Τίτλος: Το Χριστόψωμο
Μεταξύ των πολλών δημοτικών τύπων, τους οποίους θα έχουμε να εκμεταλλευτούμε τους μελλοντικούς διηγηματογράφους μας, πρέπει να κατέχει θέση ή κακή πεθερά, ώς και ή κακή μητέρα. Η κακή μητέρα κάποιες φορές προσπαθεί να διαπραγματευτεί ή να ενημερώσει τους αναγνώστες μου.
Μια κακή πεθερά σήμερα στο λόγο. Όταν έφταιγε η άτυχη νέα Διαλεχτή, όπως ονομαζόταν, μητέρα του Κασαδρεώς μπάρμπα- Μανώλη, μεταναστεύε κατά την Ελληνική Επανάσταση στα νησιά του Αιγαίου, όταν πέφτω στην στεριά και άστεγος; Είχε νυμφευθεί στην επταετία, τότε είχε μετέβη στα λουτρά της Αιδηψού, τον έδιωξαν στον πέμπτο χρόνο για να οδηγήσει σε ένα αίσιο τέλος με τα βότανα, μάταια, ή γη έμεινε άγονη. Δύο ή τρεις γύφτισσες τον έδιωξαν γιατί φόρεσε φυλαχτά θαυματουργικά κάτω από την μασχάλη του, αυτό ήταν το μόνο μέσο, όπως η γέννηση, και μάλιστα γιό. Τέλος ο Καλόγηρος τις Σιναΐτης του έδωσε ένα κομπολόι, για να τον βάφτιση και να πίνει το άγιο νέρο. Όλα μάταια. Στο τέλος με την απελπισία που έχει και ξεκούρασε την συνείδηση του, και δεν νόμιζε τον εαυτό του να είναι ένοχος. Αυτό όμως δεν γνωρίζει και την γριά Καντάκαινα, η πεθερά της, αυτός απέρριψε την νύμφη αυτής για το σφάλμα της να μην αποκτήσει εγγονό από την γήρανση της. Είπε την αλήθεια ότι η σύζυγος της Διαλεχτής που ήταν το μοναδικό απόγονος της γήρανσης, και δεν συμφωνούσε με την μητέρα του για την γνώμη της μητέρας εναντίον της σύζυγός του. Αν δεν γέννησε η σύζυγος του, η γενεά εχανέτω. Περίεργο όταν πας στην Ελληνική εποχή μας πρέπει να θεωρεί το Χρέος και να έχει την ανάγκη να δικαιώσει το γένος τους. Κάθε φορά που ο γιος επιστρέφει από το ταξίδι του, διότι είχε το ιστιοφόρο πλοίο με τρία πανιά και εκτόπισμα μέχρι 200 τονών, και ήταν πολύ τολμηρό με την ναυτιλία, η γριά Καντάκαινα έρχεται να φτάσει κοντά του, που οδηγεί στο σπιτάκι της, του διάβαζε, του έδινε οδηγίες, του έβαλε οι Ρουφιανίες και του προπέμπει παρά για την γυναίκα του. Και δεν είπε τα ελαττώματα που έχει, αλλά αύξανε που δεν ήταν μόνο τα <<μάρμαρα>>, δηλαδή πρωραία έκταση, νύμφη της, αυτό δεν αρκεί, ήταν βρόμικη, ασυγύριτη, ξετσίπωτη, κτλ. Όλα τα είχε, <<η γυναικεία αμφίβολικη ηθική, χωρίς να είναι κληρονόμος>>. Ό καπετάνιος Καντάκης, ζαλισμέμος, θαλασσοπνίγεται, τα ακούει όλα αυτά, ή φαντασία του φουσκώνει, έρχεται έπειτα συναντούσε τους συναδέλφους του στο ναυτικό, άρχιζαν να τον καλωσόριζουν, καλώς σας ήρθα, έπινε επτά ή οκτώ ποτήρια ρούμι, και με τριπλή ζαλάδα, την έκτη θάλασσα, εκείνης της γυναικείας δυσφήμιση και εκείνων των ποτών που έπινε, εισέρχομαι στο σπίτι και βάρβαρες σκηνές συνέβαιναν μεταξύ αυτού και της γυναίκας του. Έστι που είχαν τα πράγματα μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων του έτους 1865. Ό καπετάνιος Καντάκης μετά από πέντε μέρες είχε πλεύσει με το ιστιοφόρο πλοίο του απέναντι στα νησιά με φορτία αρνιών και κατσικιών, και ήλπιζε