ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

ΑΠΟ: ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ - Ιουν• 10•13

Ντοροντόσκα

Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδεςκαι άνοιγαν δύο γούβες στις δύο απέναντι άκρες του γηπέδου (αντί για σημερινά τέρματα στο ποδόσφαιρο).Η Ντοροντόσκα ήταν ένα τενεκεδάκι από γάλα,από κονσερβα κ.τ.λ.,τοποθετημένο στο κέντρο του γηπέδου.Όλοι οι παίκτες κρατούσαν ένα ραβδί που μ΄αυτό χτυπούσαν,κινούσαν κι έδιναν πάσα την Ντοροντόσκα.Στοχος της κάθε ομάδας ήταν να ρίξουν το τενεκεδάκι στη γούβα τις απέναντι ομάδας.(Μπορούμε να το συσχετίσουμε με το χόκε’ι” επί πάγου.)

Κεραμιδάκια

Τα παιδία χωρίζονται σε δυο ομάδες,χάραζαν έναν κύκλο στο κέντρο του χώρου παιχνιδιού τους,έστειναν το ένα πάνω στο άλλο 6 -9 κεραμιδάκια και σε απόσταση 5-6 μέτρων χάραζαν μια γραμμή.Τα παιδιά της πρώτης ομάδας ένα ένα,πατώντας στην γραμμή,σημάδευαν με ένα μικρό τοπι για να γκρεμισουν τα κεραμιδακια.Αν αποτύχεναν,ερχόταν η σειρά τις δεύτερης ομάδας όταν κάποιο παιδί τα γκρέμιζε,η ομάδα του διασκορπιζόταν γύρω ενώ η άλλη φρόντιζε να πιάσει το μπαλάκι.Απ’αυτή τη στιγμή άρχιζε το ενδιαφέρον και η δράση.Στόχος της μιας ομάδας ήταν να αγωνίζονται και ξαναστήζουν τα κεραμιδάκια,ενώ της άλλης ομάδας ήταν να αγωνίζονται να ξαναστήσουν τα κεραμιδάκια,ενώ της άλλης να τους χτυπούν με το τοπάκι για να τους »φαγώσουν»,δηλαδη, να τους βγάλουν έξω από το παιχνίδι.Νικούσαν αυτοί που τα κατάφερναν.Τότε,συχνά,κάποια παιδιά στέκονταν επίτηδες να χτυπηθούν για να παρασύρουν το τόπι μακριά και να δώσουν καιρό στους δικούς τους να τελειώσουν το στήσιμο των κεραμιδιών.

Πετάει- Πετάει

Ένα παιδί έκανε τη “μάνα”. Τα άλλα παιδιά, μαζεμένα γύρω από τη μάνα, ακούμπαγαν το δείχτη του χεριού τους στο τραπέζι, στο πεζούλι κτλ. Η μάνα ακούμπαγε κι αυτή το δείχτη της και έλεγε: Πετάει, πετάει…. (π.χ.) ο αετός, ο αετός, ο αετός… ο γιατρός! ή πετάει, πετάει… το αηδόνι, το αηδόνι, το αηδόνι… το πεπόνι! Όταν άκουγαν “αετός” οι παίχτες, έπρεπε να σηκώσουν ψηλά τους δείχτες τους μαζί με τη μάνα, γιατί ο αετός πράγματι πετάει, ενώ δεν έπρεπε βέβαια να σηκώνουν το χέρι τους στο άκουσμα “γιατρός”.
Όποιος ή όποια απ’ τα παιδιά ξεγελιούνταν και έχαναν, υποχρεώ­νονταν να κάνουν κάποια αστεία μίμηση, που θα ζητούσε η μάνα.
Μπιζ
Παιζόταν από πολλά παιδιά, περισσότερα από δύο. Το παιδί που “τα φύλαγε” έβαζε το ένα του χέρι σαν παρωπίδα στα μάτια του, για να μη βλέπει, περνούσε το άλλο του χέρι μπροστά από το στήθος του και το έβγαζε κάτω από τη μασχάλη, με την παλάμη προς τα έξω τεντωμένη.
Τα άλλα παιδιά πήγαιναν πίσω του και ένα από αυτά χτυπούσε την παλάμη, ενώ όλα φώναζαν “Μπιζζ” κουνώντας, μπροστά του πια, το δεξιό τους δείχτη σαν έντομο που βούιζε. Το παιδί που τα φύλαγε έπρεπε να μαντέψει ποιο παιδί το χτύπησε. Αν το πετύχαινε, τα φύλαγε αυτό το παιδί, αν όχι, συνέχιζε ο ίδιος.

