Συντάκτες : Χρύσα Κουκουτσέλου , Ιωάννα Ζλατούδη , Γωγώ Θερίμη
Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων
Πριν ξεκινήσουν για τις δουλειές τους, έτρωγαν κάτι λιτό. Αυτό το πρώτο γεύμα λεγόταν ακράτισμα, ήταν ψωμί βουτηγμένο σε λίγο ανέρωτο κρασί. Προς το μεσημέρι ή το απόγευμα έπαιρναν ένα απλό και γρήγορο γεύμα, το άριστον. Πριν από το βραδινό γεύμα έτρωγαν κάτι στα γρήγορα, το εσπέρισμα. Το κανονικό γεύμα, που ήταν πλουσιοπάροχο, το έπαιρναν στο τέλος της μέρας και λεγόταν δείπνον. Έτρωγαν κανονικά μόνο τα βράδια, γιατί σχεδόν καθημερινά είχαν καλεσμένους. Έτρωγαν συνήθως δημητριακά, σιτάρι και κριθάρι, χόρτα, κρεμμύδια, ελιές, ψάρια, κρέας, φρούτα, γλυκίσματα. Μια πολύ αγαπημένη τους τροφή ήταν το έτνος, φάβα από κουκιά και φακές. Έτρωγαν πολλά σκόρδα και τυρί. Το κρέας ήταν ακριβό, γι’ αυτό σπάνια το έτρωγαν, και αυτό ήταν κυρίως από κρέας πουλερικών, γουρουνόπουλα, κυνήγι. Τα ψάρια ήταν βασική τροφή, τα έτρωγαν φρέσκα ή παστά. Το δείπνο τελείωνε με επιδόρπιο, τράγημα: φρούτα φρέσκα ή ξερά, γλυκά, μέλι, καρύδια. Βασικό τους ποτό ήταν το κρασί, που το έπιναν συνήθως νερωμένο. Ένα άλλο ποτό που συχνά έπιναν και που καθόριζε το τελετουργικό στα Ελευσίνια μυστήρια, ήταν ο κυκεών, μείγμα κριθάλευρου, νερού και αρωματικών φυτών.
Η διατροφή των Ελλήνων στα Βυζαντινά Χρόνια
Στα Βυζαντινά χρόνια οι άνθρωποι είχαν διαφορετικές διατροφικές συνήθειες από τους αρχαίους Έλληνες. Τα ημερήσια γεύματα τους ήταν τέσσερα: Το πρωινό που το αποκαλούσαν πρόγευμα, το μεσημεριανό που το αποκαλούσαν αλλιώς και γεύμα ή γέμα, το μεταμεσημβρινό και το έλεγαν αλλιώς δειλινόν ή δείλο και τέλος εσπερινό ή δείπνος ή δείπνον. Η διατροφή των Βυζαντινών αποτελούνταν από τις καλλιέργειες και από τα ζώα που είχε κάθε οικογένεια συνήθως πουλερικά. Στη διατροφή των Βυζαντινών βασικό ρόλο είχαν το ψωμί, τα λαχανικά, τα όσπρια και τα δημητριακά, που τα μαγείρευαν με διάφορους τρόπους ενώ ο πιο συνηθισμένος τρόπος ήταν το βράσιμο. Τα κυριότερα είδη διατροφής ήταν το ψωμί, το λάδι, οι ελιές και το τυρί. Μεγάλη κατανάλωση είχαν τα λάχανα, τα πράσα, τα κρεμμύδια, τα τεύτλα, τα μαρούλια, τα ραδίκια, το καρότο, ο αρακάς, η ρόκα. Από τα όσπρια συναντάμε τα φασόλια, τις φακές, τα ρεβίθια, τα κουκιά, τα λούπινα. Τη διατροφή των Βυζαντινών συμπλήρωναν, κυρίως στις παραθαλάσσιες και παραποτάμιες περιοχές, τα ψάρια και τα θαλασσινά. Τα ζώα που εκτρέφονταν ήταν κυρίως για τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα αυγά. Η κατανάλωση κρέατος ήταν μια σπάνια πολυτέλεια. Αντίθετα, στα τραπέζια των πλουσίων έβρισκαν συχνότερα τη θέση τους αρνιά, κατσίκια, κότες, πουλερικά, καθώς και κυνήγια. Σε ιδιαίτερη εκτίμηση είχαν τα χοιρινά κρέατα