Ήθη είναι οι αντιλήψεις που έχει μια κοινωνία ή ένας λαός για την ηθική.
Έθιμα είναι οι συνήθειες που έχει για τα διάφορα γεγονότα της ζωής (γέννηση,
βάφτιση, γάμος, θάνατος, πανηγύρια, γιορτές). Τα ήθη και έθιμα αποτελούν ένα
βασικό τομέα του Πολιτισμού.
-Η γέννηση των παιδιών.
Πριν γεννηθεί το παιδί, άλειφαν το σπίτι με πίσσα, για να διώξουν τα
δαιμόνια, ή μάλλον γιατί η πίσσα προστατεύει από τα μιάσματα. Πίστευαν πως κάθε
γέννηση προκαλεί μίασμα για τη μητέρα και για όλους τους ενοίκους του σπιτιού.
Αυτός είναι ο λόγος που καμία γέννηση δεν έπρεπε να γίνεται στο εσωτερικό ενός
ιερού. Μόλις γεννηθεί το παιδί, έβαζαν επάνω στην πόρτα του σπιτιού ένα κλαδί
ελιάς, αν ήταν αγόρι ή μια μάλλινη κορδέλα αν ήταν κορίτσι. Ήταν σημάδια χαράς,
αλλά τα έβαζαν και για να πληροφορήσουν τους γείτονες για το φύλο του παιδιού.
Πέντε ή εφτά μέρες από τη γέννηση του παιδιού γιορταζόταν μια
οικογενειακή γιορτή· τα Ἀμφιδρόμια όπου γίνονταν καθαρμοί για τη μητέρα και για
όλα τα πρόσωπα που ήταν κοντά κατά τον τοκετό. Συγχρόνως γίνεται και μια τελετή
που εντάσσει το παιδί στην κοινωνική ομάδα που ανήκει. Κρατώντας το παιδί, του
έκαναν το γύρο της εστίας (ἀμφιδρομία= τρέξιμο γύρω γύρω). Σ’ αυτή τη γιορτή
ήταν συγκεντρωμένα όλα τα μέλη της οικογένειας. Απ’ αυτή τη στιγμή το παιδί είχε
γίνει δεκτό από την κοινότητα και έχει αποφασιστεί πώς θα το αναθρέψουν.
Τη δέκατη μέρα από τη γέννηση του παιδιού, τα μέλη της οικογένειας
συγκεντρώνονταν και πάλι για θυσία και για συμπόσιο. Τότε έδιναν στο παιδί και το
όνομά του. Οι συγγενείς που ήταν καλεσμένοι στο συμπόσιο έφερναν δώρα, κυρίως
φυλαχτά. Τη δέκατη μέρα από τη γέννηση θεωρούνταν και η μητέρα καθαρή πια από
το μίασμα του τοκετού και μπορούσε να ξανασυμμετέχει στις καθημερινές ασχολίες.
Τέλος, όταν γίνονταν τριών ετών, έπαυε να θεωρείται πια παιδί. Στην Αθήνα η
ηλικία αυτή γιορταζόταν σε μια ανοιξιάτικη γιορτή, τα «Ανθεστήρια», όπου τα παιδιά
πήγαιναν κρατώντας μικρά αγγεία, τις «χοές».
-Ο γάμος
Ο γάμος σαν θεσμός είχε μεγάλη σπουδαιότητα στην αρχαία Αθήνα. Η θέση
της γυναίκας στην οικογένεια ήταν ιδιαίτερα σημαντική, αφού σκοπός της ήταν ο
σεβασμός του ανδρός και η καλή ανατροφή και παρακολούθηση των παιδιών.
Για να συναφθεί γάμος έπρεπε να δοθεί συγκατάθεση από τους γονείς ή τους
συγγενείς ή από κάποιον επίτροπο, διαφορετικά τα παιδιά που γεννιόνταν από έναν
τέτοιο γάμο δεν ήταν μέλη κάποιας φατρίας και δεν είχαν κανένα κληρονομικό
δικαίωμα. Επιτρεπόταν ο γάμος ενός Αθηναίου ή μιας Αθηναίας με ξένους, μετά από
συγκατάθεση του άρχοντα, που δεν ήταν τυπική, αλλά δινόταν μετά από έλεγχο της
κατάστασης του ξένου, ης συμπεριφοράς του, του χαρακτήρα του και των υπηρεσιών
που πρόσφερε στην πολιτεία.
Σε όλες τις ελληνικές πόλεις συναντάται το μονογαμικό σύστημα, δηλαδή
κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να έχει μια μόνο σύζυγο.
Τα κορίτσια παντρεύονταν στην ηλικία περίπου των 15 ετών, αλλά ο σύζυγος
μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερος. Ο Πλάτωνας συνιστούσε την ηλικία των 30-35
για έναν άνδρα. Τον διάλεγε ο πατέρας του κοριτσιού, ο οποίος έδινε και την προίκα.
2
Η προίκα δινόταν σε είδος και χρήματα ενώ υπεύθυνος για τη διαχείρισή της ήταν ο
σύζυγος.
Στην Αθήνα οι γαμήλιες τελετές διεξάγονταν τον Ιανουάριο (Γαμηλίωνας),
όταν είχε πανσέληνο και διαρκούσαν τρεις μέρες.
Οι τελετές άρχιζαν από τη προηγούμενη μέρα που η νύφη θ΄ άλλαζε σπίτι.
