Στο τρίτο βιβλίο της Ιστορίας του ο Θουκυδίδης, εξιστορώντας τον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε στην Κέρκυρα το καλοκαίρι του 427 π.Χ., αποτυπώνει για πρώτη φορά τις αποκρουστικές μεταβολές που επιφέρει ο πόλεμος στην ψυχή του ανθρώπου και στην κοινωνική και πολιτική ζωή, περιγράφοντας την παθολογική εικόνα του πολέμου.
Ο πόλεμος, ιδιαίτερα ο εμφύλιος, μοιάζει με μια ανίατη και θανατηφόρα ασθένεια. Αλλάζει τους ανθρώπους προς το χειρότερο, τους εξαχρειώνει και τους καθιστά ανήθικους, χωρίς ηθικούς φραγμούς. Οι άνθρωποι γίνονται βίαιοι και εκδικητικοί, οι νόμοι καταπατώνται και το μόνο που έχει σημασία είναι η επικράτηση με κάθε μέσο εναντίον του αντιπάλου. Δικαιοσύνη δεν υπάρχει, παρά μόνο πλεονεξία, φιλοδοξία και φιλαρχία. Εξαπλώνεται κάθε είδους κακία, ενώ η ηθική κατακρίνεται και εξαφανίζεται, όπως και η αξιοκρατία. Οι μετριοπαθείς θανατώνονται και αναδεικνύονται οι νοητικά κατώτεροι. Οι αξίες όλες ανατρέπονται και επικρατεί το χάος.
Αυτή η εικόνα του πολέμου είναι τελείως αντίθετη από τις ιδανικές περιγραφές του ηρωικού πολέμου που έχουμε συνηθίσει να διδασκόμαστε, σύμφωνα με τις οποίες άνθρωποι με ηρωισμό κι αυτοθυσία μάχονται για υψηλές αξίες και ιδανικά. Είναι εικόνα αποκρουστική, αλλά, ταυτόχρονα, περισσότερο ρεαλιστική και κυρίως διαχρονική.
Οι πόλεμοι από την εποχή του Θουκυδίδη δεν έχουν αλλάξει. Εξακολουθούν να είναι σαν μια κακιά ασθένεια.