ότι θα γιόρταζε τα Χριστούγεννα στο σπίτι του. Αλλά ο λογαριασμός που έκανε με τον ξενοδόχο, δηλαδή με τον Βορρά, φύσαγε πολύ άγρια, και έκλεισε όλα τα πλοία στους όρμους του λιμανιού όπου έβρισκαν. Είπε ότι ο καπετάνιος Καντάκης ήταν τολμηρός στην ναυτιλία. Στην παραμονή των Χριστουγέννων, ό άνεμος φυσούσε λίγο, αλλά εξακολουθεί να φυσάει. Στη νύχτα ο άνεμος δυναμώσε. Οι ναυτικοί στην αγορά στοιχηματίζαν ότι, αφού έπεσε να φυσάει από τον Βορρά, ο καπετάνιος Καντάκης θα έφτανε την νύχτα. Η σύζυγος του δεν ήταν εκεί να τον ακούσει και δεν τον περίμενε. Αυτή δέχθηκε κατά την παραμονή την επίσκεψη της πεθερά της, ασυνήθιστα συμπεριφέρθηκε φιλικά και ευγενικά και ήταν χαμογελαστή, είχε ευχηθεί το απαραίτητο <<καλό δέσιμο>> και για χιλιοστή φορά το στερεότυπο << με ένα καλό γιό>>. Και όχι μόνο αυτό αλλά να προσφέρει και ένα χριστόψωμο. Το ζύμωσε μόνη της, είπε η θεία Καντάκαινα, με γεια να το φάς. Θα το φυλάξω μέχρι τα Φώτα, για να αγιάσθει, παρατήρησε ή νύμφη. Όχι, όχι, είπε μετά είπε η σπουδαία ή γριά, το δικό της φυλάει ή καθεμία νοικοκυριά μέχρι τα Φώτα, το δώρο που της έδωσε ή γριά τρώγεται. Καλά, απάντησε ήρεμα ή Διαλεχτή, του λόγου σου ξέρεις καλύτερα. Ή Διαλεχτή έχει μια νέα αγαθωτή ψυχή, τίποτα δυνατόν να φανερώσει ή να υποψιαστεί κάτι κακό. Πώς το έπαθε ή πεθερά μου και μου έφερε το χριστόψωμο, είπε μόνη της με τον εαυτό της, και αφού έφυγε ή γριά, έκλεισε την πόρτα στο σπίτι της και κοιμήθηκε σαν ένα δεκάχρονο μικρό κορίτσι της γειτονιάς, που είχε συντροφιά όταν έλειπε ο σύζυγος της. Ή Διαλεχτή κοιμήθηκε πολύ νωρίς, διότι ο σκοπός είναι να πάει στην εκκλησία στα μεσάνυχτα. Ο λαός πήγε στον Αγ. Νικόλαο μόλις μετά από πεντακόσια βήματα από το σπίτι της. Τα μεσάνυχτα χτύπησαν παρατεταμένα οι καμπάνες της εκκλησίας. Ή Διαλεχτή σηκώθηκε, ντύθηκε και πήγε στην εκκλησία. Η κόρη που κοιμάται στο πλάι ήταν συμφωνημένο, ότι μόνο μέχρι να της πει να σηκωθεί να είναι εκεί, απ” όπου ξυπνάει αυτή πηγαίνει δίπλα στα αδέρφια. Τα δύο σπίτια χωρίζονται από τον ίδιο κοινό τοίχο. Ή Διαλεχτή ήρθε στον χώρο διανομής γυναικών του ναού, αλλά μόλις ήρθε μίση ώρα νωρίτερα η γυναίκα σαν φτωχή και κουστή δυστυχής, είχε υπηρετήσει ώς μια νέα κόρη της εκκλησίας, είχε έρθει και άκουσε στο αυτί της. Δώσε μου το κλειδί, ήρθε ό άντρας σου. Ό άντρας μου! ανεφώνησε ή Διαλεχτή έκπληκτη. Και αντί να δώσει το κλειδί πήγε να το δώσει ή ίδια. Έρχομαι στα σκαλιά του σπιτιού και βλέπει τον σύζυγό της βρεγμένο, να στάζει νερό και αφρό. Είμαι μισοπνιγμένος, είπε μουρμουρίζοντας αυτός, αλλά δεν είπε τίποτα. Αντί να τον πετάξει έξω, τον άφησε να καθήσει μέσα στο σπίτι. Πέσατε έξω; είπε ή Διαλεχτή. Όχι, δεν είναι, σου λέω, τίποτα. Η βραστήρα είναι σίγουρη, με δύο άγκυρες αραγμένος και καθησμένος. Θέλεις να ανάψω φωτιά; Άναψε, και δώσε μου να αλλάξω. Ή Διαλεχτή έδωσε τα ρούχα του σύζυγού της και άνοιξε πήρες. Θέλεις κανένα