Ο Πειραιάς του 1922 δεν έμοιαζε με πατρίδα. Έμοιαζε με τον λαβύρινθο που διάβαζε ο Μιχάλης όταν ήταν πιο μικρός και κάπου εκεί βρισκόταν και ο Μινώταυρος. Λαβύρινθος με φωνές και σφυρίγματα πλοίων. Ο Μιχάλης μόλις δώδεκα χρονών, περπατούσε στον μόλο του Αγίου Νικολάου νιώθοντας τα χέρια του να τρέμουν, όχι από το κρύο, αλλά από το βάρος της ευθύνης. Μετά τον χαμό του πατέρα του στο Αϊβαλί, η πείνα είχε γίνει ο μόνος του σύντροφος. «Να θυμάσαι από πού κρατάς, του είχε ψιθυρίσει η μητέρα του στο αυτί το πρωί καθώς τον άφηνε να βγει στο λιμάνι για το πρώτο του μεροκάματο.
Η μέρα ήταν σκληρή. Αντρικές φωνές παντού, δουλειά σκληρή. Ο επιστάτης, ένας άντρας ηλικιωμένος με πρόσωπο σκληρό και ανέκφραστο του φώναζε υποτιμητικά «Μικρασιάτη» ή «Γαβριά» κάθε φορά που ο Μιχάλης αργούσε να κουβαλήσει τα καφάσια που ήταν διπλάσια από το βάρος του. Η φωνή του χοντρού επιστάτη όμως κάθε φορά και τα υποτιμητικά σχόλια του, τού θύμιζαν τον στόχο του, το μεροκάματο, πιο πολύ τον πλήγωναν τα σχόλια παρά οι πληγές στα χέρια του. Μέσα στο σκοτάδι μια στιβαρή παλάμη ακούμπησε τον ώμο του. Ήταν ο μπάρμπα-Νικόλας, ένας γερο-ναυτικός με μάτια που θύμιζαν το μπλε του Αιγαίου. «Μην τους ακούς μικρέ. Εσείς έχετε χρυσή καρδιά και καθαρά χέρια» του είπε, δίνοντας του ένα κομμάτι ψωμί. «Έχεις πείσμα και είσαι εργατικός, όλα θα πάνε καλά» του έλεγε ο μπάρμπα-Νικόλας
Καθώς το σούρουπο έπεφτε και η δουλειά τελείωνε, ο Μιχάλης άρχισε να επιστρέφει στην παράγκα τους στο Χατζηκυριάκειο. Περνώντας έξω από ένα φωτισμένο παράθυρο κοντά στο Ζάννειο, σταμάτησε απότομα. Μέσα το φως μιας λάμπας φώτιζε πάνω στις σελίδες ενός ανοιχτού βιβλίου. Ένας δάσκαλος διάβαζε δυνατά και άλλα παιδιά με πρόσωπα μουντζουρωμένα από τη δουλειά σαν το δικό του, τον άκουγαν υπνωτισμένα. Εκείνη τη στιγμή ο Μιχάλης μαγεύτηκε κι αυτός και ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά. Ξαφνικά ένιωθε άλλου είδους πείνα, του άνοιξε η όρεξη για να μάθει, να μάθει πράγματα άλλα, που του κάνουν την καρδιά να πετάει και χτυπάει πιο γοργά. Ο Μιχάλης ένιωσε ακίνητος κοιτάζοντας τις σελίδες σαν να ήταν θησαυρός. Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε. Ο δάσκαλος, ένας ψηλός άντρας με γαλήνιο βλέμμα, τον είδε να στέκεται στο σκοτάδι. Δεν τον έδιωξε. Αντίθετα τον πλησίασε και του χαμογέλασε. «Έλα μέσα παλικάρι μου» του είπε χαμηλόφωνα με γλυκιά φωνή. «Εδώ είναι το Νυχτερινό Σχολείο, θες να έρθεις αύριο;» τον ρώτησε και ο Μιχάλης μηχανικά του έγνεψε καταφατικά σαν να τον έσπρωχνε μια αόρατη δύναμη σαν μαγνήτης.
Όταν έφτασε στην παράγκα, η μητέρα του τον περίμενε. Άφησε τα λίγα κέρματα πάνω στο τραπέζι. Η λάμψη στα μάτια της ήταν η ανταμοιβή του, αλλά η σκέψη του παρέμενε στο φωτισμένο εκείνο παράθυρο του Ζαννείου.
Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, ο Μιχάλης δεν ονειρεύτηκε το λιμάνι ούτε τη δουλειά. Ονειρεύτηκε τα γράμματα, το Ζάννειο, τον δάσκαλο, τα βιβλία, τις λέξεις που θα τον έκαναν ελεύθερο και όχι πρόσφυγα. Ο πατέρας του, από κάπου ψηλά, θα ήταν σίγουρα περήφανος γιατί θα έβλεπε ότι ο γιος του δεν έμαθε μόνο να επιβιώνει, αλλά να αναζητεί το φως, ένα φως για έναν άλλο κόσμο γεμάτο γράμματα και αξιοπρέπεια.
Γεωργία Σπηλιωτοπούλου Γ΄4
Σημείωση:
Το διήγημα δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του Ομίλου Φιλαναγνωσίας και Δημιουργικής Γραφής του Ζαννείου Πρότυπου Γυμνασίου Πειραιά με υπεύθυνη καθηγήτρια την κ. Ειρήνη Ραγκούση, για την συμμετοχή στο 4ο Μαθητικό Συνέδριο με τίτλο: «Έλα να σου μιλήσω για τον τόπο μου».