Αρχικά, έκαναν μια θυσία στις θεότητες που προστατεύουν το γάμο· το Δία, την
Ήρα, την Άρτεμη, τον Απόλλωνα και την Πειθώ. Η νύφη αφιέρωνε τα παιχνίδια της
συμβολίζοντας έτσι το τέλος της παιδικής της ηλικίας. Αλλά η κυριότερη τελετή, η
τελετή του εξαγνισμού γινόταν στο μπάνιο της νύφης. Ολόκληρη συνοδεία πήγαινε
να φέρει το νερό αυτό από μια ειδική πηγή, την Καλλιρρόη. Αυτή η συνοδεία, που
την παριστάνουν αγγειογραφίες, περιελάμβανε, ανάμεσα σε γυναίκες που κρατούσαν
κεριά, έναν αυλητή που περπατούσε μπροστά από μια γυναίκα που κρατούσε ένα
αγγείο με ειδικό σχήμα, το λουτροφόρο. Σ’ αυτό το αγγείο θα τοποθετούσαν το νερό
για το μπάνιο της νύφης.
Τη μέρα του γάμου στόλιζαν τα σπίτια της νύφης και του γαμπρού με
στεφάνια από φύλλα ελιάς και δάφνης και έκαναν θυσία και τραπέζι (συμπόσιον) στο
σπίτι του πατέρα της νύφης. Η νύφη καθόταν στολισμένη με τα πιο καλά της στολίδια
και μ’ ένα στεφάνι (σισύμβριο) στα μαλλιά της. Γύρω γύρω κάθονταν οι φίλες της και
στο πλευρό της η νυμφεύτρια, μια γυναίκα που ήταν πάντα δίπλα της και διεύθυνε
την τελετή του γάμου. Το ίδιο ίσχυε και για το γαμπρό. Είχε κοντά του ένα αγόρι σαν
τιμητική συνοδεία, τον πάροχο. Στο γεύμα του γάμου προσφέρονταν μερικά φαγητά
που απαιτούσε η παράδοση, όπως λόγου χάρη γλυκά με σουσάμι (εγγύηση
γονιμότητας). Ανάμεσα στους καλεσμένους κυκλοφορούσε κι ένα αγόρι, που οι
γονείς του ζούσαν (ἀμφιθαλής) που προσέφερε ψωμί, που ήταν μέσα σ’ ένα κοφίνι,
προφέροντας παράλληλα λέξεις καθιερωμένες που θυμίζουν μερικούς τύπους των
μυστηριακών θρησκειών: «’΄Εφυγον κακόν, εὗρον ἄμεινον». Όταν τελείωνε το
φαγοπότι, έδιναν δώρα στη νύφη, ενώ όταν άρχιζε να βραδιάζει, σχηματιζόταν μια
συνοδεία που οδηγούσε τη νύφη στο καινούριο της σπιτικό.
Στην Αρχαία Ελλάδα μια άμαξα πήγαινε τους νιόπαντρους από το ένα σπίτι
στο άλλο. Συνήθως την άμαξα την έσερναν δύο μουλάρια, ή δυο βόδια, που τα
οδηγούσε ένας φίλος του γαμπρού. Η νύφη είχε στα χέρια της μια εσχάρα κι ένα
κόσκινο, σύμβολα ευτυχίας. Συγγενείς και φίλοι ακολουθούσαν την άμαξα
βαστώντας κεριά αναμμένα και ψέλνοντας το τραγούδι του υμεναίου. Υμέναιος είναι
το νυφιάτικο τραγούδι που έψελναν οι φίλες και οι υπηρέτριες της νύφης όταν η
άμαξα πήγαινε τους νιόπαντρους στο σπίτι τους. Η λέξη προέρχεται από το θεό του
γάμου, που ονομαζόταν Ὑμήν. Η μητέρα της νύφης κρατούσε κι’ αυτή μια λαμπάδα.
Στην είσοδο του σπιτιού του γαμπρού στεκόταν ο πατέρας του, στεφανωμένος με
μυρτιά κι η μητέρα του κρατώντας μια λαμπάδα. Έριχναν πάνω στη νύφη καρύδια
και ξερά σύκα. Της πρόσφεραν επίσης ένα κομμάτι από το γλυκό του γάμου
(σήσαμος) που φτιαχνόταν με σουσάμι και μέλι και ένα κυδώνι ή χουρμά.
Εν συνεχεία, το καινούριο ζευγάρι έμπαινε μέσα στη νυφική κάμαρα
(θάλαμος). Η πόρτα έκλεινε και τη φύλαγε ένας φίλος του γαμπρού. Οι άλλοι
τραγουδούσαν δυνατά ένα τραγούδι του γάμου και έκαναν μεγάλο θόρυβο, για να
διώξουν, καθώς πίστευαν, τα κακά πνεύματα.
Και η επόμενη του γάμου ήταν γιορτή. Οι συγγενείς της νύφης έφερναν μ’
έναν επίσημο τρόπο, ενώ έπαιζαν αυλοί, δώρα για το καινούριο αντρόγυνο (ἐπαύλια)
και τότε δινόταν και η προίκα. Ο Σόλωνας εισήγαγε το θεσμό της προίκας
αποσκοπώντας στην ισοτιμία άνδρα και γυναίκας, γιατί, όπως αναφέρει
χαρακτηριστικά ο Πλούταρχος: «δεν πίστευε ο Σόλων ότι ο γάμος αποτελούσε
εμπορική πράξη. Είχε την έννοια της χαράς, της φιλίας και σκοπός του ήταν η
3
τεκνογονία». Η έννοια και ο σκοπός της προίκας φαίνεται καθαρά στην περίφημη
φράση του Μενάνδρου: «Νύμφη άπροικος ουκ έχει παρρησίαν». Κυρία της προίκας
ήταν η γυναίκα. Ο σύζυγος είχε μόνο την επικαρπία. Για να εξασφαλισθεί η προίκα,
η γυναίκα είχε δικαίωμα εγγραφής υποθήκης και, αν η γυναίκα πέθαινε, η προίκα
μεταβιβαζόταν στα παιδιά. Την υποχρέωση προικοδότησης αναλάμβαναν οι γονείς ή
τ’ αδέλφια ή ακόμα και οι συγγενείς.