και τα εντόσθια θεωρούνταν υποδεέστερη τροφή. Σούπες και ζωμοί με διάφορα λαχανικά, όσπρια, ψάρια ή και παστό κρέας φαίνεται ότι αποτελούσαν μία συνηθισμένη επιλογή στα βυζαντινά νοικοκυριά του 13ου αιώνα. Μετά από το 1204 και την κατάκτηση του Βυζαντίου από τους σταυροφόρους, οι διατροφικές συνήθειες φαίνεται να διαφοροποιούνται, τόσο από τις δυτικές επιρροές, όσο και από την οικονομική κρίση που ακολούθησε. Βασικό συμπλήρωμα της διατροφής ήταν τα φρούτα (μήλα, αχλάδια, σύκα ξερά και φρέσκα, κεράσια, σταφύλια, πεπόνια κ.ά.), καθώς και οι ξηροί καρποί (καρύδια, αμύγδαλα, φουντούκια). Τέλος, ως επιδόρπια (επίδειπνα ή δούλκια) είχαν διάφορα γλυκίσματα. Κύριο γλυκαντικό μέσο ήταν το μέλι. Γνωστά γλυκίσματα της εποχής είναι ο σησαμούς (παστέλι), η μουστόπιτα (μουσταλευριά), το κυδωνάτον (κυδωνόπαστο), διάφορα γλυκά κουταλιού, καθώς και είδος τηγανίτας (το λάγανον ή λαλλάγγι). Ένα γλύκισμα με φύλλα ζύμης, αμύγδαλα, καρύδια και μέλι μοιάζει να είναι ο πρόγονος του μπακλαβά. Για να προσδώσουν γεύση στο φαγητό πρόσθεταν διάφορα αρτύματα (ηδύσματα), όπως σάλτσες (που σερβίρονταν και σε ειδικά σκεύη, τα σαλτσάρια), αρωματικά φυτά (άνηθο, μάραθο, δενδρολίβανο, ρίγανη, κάπαρη) ακόμη και μπαχαρικά. Η πιο διαδεδομένη σάλτσα που χρησιμοποιούσαν στη βυζαντινή κουζίνα ήταν το «γάρον». Αυτό φτιαχνόταν από εντόσθια ψαριών και μικρά ψάρια, τα οποία αφού αλάτιζαν και πιθανώς ανακάτευαν με κρασί, τα άφηναν στον ήλιο για δύο έως τρεις μήνες ή τα έβραζαν για αρκετές ώρες. Το υγρό αυτό χρησιμοποιούσαν σε διάφορες παραλλαγές (ανακατεμένο με νερό, κρασί, λάδι ή ξύδι) για να αρτύσουν όλων των ειδών τα φαγητά, λαχανικά, κρέατα, ψάρια. Τα μπαχαρικά (πιπέρι, κανέλα, γαρίφαλο, κάρδαμο) εισάγονταν από την Ανατολή.
Τι έτρωγαν οι Έλληνες επί Τουρκοκρατίας
Το ψητό κρέας (κεμπάπ) και τα ψητά κοτόπουλα αποτελούσαν για τους Οθωμανούς κύρια τροφή. Από την άλλη, οι χριστιανικοί πληθυσμοί του Πέραν (περιοχή της Κωνσταντινούπολης) ψάρευαν ψάρια, τα καθάριζαν, τα τηγάνιζαν και στη συνέχεια, τα πωλούσαν στους Τούρκους στις υπαίθριες αγορές. Από τους Έλληνες, οι Τούρκοι ουσιαστικά εντάσσουν το ψάρι στη διατροφή τους. Αγαπούσαν δε ιδιαιτέρως την περίφημη σάλτσα των Βυζαντινών τον γάρον, αλλά ήταν επιφυλακτικοί στα θαλασσινά, όπως τα οστρακοειδή και τα μαλάκια. Στις αγορές, επίσης, υπήρχαν μαγαζιά με γλυκίσματα, γαλακτοκομικά προϊόντα, διάφορα είδη από σερμπέτια και μάλιστα με πάγο. Μια άλλη κατηγορία καταστημάτων πωλούσε σούπες, κεφαλάκια βραστά, ποδαράκια, κοιλίτσες (πατσάς), ενώ, υπήρχαν και ειδικά μέρη που πουλούσαν «boza», ένα είδος μπίρας που συνήθιζαν να πίνουν οι μουσουλμάνοι στις ταβέρνες του Γαλατά, καθώς ρακί και κρασί για τους χριστιανούς.
