Οι Παραδοσιακές φορεσιές του Πόντου

Το Πανόραμα ιδρύθηκε το 1914 από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας με πρότερο όνομα Αρτσακλί. Έπειτα από την Συνθήκη της Λοζάνης (1923), που συμπεριείχε τα άρθρα περί την ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην νικηφόρα Τουρκία και οικονομικώς εξασθενημένη Ελλάδα, προστέθηκε στον πληθυσμό του ένα νέο κύμα προσφύγων. Οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής, που αριθμούσαν όχι λιγότεροι από 100.000 στην Θεσσαλονίκη, άφησαν τα σπίτια τους και κατέφθασαν περπατώντας μέρες μέσω της Τούρκικης ερήμου, σε γραμμές που εκτεινόταν επί χιλιόμετρα, ο ένας πίσω από τον άλλον, σε μια πόλη ρημαγμένη, κατεστραμμένη από την πυρκαγιά του 1917 (που αποτέφρωσε το 32% της πόλης). Αρχικά, εγκατασταθήκαν από το κράτος στην περιοχή της Καλαμαριάς, σε σκηνές και χαμόσπιτα που εκτεινόταν στον ορίζοντα μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι· μια θάλασσα από λευκά σημάδια. 

[...] «έφταναν τυλιγμένοι με κουρέλια, πεινασμένοι, άρρωστοι, γεμάτοι ζωύφια, με τα μάτια σκαμμένα, αναδίδοντας την οσμή ανθρώπινης ακαθαρσίας», τους οποίους το κράτος εγκατέστησε στα 4.600 σπίτια που άφησαν πίσω οι πρώτοι, στις αυλές αυτών ή σε παραγκουπόλεις στην Τούμπα, Καλαμαριά κι γύρω από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Στην Άνω Πόλη, πρόσφυγες καταλαμβάναν σπίτια, διαρρήγνυαν τζαμιά για να κλέψουν χαλιά κι μαγαζιά για φαί. Η πόλη επεκτανόταν αναρχικά με ιλιγγιώδη ταχύτητα με αποτέλεσμα, σιγά-σιγά, το κράτος να τους παρέπεμπει στα χωριά. Οι μουσουλμάνοι αγρότες στα χωριά απαιτούταν να προμηθεύουν στους νεοφερμένους πρόσφυγες τα πάντα – από τροφή ως και στέγη. Οι Έλληνες της Πελοποννήσου και των νησιών τους χλεύαζαν, αποκαλώντας τους «Τουρκόσπορους» και «γιαουρτοβαπτισμένους».

Ύστερα, μέρος του πλυθησμού στράφηκε στα ανατολικά και εγκαταστάθηκε στα χωριά, ανάμεσα σε αυτά, βέβαια, και το Πανόραμα καθώς και άλλοι οικισμοί του δήμου Πυλαίας-Χορτιάτη. Επομένως, αποτελεί ιστορικό γεγονός μείζονος σημασίας για τον δήμο μας και θεωρώ σημαντικό την πληροφόρηση περί ενός θέματος λιγότερο γνωστού: ο ρουχισμός.

 1.Γυναικεία φορεσιά

Θεωρώ και την γυναικεία και την ανδρική φορεσιά αρκετά χαρακτηριστικές, καθώς διαφέρουν, ευλόγως, από αυτές της ηπειρωτικής και νησιώτικης Ελλάδας. Έχουν, βέβαια, και ομοιότητες στα κύρια κομμάτια που τις απαρτίζουν.

Απαρτίζεται από:

Καμίσ’ (πουκάμισο)
συνήθως λευκό, με μακριά και φαρδιά μανίκια και στενό γιακά, ευρύχωρο στο στήθος και με κατακόρυφο άνοιγμα από το λαιμό μέχρι και τον ομφαλό. Το μάκρος του ενδύματος φθάνει μέχρι λίγο επάνω από τα γόνατα.

Σαλβάρ’/Σαλβάρι
ένα φαρδύ παντελόνι (αντίστοιχη στην Βράκα την νησιώτικη) που μαζευόταν σφιχτά στον αστράγαλο και τη μέση, σχηματίζοντας πτυχώσεις. Φοριόταν πάνω από το βρακί, δεμένο στο γόνατο με κορδέλα και χρησιμοποιούνταν ως φουρό, για να δώσει όγκο στη ζιπούνα.

Ζυπούνα/Ζουπούνα/Ζιπούνα
πουκάμισο ποδηρές με μανίκια μήκους ¾ του χεριού ή με σχισμή στα πλάγια και γυρισμένα προς τα επάνω. Είχε στενό γιακά ή επιμήκη λαιμόκοψη. Κουμπωνόταν μπροστά.

Κατιφέ
ένα βαρύ βελούδινο σκούρο μωβ, μπλε ή μαύρο γιλέκο που έφτανε μέχρι τη μέση και ήταν έντονα κεντημένο στις άκρες και στο στήθος. Φοριόταν πάνω από τη ζιπούνα. Αντίστοιχο του Κοντοχίου/Ζιπουνιού σε άλλες περιοχές.