Αφού περνούσε κάμποσος καιρός, ο γαμπρός έκανε τραπέζι στα μέλη της
φατρίας του και πρόσφερε και θυσία. Δεν τους παρουσίαζε τη γυναίκα του, τους
δήλωνε μόνο επίσημα πως παντρεύτηκε. Αυτό ήταν αρκετό για να γίνουν στο μέλλον
δεκτά τα αρσενικά του παιδιά στη φατρία.
Ο σύζυγος μπορούσε οποιαδήποτε στιγμή να διώξει τη γυναίκα του και να
διαλύσει το γάμο, το ίδιο δικαίωμα είχε και η σύζυγος να ζητήσει διαζύγιο, κατόπιν
αιτήσεως στον αρμόδιο άρχοντα που έκρινε δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη τη
σχετική αίτηση (απόληψη).
-Η ταφή.
Η ταφή ήταν κύρια μέριμνα των αρχαίων. Η στέρηση ταφικού μνημείου και
θρήνου αποτελεί μεγάλη ατίμωση για το νεκρό μιας και η ταφή θεωρούνταν
απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση της ψυχής του νεκρού. Η Αντιγόνη
μάλιστα στην ομώνυμη τραγωδία αποφασισμένη να επιτελέσει το θρησκευτικό της
καθήκον και να αποδώσει στον Πολυνείκη τις απαραίτητες νεκρικές τιμές, προβαίνει
ακόμη και σε μια συμβολική ταφή. Είναι σαφές πως εκείνο που θλίβει και προκαλεί
την αξιοπρέπεια της ηρωίδας είναι ο ατιμασμός και η προσβολή που γίνεται στο
πρόσωπο του αδερφού της και που εκδηλώνεται με την απαγόρευση της ταφής του
(τον μέν προτίσας, τον δ’ ἀτιμάσας ἔχει).
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι με το θάνατο χωρίζονταν δύο ουσίες
ανόμοιες, η ψυχή και το σώμα. Η ψυχή πετώντας σαν όνειρο κατευθυνόταν προς τον
Άδη. Αν όμως δεν τελούνταν όλες οι επικήδειες τελετές η ψυχή δεν μπορούσε να
επιβιώσει.
Στην αρχαία Ελλάδα τα της ταφής είχαν ως εξής.
Οι πιο στενοί συγγενείς ετοιμάζουν το νεκρό· τον καθαρίζουν με ουσίες
αρωματισμένες και τον ντύνουν με ρούχα καθαρά, συνήθως άσπρα. Ύστερα τον
δένουν με λουριά και τον τυλίγουν σ’ ένα σάβανο ενώ το πρόσωπό του το αφήνουν
ξεσκέπαστο. Πολύτιμα αντικείμενα, δαχτυλίδια, περιλαίμια, βραχιόλια, θάβονταν
μαζί με το νεκρό (κτερίσματα). Σε ένδειξη πένθους προσφέρονταν πολλές φορές και
τούφες από τα μαλλιά των συγγενών του νεκρού. Τα μαλλιά συμβόλιζαν τη δύναμη
και ενδυνάμωναν το νεκρό για το ταξίδι του στον Άδη ή απέτρεπαν το κακό από τους
ζωντανούς. Ήταν εποχές, επίσης, που τοποθετούσαν στο στόμα του νεκρού δύο
νομίσματα (ὀβολοί) για να πληρώσει τον πορθμέα της Αχερουσίας (υποτίθεται ότι ο
Θησέας θέσπισε την αμοιβή των δύο οβολών, όταν κατέβηκε στον Άδη μαζί με τον
Πειρίθου για να κλέψουν την Περσεφόνη). Καμιά φορά έβαζαν κοντά στο νεκρό κι
ένα γλυκό με μέλι. Πίστευαν πως μ’ αυτό θα μπορούσε να κολακέψει τον Κέρβερο,
το σκύλο του Άδη.
