Για πολλούς η μουσική είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους, της καθημερινότητάς τους. Είναι μέσο ψυχαγωγίας, ξεκούρασης και χαλάρωσης. Για άλλους, μουσικούς, μουσικοσυνθέτες κλπ, αποτελεί τρόπο σκέψης και έκφρασης, τρόπο ζωής και εν τέλει πλευρά του εαυτού τους. Όμως, αν και η μουσική συνιστά αναγκαιότητα για τους ανωτέρω, παραμένει κάτι ανεικονικό και απόλυτα αφηρημένο.
Επιχειρώντας να ορίσουμε τι είναι μουσική, θα διαπιστώσουμε ότι καμιά προσπάθεια δεν φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα, αφού η μουσική είναι – σχεδόν – τα πάντα και γι” αυτό απροσδιόριστη. Βέβαια, η μουσική είναι είδος τέχνης ή Η Τέχνη κατά Σοπενάουερ και Νίτσε. Αρχικά,οι αρχαίοι Έλληνες ταύτιζαν την έννοια της μουσικής με αυτή της παιδείας και της καλλιέργειας του ανθρώπου, έννοιες που σήμερα έμμεσα σχετίζονται με τη μουσική. Αυτό που είναι άξιο παρατήρησης, είναι ότι η μουσική (ως φαινόμενο, αγαθό, πράξη, τέχνη, μέσο τέρψης) είχε τοποθετηθεί σε περίοπτη θέση. Για τους αρχαίους ήταν η πραγματοποίηση μιας «ιδέας» εξέχουσας. Στα νεότερα χρόνια, άνθρωποι προερχόμενοι από καλλιτεχνικά ρεύματα έδωσαν στη μουσική ορισμούς φορτισμένους από την ιδεολογία που πρέσβευαν. Για παράδειγμα, εκπρόσωποι του ρομαντισμού, εμφορούμενοι από συναισθηματικές παραμέτρους, χαρακτήριζαν τη μουσική ως «γλώσσα της ψυχής». Αντίθετα, το εγκεφαλικό πρίσμα των πραγμάτων επηρεάζει τους ρασιοναλιστές ορίζοντάς την ως «τέχνη των ήχων».
Μια διεξοδική και χρονολογική παρουσίαση αποδεικνύει ότι οι πρώτες αξιόλογες προσπάθειες διερεύνησης του ορισμού της μουσικής και της προέλευσής της έγιναν από τα μέσα του 18ου αιώνα. Ειδικότερα, πρώτος ο Γάλλος διαφωτιστής Ζαν Ζακ Ρουσώ τοποθετεί τον θεμέλιο λίθο με το «Λεξικό της Μουσικής» το 1767. Καθοριστική ήταν και η συμβολή του μουσικολόγου Λαμπόρντ, εν έτει 1780, με το «Δοκίμιο της Μουσικής». Βέβαια, λίγα χρόνια πριν, αν κάποιος ρωτούσε τον Μότσαρτ πώς ορίζει τη μουσική, εκείνος θα αποκρινόταν με αφελή ειλικρίνεια ότι είναι το ζωηρό παιχνίδι των ήχων της φύσης που περιμένει το συνθέτη να το ανακαλύψει και να το παρουσιάσει στην ανθρωπότητα μέσω των νοτών. Για τον άλλον σημαντικό εκπρόσωπο της κλασικής περιόδου, τον Μπετόβεν, η μουσική εκφράζει μια αποκάλυψη ανώτερη από τη σοφία και τη φιλοσοφία. Η άποψη αυτή, παρόλη την αιρετικότητα που λανθάνει στο εσωτερικό της, δικαιώνει τους φιλόμουσους και ιδίως όσους θεωρούν τη μουσική προέκταση του εαυτού τους. Έναν αιώνα αργότερα,ο Βάγκνερ με τα μουσικά του δράματα συνέβαλε όχι μόνο στην εξέλιξη της μουσικής – αφού έγινε ένα βήμα πιο κοντά στη «γέννηση» της όπερας -, αλλά και στη διεύρυνση του ορισμού της. Για αυτόν η μουσική αποτελεί τον εσωτερικό χώρο όπου σώμα και ρυθμός γίνονται ένα: από την αυθυπαρξία τους οδηγούνται στην αλληλεξάρτηση, την αλληλεπίδραση και τη συνεργασία. Τον βαγκνερικό ορισμό της μουσικής ακολούθησε η ρήση «εν αρχή ην ο ρυθμός» του Χανς Μπύλοβ. Ο πιανίστας αυτός, υπαινισσόμενος την πρωταρχική ύπαρξη – θέση του ρυθμού συγκριτικά με τη μουσική, δίδει στο ρυθμό στοιχείο αυτονομίας στο οποίο η μουσική υποχρεούται να υπακούσει.
Στις αρχές του 20ου αιώνα τη σκυτάλη πήρε ο καθηγητής φιλοσοφίας Καρλ Στουμπφ, η προσπάθεια του οποίου αποτέλεσε μια μη αρτηριοσκληρωτική προσέγγιση της μουσικής. Ο ριζοσπαστισμός αυτός (αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι η ενέργειά του) «κρύβεται» στην αναζήτηση της «αρχής» της μουσικής. Κατά Στουμπφ λοιπόν, οι κραυγές των πρωτόγονων ανθρώπων δημιούργησαν το πρώτο στάδιο της μουσικής. Σύμφωνα με την εν λόγω άποψη, έχουμε να κάνουμε με μουσικά ανακλαστικά και αισθητήρια έμφυτα στον άνθρωπο. Εμμέσως λοιπόν η μουσική ορίζεται ως ενδόμυχο μέσο επικοινωνίας – διαλόγου – συνεργασίας μεταξύ των ανθρώπων.
Με τη σειρά του ο κοινωνιολόγος Καρλ Μπύχερ έδωσε ορισμό κοινωνικού χαρακτήρα, αφού διατεινόταν ότι κάθε συστηματικά επαναλαμβανόμενη σωματική κίνηση δημιουργεί ένα ρυθμικό σχήμα. Στο δεδομένο αξίωμα κατα- και αναδεικνύεται η βαθύτατη ανάγκη του ανθρώπου – εργάτη να εκτελεί κινήσεις βάσει του ρυθμού, προκειμένου να φέρει εις πέρας αυτό που καλείται να πράξει. Είναι αυτόδηλο ότι ο Μπύχερ χαρακτηρίζει τη μουσική ως βοηθό, συμπαραστάτη και δη συμπάσχουσα με τον εργάτη που ακούσια γίνεται δέσμιος του εξουσιαστή του. Και αυτή η μουσική δεν είναι άλλη από τα λεγόμενα τραγούδια της δουλειάς.
Μετά από αυτό το ταξίδι στο χρόνο φτάνουμε στο σήμερα. Τι θα όριζε καλύτερα τη μουσική τον 21ο αιώνα; Το ρητορικό αυτό ερώτημα γίνεται σκαλοπάτι μετάβασης στην επιστημονική φύση της μουσικής που εξομοιώνεται με τη μουσική ως τέχνη. Πρόκειται λοιπόν για μια «πολυκλαδική» επιστήμη, αφού άλλωστε η καθιέρωση και η ανάπτυξή της αρχίζει από τα τέλη του 20ου αιώνα. Η μουσικολογία, η συγκριτική μουσικολογία, η μουσική τεχνολογία και η μουσικοψυχοθεραπεία είναι λίγοι από τους τομείς που μπορούν να αναφερθούν, ενώ παράλληλα «γεννιούνται’» νέοι ελπιδοφόροι κλάδοι για την εξέλιξη της μουσικής ως επιστήμη και εν τέλει για τη μεταρσίωση του ανθρώπου.
Η μουσική, εικονική ή ανεικονική, καταληπτή ή ακατάληπτη, συγκεκριμένη ή αόριστη, παραμένει το φαινόμενο που ανέκαθεν γοήτευε και γοητεύει. Και νομίζω πως όλη αυτή η γοητεία και ομορφιά υποκρύπτονται στο μυστηριώδες πνεύμα της. Το μουσικό αυτό πνεύμα που κατά τον σπουδαίο φιλόσοφο και μουσικολόγο Θεοντόρ Αντόρνο μοιάζει να είναι το θρόισμα του κόσμου, φαίνεται πως είναι η πιο εύγλωττη από όλες ανεξαιρέτως τις γλώσσες. Πρόκειται λοιπόν για τη μοναδική αυτοπροσδιοριστέα γλώσσα της οποίας η μόνη μετάφραση που μπορεί να γίνει.
πηγες
Enfo.gr κειμενο
