΜΕΝΥΧΤΑ
Στην πόλη όπου τα παιδιά μαθαίνουν πρώτα
να σωπαίνουν και μετά να μιλούν,
οι άνθρωποι περπατούσαν με πρόσωπα φωτεινά
και ψυχές σε λειτουργία εξοικονόμησης.
Κανείς δεν κοίταζε κανέναν στα μάτια.
Τα βλέμματα είχαν μετακομίσει
στις οθόνες,
εκεί που οι ζωές είναι φίλτρα
και η θλίψη χωρά σε stories δεκαπέντε δευτερολέπτων.
Σ’ ένα υπόγειο διαμέρισμα
ζούσε ένα κορίτσι
που μάζευε ραγισμένες φωνές.
Όχι από το διαδίκτυο —
από τους τοίχους.
Γιατί οι τοίχοι ξέρουν
ποιος κλαίει σιωπηλά.
Κάθε βράδυ άκουγε τις ιστορίες
εκείνων που δεν άντεξαν
να είναι “κανονικοί”:
ένα αγόρι που φοβόταν να πει ποιος είναι,
μια μάνα που χαμογελούσε για να μην καταρρεύσει,
ένας έφηβος που έμαθε να αυτοκατηγορείται
πριν τον κατηγορήσει ο κόσμος.
Οι φωνές τους δεν πέθαιναν —
γίνονταν σκιές
και κρύβονταν κάτω από τα φώτα της πόλης,
γιατί το πολύ φως
δεν αφήνει χώρο για αλήθεια.
Το κορίτσι τις ζωγράφιζε στον τοίχο του δωματίου της,
όχι για να τις φυλακίσει,
αλλά για να θυμάται
πως δεν ήταν φαντάσματα —
ήταν άνθρωποι που κανείς δεν άκουσε εγκαίρως.
Μια νύχτα, μια σκιά της είπε:
«Αν με είχαν κοιτάξει λίγο πιο πολύ,
δεν θα ήμουν εδώ.»
Και το κορίτσι κατάλαβε κάτι τρομακτικό:
πως στις μέρες μας
οι άνθρωποι δεν χάνονται από μίσος,
αλλά από αδιαφορία.
Έτσι άρχισε να αφήνει φώτα αναμμένα στα παράθυρα,
όχι για να διώξει το σκοτάδι,
αλλά για να δείξει
ότι κάποιος ακόμη περιμένει
να ακούσει μια αληθινή φωνή.
Γιατί σε έναν κόσμο
που σε μαθαίνει να προσποιείσαι πως είσαι καλά,
το να σε δει κάποιος στ’ αλήθεια
είναι η πιο επικίνδυνη
και η πιο σωτήρια πράξη.
<<Το Αδιέξοδο>> – ΕΛΕΑΝΑ ΜΕΝΥΧΤΑ
Ξεκινάει σαν παιχνίδι, μια δήθεν μαγκιά,
σε μια γωνία του δρόμου, με τσιγάρο στο χέρι,
σε τραβάνε οι άλλοι, σου τάζουν χαρά,
μα το πού θα καταλήξεις, κανένας δεν ξέρει.
Γίνεσαι αγρίμι, ξεσπάς με οργή,
σε όποιον μοιάζει ήσυχος, σε όποιον φοβάται,
η επιθετικότητά σου, μια μαύρη πληγή,
που όποιον βρει μπροστά της, ποτέ δεν λυπάται.
Και μετά το εμπόριο, το εύκολο χρήμα,
βαποράκι σε δρόμους που μυρίζουν θάνατο,
μια δόση, μια πρέζα, ένα σφάλμα, ένα κρίμα,
σ’ ένα λάκκο που μοιάζει να μην έχει πάτο.
Κι η πληγή μεγαλώνει σ’ εκείνα τα παιδιά,
που τα λένε «ντροπαλά», που τα λένε «χαμένα»,
που τα δέρνουν στους δρόμους, τους κλέβουν τη χαρά,
γιατί έμειναν μόνα, γιατί είναι κλεισμένα.
Εκείνα πληρώνουν τη δική σου «φασαρία»,
εκείνα που κρύβονται σε μια άκρη βουβά,
που η ευγένειά τους έγινε η χειρότερη ιστορία,
σε έναν κόσμο που μόνο το θράσος τιμά.
