Στην παραδοσιακή μορφή της τάξης υπάρχει ο εκπαιδευτικός, ο οποίος ακολουθώντας ένα ήδη δοσμένο πρόγραμμα σπουδών προσπαθεί να καθορίσει το πώς θα κινηθούν τα πράγματα. Παρουσιάζει το εκπαιδευτικό υλικό που χρειάζεται να διδάξει, καθορίζει το ρυθμό του τμήματος και αποφασίζει για το πότε θα γίνουν οι δραστηριότητες που θεωρούνται αναγκαίες. Η τεχνολογία (π.χ. eclass) αξιοποιείται υποστηρικτικά, ώστε το εκπαιδευτικό υλικό να είναι διάθεσιμο ανά πάσα στιγμή και να έχει μία δομή που μπορεί να ακολουθήσουν οι μαθητές. Αλλά ήδη εδώ τα πράγματα μπορούν να κινηθούν διαφορετικά!
Τουλάχιστον στη θεωρία, μέσω πλέον της δυνατότητας για ψηφιακή μάθηση είναι οι μαθητές που αποφασίζουν να εκκινήσουν μία διαδικασία μάθησης, η οποία να πηγάζει από τις δικές τους ανάγκες. Δεν έρχεται δηλ. ο δάσκαλος ή ο εκπαιδευτικός να επιβάλει μία ύλη, αλλά ο κάθε μαθητής αναζητά στην δοθείσα ύλη αυτό που χρειάζεται να μάθει. Αυτό είναι το πρώτο σημείο διαφοροποίησης. Το δεύτερο έχει να κάνει ότι η αναζήτηση αυτή συνδέεται με το συγκεκριμένο πρόβλημα που χρειάζεται να επιλύσει ο κάθε μαθητής. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η γνώση δεν μένει μόνο στο θεωρητικό της πλαίσιο, αλλά μετατρέπεται σε κάτι πιο δημιουργικό, αφού δίνει απαντήσεις στα ερωτήματα που υπάρχουν.