Λαχώρ/Λαχώρι
τετράγωνη μαντήλα μεταξωτή, με μεγάλο μήκος και πλάτος και με έντονα χρώματα και μοτίβα, που διπλωνόταν σταυρωτά και δένονταν γύρω από τη μέση.

Τάπλα
ένα στρογγυλό δισκοειδές κόσμημα που τοποθετούταν επί του μετώπου και δενόταν στο πίσω μέρος του λαιμού. Είχε είτε μια μεταλλική πλάκα με ανάγλυφο διάκοσμο («Τεπελέκι/Τεπελούκ») είτε κέντημα που κοσμούσε το πάνω μέρος («Κουρσίν»). Μία ή δύο σειρές κωνσταντινάτα ήταν ραμμένες γύρω στη βάση του.

Κουντούρας
μαύρα παπούτσια δερμάτινα, με χαμηλό χοντρό τακούνι και λουρί που έδενε επάνω.

——————————————————————————————————————————————————————-

 2.Ανδρική φορεσιά

Απαρτίζεται από:

Σώβρακο
φαρδύ λευκό εσώρουχο που σταδιακά στενεύει προς τον αστράγαλο και δένεται στη μέση (μπρακόζον) και στην κνήμη (μπατζακοδήματα) με λινά λουράκια.

Ζίπκα
μάλλινη βράκα που μαζεύεται σφιχτά στον αστράγαλο.

Καμίσ’
λινό πουκάμισο με μακριά φαρδιά μανίκια και σφιχτό γιακά.

Γιελέκ
μαύρο τσόχινο γιλέκο επενδυμένο με λευκό ύφασμα. Έφτανε μέχρι τη μέση και είχε δύο τσέπες, δεξιά και αριστερά, κάτω από το στήθος.

Πασλίκ/Πασλούκ
κομμάτι μαύρου υφάσματος δεμένο γύρω από το κεφάλι, που σχημάτιζε κώνο και είχε ένα κορδόνι με μια φούντα ραμμένη στην κορυφή.

Ζιπούνα/Αντερίν/Αμπάς
τσόχινο ή κασμιρένιο που έφτανε μέχρι τη μέση και είχε μακριά, σχισμένα στα άκρα, μανίκια. Είχε είτε ασύμμετρο κλείσιμο με σφιχτό γιακά είτε βαθιά τριγωνική λαιμόκοψη.

Τσοχάν/Γιαμαρλούκ
ένα μαύρο μάλλινο πανωφόρι με κουμπιά που διατίθεντο σε τρία διαφορετικά μήκη: μέχρι τη μέση, τους γοφούς ή τους μηρούς.

Κοφτάν
ένα μεταξωτό πανωφόρι μέχρι το γόνατο με ασύμμετρο κουμπωτό κλείσιμο. Ο γιακάς και οι μανσέτες ήταν στολισμένοι με μια χρυσόκεντη ταινία.

Τροπολόζ/Ταραπουλούζ
μεταξωτό ζωνάρι ριγωτό που κατέληγε σε φούντες.

Σελακλίκ/Σελαχίν/Σελαχλούκ (Σελάχι)
μια δερμάτινη ζώνη από χαρτονένια βάση, που χρησιμοποιούνταν για να κρατάει το γιαμέ/κάμα (μεγάλο στιλέτο), το καπνοσακούλο (κιτ καπνίσματος), το ταπαντζάν/λίβερ (πιστόλι), το ρολόι, την πένα, το παντσεκρί (αντίδοτο για δηλητήριο) ή μουσικά όργανα. Φοριόταν πάνω από το τροπόλοζ.

Καμά/Γιαμέ
ένα κυρτό στιλέτο που είχε δύο οστέινα «αυτιά» στη λαβή.

Καπνοσακούλο/Γιαβλούχ
περιείχε καπνό, πυρόλιθο και άλλα απαραίτητα για το κάπνισμα. Ήταν φτιαγμένο από δέρμα ή σαγιάκ. Φυσεκλίκια
τρίγωνα, με δερμάτινα λουριά, και στερεωμένα στην αριστερή πλευρά του ιμάντα του σελαχλίκ, περιείχαν σφαίρες, πυρόλιθο και ένα μεδουλάρι (λίπος για τη λίπανση του όπλου).

Εγκόλπιο
ένα εγχάρακτο ασημένιο ορθογώνιο κουτί που είχε ένα μικρό συρτάρι στην πάνω πλευρά που περιείχε «ξύλο από τον σταυρό του Χριστού» και κρεμόταν με αλυσίδα από τον λαιμό.

Φυλαχτόν
ένα ασημένιο τριγωνικό κόσμημα που είχε επίσης ένα μικρό συρτάρι στην πάνω πλευρά που περιείχε «ξύλο από τον σταυρό του Χριστού» και κρεμόταν με αλυσίδα από τον λαιμό.

Ώρα/Σαάκ/Κιότσεκ
μια λεπτή αλυσίδα 2 μέτρων, από την οποία κρεμόταν ένα ρολόι τσέπης, που ήταν γαντζωμένο στη δεξιά πλευρά του γιλέκου.

Μέστια/Μέσκια
δερμάτινα καλύμματα μποτών.

——————————————————————————————————————————————————————-

Συντάκτης: ΈΣΘΕΡ

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης