Οι μοίρες, κόρες του Δία και της Θέμιδας, θεάς της Δικαιοσύνης, αδελφές των Ωρών ήταν 3 : η Κλωθώ, η Λάχεση και η Άτροπος.
Η Κλωθώ ήταν εκείνη, που ξεκινούσε να γνέθει το νήμα της ζωής κάθε ανθρώπου αποφασίζοντας πότε και πού θα γεννηθεί, το φύλο του και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.
Η Λάχεση ήταν αυτή που συνέχιζε να γνέθει και να μετρά το νήμα της ζωής αποφασίζοντας πόσα χρόνια θα ζήσει, τι δυσκολίες θα αντιμετωπίσει στη ζωή του. Όταν κουραζόταν να μετρά τα χιλιοστά του νήματος, σταματούσε.
Και τότε αναλάμβανε τη συνέχεια η Άτροπος, η οποία έκοβε το νήμα της ζωής του κάθε πλάσματος οριστικά και αμετάκλητα.
Οι μοίρες ήταν πάντοτε αποφασισμένες και αμείλικτες και δεν υπήρε τρόπος να τις δωροδοκήσει κανείς για να αλλάξουν γνώμη.
Μήτε οι ίδιοι οι θεοί μπορούσαν να τις αποφύγουν.
Σε μία μόνο εξαίρεση, δέχτηκαν να επιμηκύνουν τη ζωή του Άδμητου, φίλου του θεού Απόλλωνα, ζητώντας όμως να πάρει τη θέση του κάποιος άλλος, η αγαπημένη του Άλκηστη.
Ο Δίας, όταν ήρθε η ώρα που οι μοίρες όρισαν το τέλος των θεών του Ολύμπου, εξαπέλυσε ενάντια σε εκείνες τους εναπομείναντες κεραυνούς του σε μια ύστατη απέλπιδα προσπάθεια να τις τιμωρήσει.
Το μέλλον όμως ήταν προδιαγεγραμμένο.
“Τὸ πεπρωμένον φυγεῖν ἀδύνατον”