Πεντοβολά

Διάλεγαν πέντε (5) πετρούλες στρογγυλές. Η μία απ’ αυτές ήταν λίγο πιο μεγάλη. Αυτήν τη χρησιμοποιούσαν για να την πετούν προς τα πάνω και να την πιάνουν, καθώς θα πέφτει, με το ένα χέρι. Σε κάθε πέταγμα έκαναν και μια ξεχωριστή κίνηση του παιχνιδιού. Οι κινήσεις είχαν την εξής σειρά. Πρώτα έριχναν κάτω τα τέσσερα πεντοβολά και τα έπιαναν ένα ένα Μετά έριχναν τα δύο (χωρίς να ακουμπάει το ένα με το άλλο) και τα έπιαναν μαζί. Με τον ίδιο τρόπο ακολουθούσαν τα τρία και τα τέσσερα. Αυτό ήταν το πρώτο μέρος. Στο δεύτερο μέρος τα έριχναν όλα κάτω (τα τέσσερα), έκαναν το αριστερό τους χέρι καμάρα και τα περνούσαν ένα ένα από κάτω στην αρχή, μετά δύο δύο, μετά τρία και ένα και μετά και τα τέσσερα μαζί.
Στο τρίτο μέρος πετούσαν και τα πέντε πεντοβολά ψηλά και έπρεπε να τα πιάσουν όλα στα δυο τους χέρια που ήταν ενωμένα από την πάνω μεριά σε γωνία (οι παλάμες ανάποδα).
Τα πεντοβολά παίζονταν από δυο παιδιά, κυρίως κορίτσια. Στη διάρκεια του παιχνιδιού αν κάποιο παιδί έχανε (π.χ. του έπεφτε το πεντόβολο που πετούσε ψηλά ή δεν περνούσε καλά κάτω απ’ την καμάρα κτλ.), έπαιζε το άλλο. Όταν ερχόταν ξανά η σειρά του πρώτου, ξεκινούσε από το σημείο που είχε χάσει.

Πατάω – πατώ (κουτσό)

Παιζόταν με ένα κεραμιδάκι από δύο κορίτσια. Σχεδίαζαν στο χώμα το παρακάτω σχήμα:

.png

Αφού τα έδειχναν (τα έβγαζαν) και έβλεπαν ποια θα έπαιζε πρώτη, ξεκιναει το παιχνιδι.
.
.
Πρώτο μέρος: Με κουτσό έσερναν το κεραμιδάκι από το κουτάκι 1 στο 2 στο 3 στο 4 στο 5 στο 6 στο 7 και στο 8 και επιστροφή με τον ίδιο τρόπο μέχρι να το βγάλουν έξω. Δεν έπρεπε να πατήσουν στην γραμμή και έπρεπε το κεραμιδάκι να πάει από το ένα κουτάκι στο άλλο με μια κίνηση.

Δεύτερο μέρος: Πετούσαν το κεραμιδάκι στο 1, πατούσαν με κουτσό στο 2 μετά στο 3, άνοιγαν τα πόδια στο 4 και 5, μετά με κουτσό στο 6 και στη συνέχεια άνοιγαν πάλι τα πόδια στο 7 και στο 8. Έπαιρναν στροφή ακολουθώντας την ίδια πορεία. Όταν έφταναν στο 2, έπαιρναν με τα χέρια το κεραμιδάκι από το 1 και αφού πατούσαν στο 2 κανονικά, έβγαιναν έξω. Αυτό γινόταν με όλα τα κουτάκια. Εδώ πρέπει να πούμε ότι όταν πετούσαν το κεραμιδάκι στο 4 ή στο 5, δεν άνοιγαν τα πόδια όπως έκαναν πιο πάνω. Το ίδιο επαιζαν και στο 7 ή στο 8.

Εδώ το δύσκολο ήταν να πετάξεις το κεραμιδάκι μέσα στα μακρινά κουτάκια. Συνήθως ξέφευγε απ’ αυτό που ήθελες να πάει.

Τρίτο μέρος: Πετούσαν το κεραμιδάκι έξω από το σχήμα (πέρα από το 7 – 8) και έπρεπε, ακολουθώντας τη γνωστή πορεία του δεύτερου μέρους μέχρι το 7 – 8, να κάνουν μετά ένα βήμα κουτσό, μακρύ όσο χρειαζόταν, και να πατήσουν το κεραμιδάκι με το ένα πόδι τους.