Μα το τέλος δεν έχει ούτε φως, ούτε ελπίδα,
για όποιον μπήκε στον κύκλο και έγινε σκληρός,
θα τον βρει η νύχτα σε μια κρύα παγίδα,
μόνο του, ξεχασμένο, να σβήνει ο σφυγμός.
Μια μάνα να κλαίει πάνω από μια φωτογραφία,
κι η παρέα να τρέχει σε άλλο στενό,
ένα όνομα ακόμα σε μια αγγελία,
κι ένα «κρίμα το παιδί» που χάθηκε νωρίς στο κενό.
Κι εδώ είναι το μάθημα, γραμμένο με αίμα,
πως η μαγκιά δεν κρύβεται μέσα στη βία,
μην πουλάς την ψυχή σου για ένα ψέμα,
για μια δόση θανάτου και μια ψευδαισθησία.
Γιατί ο λύκος που ουρλιάζει στο πλήθος κοντά,
είναι εκείνος που τρέμει αν μείνει μονάχος,
ενώ ο «ήσυχος» κρύβει μια δύναμη βαθιά,
που αντέχει στο ρεύμα σαν να ’ναι ο βράχος.
Το τετράδιο που έκλαιγε – ΕΛΕΑΝΑ ΜΕΝΥΧΤΑ
Στην πόλη που οι άνθρωποι
φοράνε χαμόγελα ψεύτικα,
τα παιδιά έμαθαν νωρίς
να ανοίγουν την πόρτα της σιωπής.
Εκεί δεν ρωτούσαν «πώς είσαι;»
μόνο «τι είσαι;»
κι αν δεν απαντούσες ταιριαστά
σε ακύρωναν στεγνά.
Ένα παιδί με δέρμα σκοτεινό
κουβαλούσε ήλιο στην καρδιά,
μα το φώναζαν “διαφορετικό”
και του έκοβαν τα φτερά.
Ένα παιδί απ’ τη θάλασσα ήρθε
με πατρίδα μια πληγή,
και κανείς δεν άκουσε ποτέ
πώς πονάει το «φύγε» στη ψυχή.
Στο προαύλιο ένα αγόρι
γινόταν στόχος σιωπηλά,
γιατί οι λέξεις των άλλων
ήξεραν να σκοτώνουν βαθιά.
Κι ένα παιδί με σπασμένα όνειρα
κι ένα βλέμμα θολό,
έψαχνε λίγη λησμονιά
σε ψεύτικο ουρανό.
Όλα τους κάπου συναντιόνταν
κάτω απ’ τη γέφυρα εκεί,
όπου κανείς δεν τα ρώταγε
αν χωράνε στη ζωή.
Εκεί γελούσαν λίγο ακόμα,
σαν να έκλεβαν χαρά,
γιατί όταν ο κόσμος σε πονάει,
η αγάπη είναι παράνομη πια.
Μα μια νύχτα η πόλη ξύπνησε
με φως σκληρό, βαρύ,
κι έκαιγε ό,τι δεν έμοιαζε
με το «σωστό» παιδί.
Οι άνθρωποι χειροκροτούσαν
την καθαρή τους εικόνα,
ενώ παιδιά και όνειρα
χωρίς συγγνώμη σβήναν.
Το πρωί κάτω απ’ τη γέφυρα
δεν υπήρχε καμιά φωνή,
μόνο ένα παλιό τετράδιο
με δάκρυα στη σελίδα του κλειστή.
Έγραφε:
«Δεν ζητήσαμε πολλά,
μόνο να μας δουν στ’ αλήθεια
πριν χαθούμε σιωπηλά».
Κι η πόλη προσπέρασε βιαστικά,
χωρίς να ρίξει ματιά —
γιατί τα παιδιά που πονάνε
δεν χωράνε στα “κανονικά”.
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ (τραγούδι)
Στίχοι: Τριαντοπούλου Αθ., Σαββόπουλος Δημ.
Χριστούγεννα όπου να’ναι φτάνουν
και χαρές πολλές με πιάνουν.
Που είμαι εδώ,
στο γηροκομειό.
Βλεπω το Β2 να μου χαμογελάει
και η καρδιά μου σε κομμάτια σπάει.