Το πτώμα, αφού το ετοιμάσουν, το τοποθετούσαν σε ένα πολυτελές κρεβάτι
και το άφηναν στο διάδρομο του σπιτιού μια-δυο μέρες με τα πόδια γυρισμένα προς
την πόρτα (πρόθεσις), έτσι ώστε οι φίλοι και οι συγγενείς να του αποδώσουν το
σεβασμό τους στο νεκρό. Τη σκηνή αυτή την παριστάνουν πολλά αγγεία, κυρίως
λήκυθοι με βάθος (φόντο) λευκό, τις οποίες τοποθετούσαν κάτω από το νεκρικό
κρεβάτι. Το κεφάλι του νεκρού, στεφανωμένο με λουλούδια εποχής, αναπαυόταν
πάνα σ’ ένα μαξιλάρι. Γύρω του, γυναίκες, με ομπρέλες και βεντάλιες, το
4
προστάτευαν από τον ήλιο. Συγχρόνως θρηνούσαν τραβώντας τα μαλλιά τους,
ξεσκίζοντας με τα νύχια τους τα μάγουλά τους, χτυπώντας το στήθος τους, ρίχνοντας
στάχτη στα μαλλιά τους και απλώνοντας το δεξί τους χέρι προς το νεκρό. Όλες τους
θρηνούσαν με καθιερωμένα λόγια (ὀλολυγή)
Όλοι οι άντρες που είναι παρόντες μπαίνουν στο σπίτι αλλά και μερικές
γυναίκες τους στενού συγγενικού περιβάλλοντος. Οι παρευρισκόμενοι ήταν ντυμένοι
με μαύρα ή γκρίζα ρούχα, -όπως και σήμερα-, αλλά μερικές φορές και άσπρα, και ως
σημάδι πένθους και οδύνης είχαν κομμένα τα μαλλιά τους. Πολλές φορές πλήρωναν
μοιρολογητές και μοιρολογίστρες για να τραγουδήσουν τον πένθιμο θρήνο. Μπροστά
από την πόρτα του σπιτιού τοποθετούσαν ένα αγγείο (ἀρδάνιον) γεμάτο με νερό
εξαγνιστικό το οποίο έπαιρναν από τους γείτονες μιας και το νερό του σπιτιού του
πεθαμένου θεωρούνταν μολυσμένο.
Στην Αθήνα έθαβαν τους νεκρούς τη νύχτα για λόγο θρησκευτικό μιας και
πίστευαν πως το νεκρός μπορούσε να μολύνει ακόμη και τις ακτίνες του ήλιου. Πριν
φύγουν από το σπίτι του πεθαμένου, έκαναν σπονδές για να τιμήσουν τους θεούς, και
μετά σχημάτιζαν συνοδεία. Το νεκρό, επάνω στο ίδιο κρεβάτι που χρησίμευσε για την
πρόθεσίν του, τον μεταφέρουν στα χέρια συγγενείς ή δούλοι, ή τον μετέφερε κάρο
που σέρνουν άλογα ή μουλάρια. Στην κορυφή της συνοδείας βρισκόταν μια γυναίκα
που κρατούσε ένα αγγείο με προσφορές· κατόπιν έρχονταν οι άντρες, ακολουθούν οι
γυναίκες και τελευταίοι αυτοί που έπαιζαν τον αυλό. Όταν γινόταν η εκφορά κάποιου
δολοφονημένου, κρατούσαν μπροστά από το σώμα του νεκρού ένα δόρυ για να
δείξουν πως θα εκδικηθούν το δολοφόνο σκοτώνοντάς τον.
Στο νεκροταφείο, που ήταν πάντα έξω από τα τείχη της πόλης, ή έθαβαν το
σώμα ή το έκαιγαν επάνω σε μια πυρά. Προσωπικά αντικείμενα θάβονταν μαζί με το
σώμα του νεκρού (κτερίσματα). Διάφορα αντικείμενα προσωπικής χρήσης και τροφή,
τοποθετούνταν μέσα στον τάφο για να χρησιμοποιηθούν στη μεταθανάτια ζωή. Αν το
κάψουν, τη στάχτη και τα οστά τα μάζευαν, τα τοποθετούσαν σ’ ένα σεντόνι και
κατόπιν σε μια υδρία. Μετά προσέφεραν σπονδές (γάλα, κρασί, μέλι και νερό σε
διάφορους συνδυασμούς). Όταν τελειώσει η ταφή προέβαιναν με σχολαστικότητα,
σε τελετές εξαγνισμού οι οποίες κρατούσαν πολύ μιας και το μίασμα από την επαφή
με νεκρό θεωρούνταν το χειρότερο απ’ όλα. Κάθε σπίτι στο οποίο πέθαινε κάποιος
έπρεπε να καθαριστεί κι όλοι όσοι κατοικούσαν σε αυτό, όπως το παλάτι του
Οδυσσέα μετά τη μνηστηροφονία. Γι’ αυτούς τους εξαγνισμούς χρησιμοποιούσαν
συχνά θαλασσινό νερό, κι αν γινόταν θυσία, τις περισσότερες φορές έσφαζαν ένα
χοίρο, το αίμα του οποίου χρησίμευε για τον εξαγνισμό. Το σπίτι εξαγνιζόταν με
θαλασσινό νερό και με ύσσωπο.
Σε περίπτωση που το σώμα του θύματος καιγόταν μακριά από την πατρίδα, η
τέφρα μεταφερόταν σε λήκυθο για να ταφή στην πατρίδα, ή κόβονταν τα μαλλιά και
στέλνονταν στην πατρίδα για να στολίσουν το κενοτάφιο.
Ύστερα, συμπόσια και θυσίες ξαναγίνονταν την Τρίτη μέρα, την ενάτη και
την τριακοστή μετά την κηδεία καθώς και στο χρόνιασμα. Στις επετείους πήγαιναν
στον τάφο και πρόσφεραν στο νεκρό προσφορές και θυσίες που τελείωναν μ’ ένα
πένθιμο δείπνο. Οι προσφορές σε γάλα και κρασί, οι προσφορές σε τρόφιμα, σε
αλάτι, γλυκά και φρούτα παριστάνονταν σε αγγεία των οποίων ο πάτος ήταν
τρυπημένος έτσι ώστε να αφήνει τις τροφές και τα ποτά να φτάσουν στο νεκρό που
πίστευαν ότι εξακολουθεί να ζει κάτω από τη γη. Στο σπίτι κοντά στον οικογενειακό
βωμό, φύλαγαν μια εικόνα του νεκρού ενώ μια επιγραφή του 2 ου αιώνα μας
πληροφορεί πως η εικόνα αυτή έπρεπε να στεφανώνεται με δάφνη δυο φορές το
μήνα, στη νέα σελήνη και στις επτά του μηνός.
5
Οι συγγενείς των νεκρών (π.χ Ηλέκτρα) αλλά και άλλοι που γνώριζαν το
νεκρό (Ελένη) συνήθιζαν να πηγαίνουν στον τάφο του μιας και οι νεκροί εθεωρείτο
ότι συνέτρεχαν όσους πήγαιναν στον τάφο τους και ζητούσαν τη βοήθειά τους.
-Το θείο
Θεός= Υπερφυσικό ον με ιδιότητες εξωανθρώπινες που κυριαρχεί στη φύση
και στους ανθρώπους. Η λέξη Θεός κατά τον Ηρόδοτο προέρχεται από τους
Πελασγούς της Δωδώνης " ότι κόσμο θέντες τα πάντα πρήγματα και πάσας νόμας
είχον ". Κατά τον Κρατύλο η λέξη παράγεται εκ του Θέω = τρέχω, διότι οι πρώτοι
Θεοί ήσαν ο Ήλιος , η Σελήνη, που έτρεχαν στον ουρανό.
Στην ομηρική εποχή οι ελληνικοί θεοί ήταν οι Δώδεκα θεοί του Ολύμπου·
θεοί έντονα ανθρώπινοι. Εξάλλου, η λέξη Θεός παράγεται από το ρήμα Θεάομαι -
ώμαι = που σημαίνει βλέπω με θαυμασμό, εξετάζω, παρατηρώ. Οι Θεοί δηλαδή,
αντιπροσώπευαν τα αξιοθαύμαστα, υπεργήινα και υπερβατικά φαινόμενα και δεν
είχαν καμία σχέση με τον δημιουργό του σύμπαντος. Ήταν θεοί με σάρκα και οστά
που αντανακλούσαν την εικόνα των ανθρώπων της εποχής και ήταν πολύ πιο
ανθρώπινοι και προσιτοί από τους πρωτόγονους θεούς (κουκουβάγιες και βότσαλα),
κρατώντας ωστόσο μέσα τους το άρρητο, το στοιχεί που τους καθιστά θεούς. Οι
εξανθρωπισμένοι θεοί της Ιλιάδας παραμένουν ακόμα πολύ επίφοβοι· είναι
Δυνάμεις. Κάτι ακόμα μέσα τους αντιστέκεται στην απόλυτη ενανθρώπιση τους.
Επιπλέον, η πολυθόρυβη εκδήλωση της χαράς τους μέσα στο βασανισμένο κόσμο
που διαφεντεύουν αποτελεί μια τρομερή επιβεβαίωση της θεϊκής τους ιδιότητας. Οι
θεοί της ομηρικής εποχής ζουν σε μια ατέρμονη ευδαιμονία, μέσα στην απόλυτη
χαρά· «τα δάκρυα για τους ανθρώπους, το γέλιο για τους θεούς», λέει ο Όμηρος.
Ωστόσο, το θρησκευτικό συναίσθημα που παρόμοιοι θεοί μπορούν να
εμπνεύσουν στους ανθρώπους, δε στερείται μεγαλείου. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένο
με το φόβο μιας άγνωστης δύναμης, φόβος όμως αναμεμειγμένος με ανιδιοτελή χαρά.
Ο πιστός, γνωρίζει πως υπάρχει στον κόσμο, χωριστή απ’ αυτόν αλλά και πολύ
κοντινή του, μια γενιά αθάνατα όντα, μια φυλή ανθρώπων απαλλαγμένων από τις πιο
βαρείες δουλειές που συνθλίβουν τον κόσμο των θνητών, θεών που ζουν στη γαλήνη
του Ολύμπου, γαλήνιοι και οι ίδιοι απαλλαγμένοι από το θάνατο, τον πόνο, τη
δυστυχία. Για τους θεούς αυτούς η έννοια ακόμα και της ηθικής καταρρίπτεται και
καταλήγει να περιοριστεί σε ανθρώπινα στεγανά και να χαρακτηριστεί ως είδος
ανθρώπινης επιστήμης βγαλμένης από την ανθρώπινη πείρα και περιορισμένη να
προφυλάξει τους θνητούς από τις κακοτοπιές της ύπαρξής τους. Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι ο θυμός του Αχιλλέα προκαλεί την ήττα των
Ελλήνων και πληθαίνει τους νεκρούς στα τείχη της Τροίας, ενώ ο θυμός του Δία
εναντίον της Ήρας δεν προκαλεί καμία απολύτως συνέπεια. Ο αρχαίος ελληνικός
λαός της ομηρικής, και όχι μόνο εποχής, ήταν θαρραλέος, και το θάρρος του αυτό δεν
ήταν θάρρος υποταγής, αλλά πάλης. Αυτό λοιπόν που λάτρευε στους θεούς του
αποτελούσε και το διακαή πόθο του: να κατακτήσει μια μέρα τον απέραντο χώρο της
χαράς και της ζωής. Ωστόσο οι θεοί της Ιλιάδας και της Οδύσσειας φυλάγουν καλά
την ευτυχία τους και την προστατεύουν με όρους όπως η ύβρις, η νέμεση και η τίση,
αδιαφορώντας παράλληλα για τη Δικαιοσύνη.
Ωστόσο, ο αρχαίος ελληνικός λαός κατόρθωσε σιγά σιγά να απαλλαγεί από
τις έννοιες αυτές και να αναζητήσουν- απαιτήσουν τη δικαιοσύνη. Μια από τις κύριες
αγωνιστικές γραμμές της τραγωδίας είναι η πάλη της εναντίον του κινδύνου της
ύβρεως και της απειλής της νεμέσεως. Στην απόκρισή της η τραγωδία ή θα δεχτεί τον
κίνδυνο του ανθρώπινου μεγαλείου, ή θα καταστήσει τους ανθρώπους προσεκτικούς
κάθε φορά που μια υπέρμετρη φιλοδοξία βάζει σε κίνδυνο το γένος των θνητών. Με
6
άλλα λόγια, θα επιβεβαιώσει το μεγαλείο του ανθρώπου που χτυπιέται και την
παντοδυναμία των θεών που τον χτυπούν
Οι θεοί λοιπόν των αρχαίων ήταν εξανθρωπισμένοι. Ωστόσο υπάρχει μια
περίπτωση θεότητας που κυριαρχεί στις τραγωδίες και που στάθηκε αδύνατον να
εξανθρωπιστεί· η Μοίρα. Η Μοίρα ήταν θεότητα που ποτέ δεν της έδωσαν
ανθρώπινη μορφή, που ποτέ δεν υπέστη τον ανθρωπομορφισμό. Ήταν ένα είδος
νόμου –άγνωστου όμως- που κρατούσε το σύμπαν σε ισορροπία. Επεμβαίνει στα
γεγονότα για να ξαναβάλει τα πράγματα στη θέση τους κάθε φορά που η
περιορισμένη ελευθερία των θνητών και η σχεδόν απόλυτη των θεών τα ταράζει. Το
πεπρωμένο δεν είχε καθόλου φαταλιστική έννοια που αρνιόταν κάθε ελευθερία στα
όντα του κόσμου. Η Μοίρα ήταν μια έννοια που στεκόταν πάνω απ’ την ελευθερία
των ανθρώπων και των θεών και που, με ανεξήγητο τρόπο, έφερνε στον κόσμο την
Τάξη.
Τέλος, οι θεοί εξανθρωπισμένοι και μετά εξηθικευμένοι (κατά τα κλασικά
χρόνια), έγιναν τα σύμβολα ενός κόσμου που έτεινε στην επικράτηση της
Δικαιοσύνης.
Στην Αρχαία Ελλάδα υπήρχε άμεση σχέση της θρησκείας με την ηθική. Οι
άνθρωποι φρόντιζαν να σέβονται τους θεούς και να υπερασπίζονται τα συμφέροντά
τους, προκειμένου να κερδίσουν την εύνοιά τους. Ηθικό θεωρούνταν ό,τι ήταν
αρεστό στους θεούς, γι’ αυτό το λόγο αποστρέφονταν την υπεροψία, την αυθάδεια, τη
μέθη από την εύνοια της τύχης ή της δύναμης (ύβρις), με την οποία οι άνθρωποι
ξεχνούσαν ότι ήταν όντα θνητά και αδύναμα. Φοβερό αμάρτημα θεωρούνταν η
αδιαφορία του ανθρώπου προς το θείο και κάθε αξίωση ισότητας προς τους θεούς.
Φθονούσαν τον άνθρωπο που ήταν συνέχεια ευτυχισμένος, γιατί ζύγωνε τη θεία
μακαριότητα και αυτή η κατάσταση επέσυρε την οργή των θεών. Η γεμάτη σεβασμό
μεγαλοδωρία του ανθρώπου θεωρούνταν αρεστή στους θεούς.
Φρόντιζαν, επίσης, για την ακριβή τήρηση των τελετών λατρείας τους, γιατί
και ακούσια ακόμη καθυστέρησή τους αρκούσε να επισύρει φοβερές συμφορές.
-Λατρεία- ιεροτελεστίες
Σύμφωνα με τη γνώμη που τότε επικρατούσε, οι άνθρωποι για να τύχουν της
θεϊκής εύνοιας, όφειλαν να φέρονται προς αυτούς όπως απέναντι στους δυνατούς
θνητούς· να προσφέρουν δηλαδή στους θεούς την ευλάβειά τους και τους φόρους ή
όπως λέγει η θρησκεία, τη λατρεία και τις θυσίες.
Η λατρεία της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας συνίσταται ουσιαστικά σε
προσευχές, θυσίες και εξαγνισμούς. Οι αρχαίοι Έλληνες, προσεύχονταν όρθιοι, με τα
χέρια στραμμένα στον ουρανό όταν απευθύνονταν στο Δία και στους άλλους
ουράνιους θεούς ή σκυμμένοι στη γη, όταν προσεύχονταν στον Άδη και στις άλλες
θεότητες του Κάτω κόσμου. Ζητούσαν τη βοήθεια του θεού ή της θεάς, ανέφεραν τις
ευσεβείς του πράξεις και τυποποιούσαν το αντικείμενο της παράκλησής τους, όπως
κάνει στην πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας, ο ιερέας Χρύσης απευθυνόμενος στο θεό
Απόλλωνα. Όταν απευθύνονταν στους θεούς, πρόκειται σχεδόν πάντα για μια
ανταλλαγή (σχήμα χάρης-αντίχαρης). Οι προσφορές γίνονταν γιατί ήθελαν να
επιτύχουν κάποιο ευνοϊκό αποτέλεσμα ή βοήθεια ενάντια στους εχθρούς (π.χ
Κροίσος, Χρύσης και Ελένη –διαστρεβλωμένη μορφή του σχήματος χάρης
αντίχαρης- στην 5 η σκηνή του Β΄ Επεισοδίου.)
Για τους αρχαίους υπήρχαν δύο ειδών θυσίες: οι «εξιλαστήριες» για να
εξευμενίσουν τους εχθρικούς θεούς, και οι «ευχαριστήριες» προς τους φιλικούς
θεούς. Οι προσφορές που συνόδευαν την προσευχή μπορούσαν να είναι μια σπονδή
7
με κρασί ή με γάλα ή πέλανοι που ήταν μείγματα από αλεύρι, μέλι και λάδι που
προσφέρονταν ως θυσία στη Δήμητρα, το Διόνυσο και προπάντων στον Απόλλωνα.
Σε πολύ παλιά εποχή, πίστευαν πως οι θεοί ήθελαν ανθρώπινα θύματα (π.χ Ιφιγένεια).
Οι θυσίες αυτές όμως αντικαταστάθηκαν γρήγορα με θυσίες ζώων. Έσφαζαν κριάρια,
προβατίνες αγελάδες, βόδια κ.α. Σε κάθε θεότητα προσφέρονταν διαφορετικά. Τα
θύματα έπρεπε να είναι πάντα τέλεια· δηλαδή υγιή. Σημασία είχε επίσης και το
χρώμα του τριχώματός τους μιας και στις θεές κανονικά θυσίαζαν θηλυκά ζώα, στους
θεούς του ουρανού ζώα με χρώμα άσπρο ή ανοιχτό και στις θεότητες του κάτω
κόσμου, ζώα με χρώμα μαύρο ή σκούρο. Η τελετή γινόταν συνήθως το πρωί, την
αυγή. Ο βωμός ήταν στολισμένος με λουλούδια και στεφάνια. Οι ιερείς, ντυμένοι στα
άσπρα, και όλοι όσοι παρευρίσκονταν φορούσαν ένα στεφάνι. Το ζώο που επρόκειτο
να θυσιαστεί ήταν στολισμένο με στεφάνια (στέμμα) και με κορδέλες από μαλλί ενώ
καμιά φορά χρύσωναν και τα κέρατά του. Με το νερό του καθαρμού, που το είχαν
μέσα σ’ ένα αγγείο που ονομαζόταν χέρνιψ, ράντιζαν το θύμα και τους
παρευρισκόμενους. Επάνω στο βωμό άναβαν φωτιά όπου έριχναν σπόρους, κριθάρι
(ὀλάς) και μερικές τρίχες κομμένες από το κεφάλι του ζώου. Μετά την προσευχή,
αυτός που έκανε τη θυσία (ο θύτης) τρυπούσε με το μαχαίρι μ’ ένα μόνο χτύπημα το
λάρυγγα του ζώου κουνώντας το κεφάλι του προς τα πίσω μιας και το αίμα που κυλά
πρέπει να βρέξει το βωμό (βλ. «Ελένη» στ.1709 1 Σκηνή Εξόδου).
Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι το ανθρώπινο ον ήταν ακάθαρτο. Πίστευαν
στη ακαθαρσία του ανθρώπινου σώματος αλλά και της ψυχής. Γι’ αυτούς ήταν
ακάθαρτο κυρίως καθετί που ήταν στενά συνδεδεμένο με τη γέννηση, το θάνατο και
το φόνο. Δε μπορούσε κανείς να πλησιάσει τις εικόνες των θεών και να λάβει μέρος
στις τελετές της λατρείας παρά μόνο σε κατάσταση τελετουργικής καθαρότητας,
εκτός κι αν βρισκόταν σε κατάσταση θάμβους και απέβλεπε στην οργή και στην τίση.
Γι’ αυτό το λόγο οι καθαρμοί ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένοι. Ο καθαρμός ήταν
εξαγνιστική θυσία για κάθαρση από ένα έγκλημα ή ασεβή πράξη, κάτι ανάλογο με το
χριστιανικό αγιασμό. Γινόταν με χοές και προσευχή. Οι χοές αποτελούνταν από μέλι,
νερό και κρασί. Το κράμα αυτό από μέλι θεωρούνταν ότι μαλάκωνε και γλύκαινε την
οργή των θεών. Το νερό το έπαιρναν από αέναη κρήνη. Γίνονταν τρεις χοές, γιατί ο
αριθμός αυτός και τα παράγωγά του 9 και 27 θεωρούνταν από τους αρχαίους ιερά.
Όποιος εκτελούσε τις χοές έπρεπε να είναι στραμμένος προς την ανατολή και να
κάνει ταυτόχρονα εξιλαστήριες προσευχές.
Η θρησκευτική λατρεία αποτελούσε γενικά σημαντικό μέρος της καθημερινής
ζωής. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες ξεκινούσαν τη μέρα
τους με προσευχή στο βωμό της οικία (στις κατοικίες των αρχαίων υπήρχαν βωμοί
αφιερωμένοι στους πατρώους θεούς της οικογένειας). Προσεύχονταν όλοι για να
πάνε καλά οι εργασίες της ημέρας, να τους συντρέχουν οι θεοί και να τους βοηθούν
στα προβλήματά τους.