ζεστό; Δεν θέλω σε μένα το ζεστό, είπε ο καπετάνιος Καντάκης. Κρασί να βγάλεις. Ή Διαλεχτή έβαλε κρασί από το βαρέλι με το κρασί. Πώς δεν φρόντισες να μαγειρέψεις τίποτα; Είπε ζαλισμένος ο ναυτικός καπετάνιος. Δεν σε περίμενα απόψε, απάντησε μετά ταπεινωμένος στη Διαλεχτή. Κρέας πήρα. Θέλεις να σου ψήσω την μπριζόλα; Βάλε τη μπριζόλα στα κάρβουνα, και πήγαινε εσύ στην εκκλησία σου, είπε ο καπετάνιος Καντάκης. Θα έρθω και εγώ σε λίγο. Διαλεχτή έβαλε το κρέας στα αναμμένα κάρβουνα, που σχηματίζε ήδη, καί ετοιμάζει να υπακούσει στη διαταγή το σύζυγό της, και στη δική της επιθυμία, διότι ήθελε να επικοινωνήσει. Σήμερα ότι η φράση <<πήγαινε εσύ στην εκκλησία σου>> έβαλε τον Καντάκη να αλλάξει τον τόνο. Η μάνα μου δεν έμαθε βέβαια ότι ήρθες, παρατήρησε κατευθείαν ο Καντάκης. Εκείνη είναι στον ναό της, απάντησε ή Διαλεχτή. Θέλεις να της το πώ; Πες της να έρθει το πρωί. Η Διαλεχτή έφυγε. Ο Καντάκης τις είπε κατευθείαν. Μα τώρα είναι τρόπος να πας εσύ στην εκκλησία, και να με αφήσεις μόνο; Να ντυθώ και έρχομαι, απάντησε η γυναίκα του. Ο Καντάκης δεν το άρμεσε να αντιλήπη, ότι η απάντηση ήταν σε ένα λεύκωμα. Ότι όμως το λεύκωμα ήταν από μέσα το πού προφέρει. Ή Διαλεχτή φροντιζε να στείλει αγγελιοφόρων στην πεθερά της για ένα 12χρονων παιδί της εκείνης της γειτονικής οικογένειας, η μητέρα κοιμήθηκε διπλα τής και επέστρεψε στο ναό. Ο Καντάκης, πεινούσε τρομερά, αρχισε να καταβροχθίζει μπριζόλα. Καθόταν οκλαδόν κοντά στην εστία, βαριόταν σηκωθεί και να ανοίξει γιά να πάρει το άρτο, άλλα αριστεράτου υπήρχε πάνω στην εστία μία μικρή σανίδα που βρίσκεται πάνω της το Χριστόψωμο, το δώρο που έκανε η μητέρα της στη νύφη της. Το έφτασε και το έφαγε ολόκληρο σχεδόν μετά να ψηθεί το κρέας.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στην αυγή, ή Διαλεχτή επέστρεψε από το ναό, αλλά βρήκε την πεθερά της κοντά στον καρπό του χεριού της στο πρόσωπό της έδειχνε ότι ήταν στεναχωρημένη. Ήρθε αυτή τη στιγμή και βρίσκει κοκαλωμένο και χωρίς να κοιμηθεί. Αφού σήκωσε τα μάτια της, παρατήρησε ότι έλειπε το χριστόψωμο από την σανίδα πού βρισκόταν πάνω από την εστία, και αμέσως καταλαβε τι έγινε. Ό Καντάκης έφαγε το φαρμακομένο χριστόψωμο, το οποίο ή στρίγκλα γριά πού είχε παρασκευάσει για τη νύφη της. Γιατροί επιστήμονες δεν υπήρχαν για το μικρό νησί κανένας διενεργήθηκε. Ότι ο θάνατος προήλθε από τη συνέπεια που έκανε ο ναυαγός. Μόνη γριά ή γριά Καντάκαινα ήξερε την αιτία του θανάτου. Σημείωσε ότι η γριά δεν αισθανόταν και αυτή μέσα στο έγκλημα της, δεν κατηγόρησε τη νύφη της, αλλά τουλάχιστον υπερασπίστηκε κακολογία τον άλλων. Εάν ζούσε και μετά από τα Χριστούγεννα, ιστορική πεθερά και ακούσια παιδοκτόνος, δεν ήταν βέβαια αν ήταν πολύ ευτυχισμένη από τη γήρανση που είχε.
Η ιστορία που σάς έγραψα είναι από το βιβλίο που ονομάζεται: Τα χριστουγεννιάτικα, τα Πρωτοχρονιάτικα και των Φώτων.
Ταρκάν Αλέξανδρος