Γηροκομείο ήρθα πάλι, να’μαι πάλι, εδώ κοντά σουυυ
στα ζεστά σκεπάσματά σουυυ,
στην αγκαλιά σουυυ,
στη συντροφιά σουυυ.
Χριστούγεννα, Χριστούγεννα,
ευτυχισμένα.
Στο γηροκομείο
ήρθαμε εμείς εδώ
να δούμε εσένααα.
Χ2 ΡΕΦΡΕΝ
(μελωδία)
Ευχάριστο κλίμα εδώ υπάρχει.
Και η παρέα σας, αν θα’ρθει,θα ειμαι εδώ,
να την καλοδεχτώ.
Τις ευχές μας ήρθαμε να σας πούμε
και χρόνια πολλά να σας ευχηθούμε.
Γηροκομείο ήρθα πάλι, να’μαι πάλι, εδώ κοντά σουυυ
στα ζεστά σκεπάσματά σουυυ,
στην αγκαλιά σουυυ,
στη συντροφιά σουυυ.
Χριστούγεννα, Χριστούγεννα,
ευτυχισμένα.
Στο γηροκομείο
ήρθαμε εμείς εδώ
να δούμε εσένααα.
Χ2 ΡΕΦΡΕΝ
……………………………………………………………………………………………………….
ΕΛΕΑΝΑ ΜΕΝΥΧΤΑ
Ψωμί, Γη και Ειρήνη
Ήταν η Κατοχή του ’40 σ’ ένα ορεινό χωριό της Αρκαδίας· και παρόλους τους πολέμους και τους κατακτητές γερμανική μπότα δεν πάτησε στο χωριό μου. Και πώς να πατήσει άλλωστε ο εχθρός σε κείνο το κορφοβούνι; Άντρες σε ηλικία μάχης δεν υπήρχαν ούτε κατσίκια ούτε και πρόβατα, για να τα ποθήσει ο κατακτητής.
Ο πατέρας σκοτώθηκε νωρίς από μια χειροβομβίδα κι απέμεινε η μάνα πίσω μόνη της με δυο κορίτσια κι έναν γιό, εμένα, τον μεγαλύτερο. -Μην κλαις, μου λέγαν όλοι, όταν πέθανε, πρέπει να είσαι δυνατός. Εσύ είσαι τώρα ο άντρας του σπιτιού! Θα ’μουν δε θα ’μουν ενάμιση μέτρο τότε, παιδί αμούστακο, με κάτι πόδια σαν της ακρίδας και με τα μπροστινά τα δόντια μου βγαλμένα. – Θα πάω να γίνω αντάρτης, τους έλεγα, να τους σκοτώσω όλους τους Γερμαναράδες! Και όλες οι χήρες του χωριού κορόιδευαν και μου τραβούσαν τα πεταχτά αυτιά μου.
Δεν ήταν ζωή όμως αυτή που ζούσαμε. Η φτώχεια κι οι αρρώστιες ήταν η καθημερινότητά μας και έπρεπε να τις πολεμήσουμε χωρίς γιατρούς και φάρμακα, χωρίς νερό και ρεύμα. Αλλά το χειρότερο απ’ όλα ήταν η πείνα που μας είχε γονατίσει. Κάθε μέρα τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε στους δρόμους: βελανίδια, καρπούς, τα λουλούδια από τα γαϊδουράγκαθα κι αν είμασταν και τυχεροί πετυχαίναμε και κάνα μήλο ή κεράσι. Εγώ, αγόρι, πάνω στην άλκη μου δεν μπορούσα να κρατηθώ. -Μάνα, της φώναζα κάθε μέρα, πεινάω, τ’ άντερά μου στήνουν χορό!
