Η κληρονομιά μου

Με λένε Βασιλική. Φοιτώ στην έκτη τάξη του δημοτικού. Είμαι μισή Ρωσίδα και μισή Ελληνίδα. Μέχρι φέτος ζούσα στην Ελλάδα, σε μια μικρή πόλη κοντά στη θάλασσα, και τώρα μετακόμισα στη Ρωσία, στην πατρίδα της μητέρας μου. Μερικές φορές νιώθω σαν να βρίσκομαι σε δύο όχθες: η μισή μου καρδιά μένει εκεί, στο Αιγαίο, και η άλλη χτυπά εδώ, στη Ρωσία.

Στην οικογένειά μας μιλάμε δύο γλώσσες. Με τον μπαμπά και τη γιαγιά μιλάω ελληνικά, ενώ με τη μαμά μιλάω ρωσικά. Παλιά μου φαινόταν λίγο δύσκολο, γιατί οι λέξεις στις δύο γλώσσες ακούγονται εντελώς διαφορετικά. Τώρα όμως καταλαβαίνω ότι δεν είναι απλά λέξεις· είναι δύο διαφορετικοί τρόποι να βλέπεις τη ζωή, δύο τρόποι να νιώθεις και να εκφράζεσαι.

Θέλω να μιλήσω για μια λέξη που για μένα έγινε σύμβολο της κληρονομιάς μου. Είναι η ελληνική λέξη «φιλοξενία». Μεταφράζεται ως «hospitality», αλλά αν τη διαλύσεις σε μέρη σημαίνει «αγάπη προς τον ξένο». Όταν το σκέφτηκα πρώτη φορά, απόρησα: πώς γίνεται να αγαπάς τον ξένο; Αργότερα όμως κατάλαβα ότι έτσι είναι φτιαγμένη η ελληνική ψυχή· να ξέρει να δέχεται τον άλλον, να μοιράζεται μαζί του φαγητό, χαμόγελο, ζεστασιά.

Θυμάμαι καλά το σπίτι της γιαγιάς μου. Ήταν σε ένα στενό δρομάκι σκεπασμένο με κλήματα. Η πόρτα μας δεν ήταν ποτέ κλειδωμένη – μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να έρθουν οι γείτονες. Η γιαγιά πάντα έβαζε στο τραπέζι ελιές, ψωμί και ένα κομμάτι φέτα. Και κανείς δεν έφευγε από το σπίτι μας χωρίς ένα φλιτζάνι αρωματικό καφέ ή ένα γλυκό με μέλι. Για μένα αυτό είναι «φιλοξενία» – όταν ένας ξένος γίνεται σχεδόν δικός σου άνθρωπος, γιατί μοιράζεσαι μαζί του το σπίτι και την καρδιά σου.

Τώρα ζω στη Ρωσία. Εδώ όλα είναι διαφορετικά: χιόνι, κρύοι χειμώνες, ρωσικές πίτες και μακριές βραδιές. Όμως, όταν έρχονται επισκέπτες, προσπαθώ κι εγώ να θυμάμαι τη λέξη «φιλοξενία» και να τους κάνω να νιώθουν άνετα. Νομίζω ότι αυτή είναι η κληρονομιά μου — να μπορώ να ενώνω δύο κόσμους: τον ελληνικό και τον ρωσικό.

Παρατηρώ επίσης ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο λέξεις, αλλά και χειρονομίες. Στην Ελλάδα οι άνθρωποι μιλούν πολύ με τα χέρια. Για παράδειγμα, αν σηκώσεις την παλάμη και κουνήσεις λίγο τα δάχτυλα, σημαίνει «περίμενε λίγο». Ή όταν οι Έλληνες βάζουν το χέρι στην καρδιά, δεν είναι απλώς ευγένεια, αλλά αληθινή έκφραση ευγνωμοσύνης. Μερικές φορές κάνω τέτοιες κινήσεις στο σχολείο, και οι συμμαθητές μου πρώτα γελούν, έπειτα με ρωτούν: «Τι σημαίνει αυτό;» Τότε τους εξηγώ, κι έτσι γίνεται ένα μικρό μάθημα της κουλτούρας μου.

Αλλά η κληρονομιά μου δεν είναι μόνο η γλώσσα και οι χειρονομίες· είναι και οι θρύλοι. Από παιδί άκουγα ιστορίες για τον Δία, την Αθηνά, τον Ηρακλή και τον Οδυσσέα. Είχαν πολλά θαύματα, αλλά το πιο σημαντικό ήταν τα μαθήματα για το θάρρος, τη φιλία και την αφοσίωση. Τώρα, στη Ρωσία, διαβάζω ρωσικά παραμύθια. Και βλέπω ότι, παρόλο που οι ήρωες είναι διαφορετικοί — ο Ιλιάς Μουρομέτς και ο Ηρακλής, για παράδειγμα — οι αξίες μοιάζουν: να προστατεύεις τους αδύναμους, να είσαι έντιμος, να βοηθάς τους άλλους.

Νομίζω ότι η κληρονομιά μου είναι μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο χώρες. Η Ελλάδα μου χάρισε τον ήλιο, τη θάλασσα, τους ελαιώνες και τη λέξη «φιλοξενία». Η Ρωσία μου χάρισε το χιόνι, τις ρωσικές σημύδες, τη θαλπωρή δίπλα στη σόμπα και τα τραγούδια που μου τραγουδούσε η μαμά για καληνύχτα. Όταν μεγαλώσω, θέλω να κρατήσω μέσα μου και τους δύο αυτούς κόσμους και να μιλήσω στα παιδιά μου και για τη ρωσική και για την ελληνική γλώσσα.

ΚΟΚΚΙΝΙΔΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, A2, 3ο Γυμνάσιο Ηρακλείου