Τι έτρωγαν στην Κατοχή
Στην Ελλάδα οι άνθρωποι έβρισκαν χόρτα, κατάφερναν να φτιάχνουν αλεύρι από διάφορες πρώτες ύλες και μερικοί είχαν κότες ή κατσίκες. Όσοι ζούσαν σε παραθαλάσσια μέρη κατάφερναν να ψαρέψουν. Η γενική ιδέα ήταν η αραίωση του φαγητού με νερό μέχρι να μην υπάρχει τίποτα άλλο μέσα. Μερικές από τις συνταγές που προσπαθούσαν να φτιάξουν οι νοικοκυρές ήταν φασολάκια χωρίς φασόλια, µουσταλευριά χωρίς µούστο (από βραστές σταφίδες), βλίτα στο φούρνο, βλιτοκεφτέδες, λάχανο βραστό, µελιτζάνες µε πουρέ πατάτας, κολοκύθια γεµιστά µε τραχανά, σπανακοπίλαφο, σέσκουλα πουρέ, κυδωνόπαστο, µαρµελάδα πορτοκάλι χωρίς ζάχαρη, τσάι πορτοκαλιού. Πολλά κατοικίδια θυσιάστηκαν εκείνα τα χρόνια. Αρχικά οι γάτες και οι σκύλοι: οι γάτες πωλούνταν ως κουνέλια και οι σκύλοι ως αρνάκι. Τα γαϊδούρια που χρησίμευαν ως τότε για μεταφορικά μέσα εξαφανίστηκαν και καταναλώθηκαν.
Μεσογειακή Διατροφή
Στην ελληνική επικράτεια τώρα, η μεσογειακή διατροφή που βασιζόταν στα όσπρια, τα λαχανικά, τα δημητριακά, το ελαιόλαδο, και το ψάρι διατηρείται καθόλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, επηρεάζοντας μάλιστα και τους κατακτητές. οι διατροφικές συνήθειες ήταν διαφορετικές στα αστικά κέντρα, από ό,τι στους αγροτικούς πληθυσμούς, κι αυτό γιατί στις πόλεις υπήρχε αφθονία προϊόντων. Επίσης, στις πόλεις συχνά σε υπαίθριες αγορές ακόμα και έξω στους δρόμους, πωλούνταν μαγειρεμένο φαγητό, κάτι σαν street food μια συνήθεια, δηλαδή, που κρατάει από τους Βυζαντινούς χρόνους. Αντίθετα, οι αγροτικοί πληθυσμοί ήταν αυτοσυντηρούμενοι, βασίζονταν μόνο στις δικές τους παραγωγές για τη διατροφή τους, οπότε εκ των πραγμάτων οι πρώτες ύλες που είχαν στη διάθεσή τους ήταν περιορισμένες. Βέβαια η επάρκεια των αγαθών ποικίλλει ανάλογα με τις περιοχές. οι χριστιανοί έτρωγαν κατά βάση σουπιές και χαβιάρι, ενώ οι Οθωμανοί κατανάλωναν ρύζι και καφέ. Τα καθημερινά γεύματα ήταν ως επί το πλείστον λιτά, αποτελούνταν από ένα κομμάτι ψωμιού, ανάλογα με τα σιτηρά της κάθε περιοχής, ένα κρεμμύδι, ελιές ή ένα κομμάτι τυρί ή παστό κρέας, όσπρια, χόρτα και κρασί. Έφτιαχναν ένα είδος ψωμιού χωρίς προζύμι, αλλά και χυλούς, οι οποίοι περιείχαν δημητριακά, λίγο ξινόγαλο, τυρί, βούτυρο ή μόνο νερό, κρεμμύδια και δυο σταγόνες λάδι, ενώ σημαντικό κομμάτι της διατροφής ήταν το πλιγούρι, τα άγρια χόρτα, αλλά και τα σαλιγκάρια. Αντίστοιχα και οι Τούρκοι απείχαν για θρησκευτικούς λόγους από το χοιρινό, ενώ απέφευγαν τους λαγούς, ή τα βατράχια που ήταν αγαπητά σε διάφορες περιοχές. Οι κλέφτες τώρα που ζούσαν στα βουνά τρέφονταν σχεδόν αποκλειστικά με κυνήγι, κυρίως λαγούς και πέρδικες.