Η κακομοίρα η μάνα μου δε μίλαγε, μόνο έγνεφε με το κεφάλι της και γυρνούσε από την άλλη, για να μην τη βλέπουμε να κλαίει. Κάτι βραδιές έβγαινε και κοίταζε στον ουρανό μονολογώντας: -Θεέ μου, Παντοδύναμε, στείλε το θανατικό σε όλο το Φασισταριό και σε μας σύννεφα πολλά να βρέξει, να βγούνε σαλιγκάρια! Όμως ο Θεός είχε άλλα σχέδια· γι’ αυτό το επόμενο πρωί ξύπναγε αχάραγα να μαζέψει ξύλα, για να τα πουλήσει, να τ’ ανταλλάξει δηλαδή, με κάνα αυγό ή με κανένα ξεροκόμματο. Τ’ απογεύματα πηγαίναμε όλοι μαζί κάτω στη ρεματιά και πιάναμε κάτι βούζες. Εγώ ήθελα να τις φάω, αλλά οι άλλοι μου φώναζαν ότι θα πεθάνω. Καθόμουν λοιπόν και τις φούσκωνα με τα κοτσάνια από το στάρι κι απέ τις κρεμούσα σ’ ένα δέντρο, για να τρομάζω τους Γερμανούς να μην πατήσουν στο χωριό μας. Σχολείο τότε δεν πηγαίναμε. Στο διπλανό χωριό, το είχαν κάνει κέντρο για συσσίτιο. Αλλά και όπου λειτουργούσαν σχολεία το πρόγραμμα ήταν κουτσουρεμένο και όσα διδάσκονταν λογοκρίνονταν από την Κυβέρνηση και από τις Δυνάμεις της Κατοχής.
Έτσι περνούσαν οι μέρες με δυσκολίες και ανέχειες και έφθασε ο Οκτώβρης του ’44. Η πείνα είχε φθάσει στο απροχώρητο. Στις αδερφές μου είχαν πεταχτεί τα μάτια όξω και η μάνα μου είχε σκεβρώσει και της πονούσαν τα κόκκαλα από την υγρασία. Κάθε βράδυ μας έβαζε νωρίς για ύπνο κι αυτή καθόταν σιμά στο τζάκι μπας και της σταματήσουν οι πόνοι από την πύρα και μοιρολογούσε τον πατέρα μου. -Μάνα, πεινάμε! Άστα πια τα μοιρολόγια κι ο πατέρας δε γυρνάει πίσω! της φωνάζαμε κι αυτή μας έλεγε να ξαπλώσουμε μέχρι να μας βράσει χυλό από μπομπότα που της είχαν δώσει εκείνη την ημέρα. Αλλά απλώς μας ξεγελούσε, για ν’ αποκοιμηθούμε και να ξεχάσουμε την πείνα μας. Κι αυτή συνέχιζε κλαμένη τους θρήνους:
«Για κάτσετε τριγύρω μου να δούμε ποιος μας λείπει.
Μας λείπει ο κάλλος του σπιτιού της φαμελιάς ο πρώτος.
Που ’ταν στο σπίτι φλάμπουρο στην εκκλησιά φανάρι
Το φλάμπουρο τσακίστηκε και το φανάρι εσβήσθη.
Τι στέκεστε ορφανά παιδιά σαν ξένοι σαν διαβάτες
Και δε λαλούν τα χείλη σας σαν άγριο χελιδόνι;
Παιδιά σας κλαιν οι μάνες σας, αδέλφια οι αδελφάδες
Άντρες σας κλαιν τα ταίρια σας σας κλαίνε τα παιδιά σας.
Γιατί ο κόσμος είν’ δενδρί κι εμείς οπωρικό του
Κι ο Χάρος που είν’ ο τρυγητής μαζώνει τον καρπό του».
Ένα βράδυ μείναμε ξύπνια. Είχαν πιάσει και τα πρώτα κρύα, το ταβάνι στην καλύβα έσταζε κι ο αέρας έξω παρέσερνε τα πάντα στο διάβα του. Εμείς, και τα τρία, είχαμε τυλιχτεί με κάτι σάισματα πάνω στο κασελοντίβανο. –Μάνα, της είπαμε ξεψυχισμένα, αν δε μας βράσεις φαΐ να φάμε δε θα τη βγάλουμε τη νύχτα απόψε! Η μάνα τότε άρχισε να αναστενάζει κι έριξε λίγα κλαριά μέσα στο τζάκι. Σχεδόν λιπόθυμη έβαλε έναν μαυρισμένο τέντζερη πάνω στην πυροστιά και βγήκε, παραπατώντας έξω στο κρύο και τη βροχή κάτι να φέρει. Και σε λίγο γύρισε. Είχε τυλίξει κάτι βαρύ μες στην ποδιά της και πήγε και πλαφ! το έριξε μέσα στον καυτό τον τέντζερη, ανακατεύοντας με μια ξύλινη κουτάλα. Κινάει να πάει μέσα στην κουζίνα να φέρει τάχατες το αλάτι κι εγώ πετάχτηκα σαν ελατήριο από το στρώμα να πάω να δω τι ήταν αυτό που έκανε τέτοιο κρότο. Ανοίγω το καπάκι και τι να δω; Μια μεγάλη γκρίζα πέτρα γεμάτη λάσπες να κοχλάζει και από πάνω της κολλημένο ένα μικρό σαλιγκαράκι.