Στη διάρκεια του παιχνιδιού αν κάποιο κορίτσι χασει, παιζει το άλλο. Όταν ερχόταν ξανά η σειρά του πρώτου, ξεκινούσει απ’ το σημείο που είχε χάσει.

Τσιμίκα – Τσομάκα (Τσιλίκι)

Παιζόταν με δυο ομάδες από 3-5 άτομα, κυρίως αγόρια. Έπαιρναν ένα ξύλο πολυ χοντρο όσο ένα δάχτυλο και μάκρος 15-20 εκατοστά και το έξυναν, όπως ένα μολύβι, κι από τις δυο μεριές. Άνοιγαν μια γουβίτσα μακρόστενη και έβαζαν το ξύλο (τσιλίκι) στην άκρη της, μισό έξω(περιπου). Η ομάδα που έβγαινε (αφού τα έδειχναν), έπαιζε πρώτη στη γουβίτσα ενώ η άλλη απομακρυνόταν.

Ο πρώτος της ομάδας χτύπαγε σιγανά, με μια μικρή σανίδα, τη μύτη του τσιλικιού και μόλις αυτό σηκωνότανε λίγο, το ξαναχτυπούσε δυνατά να φύγει μακριά προς τα εκεί που ήταν διασκορπισμένη η άλλη ομάδα. Αν κάποιος της άλλης ομάδας έπιανε το τσιλίκι (με τα χέρια, με τη ζακέτα, με το σακάκι ή με την ποδιά), κέρδιζε και ακολουθούσε ο δεύ­τερος, ο τρίτος κτλ. από την πρώτη ομάδα.

Αν κανείς από την άλλη ομάδα δεν έπιανε το τσιλίκι, τότε ξανάπαιζε ο ίδιος, πολλες φορές μέχρι να χάσει. Αν έχαναν όλοι της πρώτης ομάδας, ερχόταν η δεύτερη ομάδα στη γουβίτσα και στο τσιλίκι.

Τέλος νικούσαν αυτοί που ήταν στη γουβίτσα, περισσότερες φορές.

Βεζίρης

Παιζόταν με το κότσι από το πόδι κάποιου ζώου. Αυτό, ως γνωστόν, έχει σχήμα που μοιάζει με ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο. Το πέταγαν λοιπόν σε μια επίπεδη επιφάνεια (τραπέζι, σκαλοπάτι, αυλή, δρόμο, κτλ.) και ανάλογα με το πώς στεκόταν, είχαμε και τα σχετικά αποτε­λέσματα. Ο καθένας το πέταγε με τη σειρά που τα είχαν δείξει.

Αν στεκόταν όρθιο κατακόρυφα (συνήθως δύσκολο), τότε αυτός που το έριξε οριζόταν “Βασιλιάς” και θα έδινε τις διαταγές. Αν στεκόταν όρθιο οριζόντια (μέτρια δύσκολο), τότε αυτός που το έριξε οριζόταν “Βεζίρης”, έπαιρνε το λουρί ή τη βέργα και εκτελούσε τις διαταγές που έδινε ο βασιλιάς. Αν δεν στεκόταν όρθιο, αλλά έπεφτε πλάκα που να φαίνεται η τρύπα που έχει το κότσι στη μια πλευρά του, τότε αυτός που το έριξε οριζόταν “Κλέφτης” και δεχόταν τις διαταγές- ποινές του βασιλιά, που ήταν τριών ειδών: 1. Λαδάτες (σιγανές), 2. Ξιδάτες (δυνατές), 3. Γαϊδουροκουνάτες (πολύ δυνατές). Τέλος, αν έπεφτε πλάκα, αλλά από την απέναντι πλευρά του “Κλέφτη”, τότε αυτός που το έριξε οριζόταν “Ψωμάς” και απλώς παραχωρούσε τη σειρά στον επόμενο παίχτη. Οι τίτλοι άλλαζαν χέρι, αν κάποιος άλλος παίχτης πετύχαινε τη σχετική θέση με το κότσι. Γι’ αυτό ο εκάστοτε Βασιλιάς” έπρεπε να είναι πολύ προσεχτικός στις διαταγές του, γιατί «ό,τι κάνεις, λάβεις”. Τα τελευταία χρόνια παιζόταν αυτό το παιχνίδι και με το σπιρτόκουτο, αφού πρώτα σημάδευαν την επιφάνεια του κουτιού πού θα ήταν ο “Κλέφτης”.

Σχολιάστε

Top