Και τότε μ’ έπιασαν τα κλάματα. Όχι που θα μέναμε πάλι νηστικοί, αλλά για το ψέμα της απεγνωσμένης μάνας μου. Κι έτσι το πήρα απόφαση: δε θα της παραπονιόμουν ποτέ ξανά! Γύρισα πίσω στο στρώμα χωρίς να πω τίποτα στις αδερφές μου και ξάπλωσα ακίνητος, σχεδόν νεκρός. – Πάει, θα πεθάνουμε σύντομα, σκέφτηκα, και τις κοίταξα με θλίψη. Αλλά δε μ’ ένοιαζε. Γιατί ο παπα-Πέτρος από το διπλανό χωριό μας είχε πει στο Κατηχητικό ότι τα παιδάκια που πεθαίνουν πάνε στον Παράδεισο. Κι εκεί επιτέλους θα συναντούσαμε τον πατέρα μας· και δε θα πεινούσαμε ποτέ ξανά.
Εκείνο το βράδυ έπεσα σε λήθαργο. Με ξύπνησαν την άλλη μέρα οι καμπάνες του Αϊ-Λιά που χτυπούσαν γιορτινά. Με όση δύναμη μου είχε απομείνει σηκώθηκα και βγήκα έξω. Η γειτόνισσα, η τρελο-Γιώργαινα, όπως τη φώναζαν, κατηφόριζε ξεμαλλιασμένη μ’ ένα μισοσκισμένο μισοφόρι στη ραχούλα φωνάζοντας : -Έφυγαν οι φασίστες! Έφυγαν οι ναζιστές! Θάνατος στους δωσίλογους! Ψωμί – Ειρήνη – Γη! Κι ανέμιζε στα χέρια της μια ξεφτισμένη σημαιούλα.
Ένα ρίγος πέρασε τότε από την πλάτη μου και έκλεισα τα μάτια θολωμένος: δωσίλογοι…. ναζιστές…. φασίστες….. δεν καταλάβαινα καν τι σήμαιναν οι λέξεις. – Ψωμί, ψωμί! φώναξα ξεψυχισμένα· και πήρα να κουτρουβαλάω στην πλαγιά….
…………………………………………………………………………………………………………
Ψωμί – Γη – Ειρήνη: σύνθημα της Οκτωβριανής Επανάστασης, 1917
΄Αλκη: αλκή (τονικό παρώνυμο – ιδιωματισμός) δύναμη, ευρωστία/ εδώ: νιότη, ανάπτυξη
Βούζες: είδος μεγάλου, βραδυκίνητου, καφέ βατράχου.
Απέ: μετά
Σάισμα: χειροποίητο υφαντό ρούχο, κατασκευασμένο από μαλλί γίδας, επεξεργασμένο στο χέρι και στη νεροτριβή. Χρησιμοποιούταν είτε ως στρωσίδι, για την κάλυψη δαπέδου, είτε ως υπόστρωμα κρεβατιού.
Κασελοντίβανο: χαμηλό ξύλινο κρεβάτι σαν καναπές, χωρίς κεφαλάρι, με αποθηκευτικό χώρο.
Κουτρουβαλάω: ορμάω, τρέχω άτσαλα ή με το κεφάλι (κούτρα) σε κατηφορικό δρόμο
Το μοιρολόι της μάνας : Ηπειρώτικος θρήνος (περικοπή) – ολόκληρο εδώ ???? https://elpmousiki.weebly.com/thetaalphanualphatauomicronsigma—muomicroniotarhoomicronlambdaomicrongammaiotaalpha.html