-Ικεσία
Ένας ιερός θεσμός στην αρχαία Ελλάδα ήταν ο θεσμός της ικεσίας. Ο ικέτης
ήταν ξένος καταδιωγμένος, που κατέφευγε στο βωμό ή στην εστία του σπιτιού ενός
ευγενή, ζητώντας την προστασία του οικοδεσπότη. Ένας άγραφος νόμος επέβαλλε
την προστασία του ασύλου των ικετών, ενώ η θανάτωση ικέτη όσο αυτός βρισκόταν
μέσα στα όρια του βωμού θεωρούνταν μεγάλη ασέβεια προς τους θεούς. Ικέτες
γίνονταν κατά τους ηρωικούς αιώνες οι φονιάδες, οι οποίοι στην πατρίδα τους είχαν
ανθρωποκτονήσει και καταδιωκόμενοι από τους γονείς του φονευμένου, προσέτρεχαν
προς ένα ισχυρό ξένο για να βρουν άσυλο και σωτηρία. Ο ικέτης μπορούσε να φέρει
με τα χέρια του ικετηρία. Η Ικετηρία ήταν κλαδί ελιάς περιεστέμμένος με ερίου
8
(εριόστεπτοι κλάδοι), τον οποίο ο ικέτης έφερε με τα χέρια του ως σύμβολο της
δυστυχής του κατάστασης, για να τύχη προστασίας ή ασφάλειας αφού κινδύνευε ή
ήταν αδικημένος. Την ικετηρία την κατέθετε στον βωμό ή στην εστία προς την οποία
κατέφευγε. Ο ικέτης αφού κατέθετε τους κλάδους επί του βωμού κάθονταν και
εκείνος δίπλα μέχρι ο ικετευόμενος να δηλώσει ότι δέχεται την αίτηση και τότε αυτός
ανιστάμενος λαμβάνοντας την ικετηρία απέρχονταν. την οποία αφού τοποθετούσε επί
του βωμού ή επί της εστίας του ικετευόμενου γίνονταν ιερός και απαραβίαστος. Οι
ικέτες τελούσαν υπό την προστασία του ικεσίου Διός και της ικεσίας Θέμιδας. Ο
ικέτης δεν μπορούσε πάντα να εκτελέσει τις διατυπώσεις της ικετηρίας, έπεφτε στα
γόνατα του ικετευόμενου και τον ικέτευε στο όνομα του πατέρα, της μητέρας και των
παιδιών, να τον σώσει. (Οι ικέτες άγγιζαν τα γένια, τα γόνατα ή το δεξί χέρι του
ανθρώπου που ικέτευαν π.χ. Εκάβη-Ελένη κ.α.).
Στην Αθήνα στα δικαστήρια, όπου δικάζονταν οι δίκες περί φόνων,
πρωτύτερα ήταν ιερά θεών, όπου ο φονιάς μετά τον φόνο μπορούσε να καταφεύγει
για να σωθεί από την εκδίκηση των συγγενών του φονευμένου. Για μεγαλύτερη
ασφάλεια ο ικέτης αγκάλιαζε τον βωμό του θεού.
Οι ικεσίες ήταν πολύ συνηθισμένες στους ιστορικούς χρόνους (Θουκ. Β’ 47,
3). Επειδή το έριο ήταν λευκό, ο Αισχύλος τους αποκαλεί «λευκοστεφείς ικετηρίας»
(Ικ. 192). Βρίσκεται επίσης ο τύπος «ικτήριος» και ακόμη «ικτήρ θαλλός» (Ευρ. Ικ.
10). Συνηθισμένες φράσεις ήταν «ικετηρίαν λαμβάνειν, φέρειν, έχειν, τιθέναι παρά
τινι ή υπέρ τινός, καταθείναι, προβάλλεσθαι, προέχεσθαι» (προβάλλειν δηλαδή ή
έχειν την ικετηρίαν ως ασπίδα).
Λέγεται πως οι Λακεδαιμόνιοι απήγαγαν από το ιερό του Ποσειδώνα στο
Ταίναρο τους είλωτες ικέτες και τους αποκτήνωσαν κινώντας την μήνιν του θεού και
τότε έγινε μέγας σεισμός που έριξε όλα τα σπίτια των Λακεδαιμονίων και το
θεώρησαν εκδίκηση του θεού (Θουκ. Α΄, 128). Και οι κάτοικοι της Ελίκης
αποκτήνωσαν τους ικέτες του θεού υπέστησαν σκληρότατη τιμωρία αυτού, διότι
καταπόντισε τελείως την πόλη τους (βλ. και λ. Κυλώνειον άγος και Παυσανίας). Οι
δούλοι όταν κινδύνευαν ικέτευαν σε ορισμένα ιερά, όπως το Θησείο στην Αθήνα. Οι
Πλαταιείς κινδυνεύοντας να θανατωθούν από τους Λακεδαιμόνιους «ικέται γίνονται
των πατρώων τάφων» (Θουκ. Γ΄, 59). Αξιοσημείωτη είναι η ικεσία του Θεμιστοκλή
προς τον Άδμητο τον βασιλιά των Μολοσσών, ο οποίος για να σωθεί από τους
κινδύνους, πήρε στην αγκαλιά του το μικρό παιδί του βασιλιά και κάθισε στην εστία
(Θουκ. Α΄, 136 )
Το σημαντικό στο θεσμό της ικεσίας είναι το ότι ο οικοδεσπότης, δε
μπορούσε να αρνηθεί την προστασία του μιας και τότε θα τον τιμωρούσαν οι Ερινύες.
-Φιλοξενία
Ένας γοητευτικός χαρακτήρας της ηρωικής κοινωνίας είναι η ευγενική
προθυμία, με την οποία γινόταν δεκτός κάθε άνθρωπος που ζητούσε φιλοξενία και η
μεγάλη διάρκεια του ηθικού δεσμού, που συναπτόταν ανάμεσα σε δύο ανθρώπους
που μοιράστηκαν την ίδια τροφή και αντάλλαξαν αμοιβαία δώρα.
Σύμφωνα με το τυπικό της φιλοξενίας (την οποία προστάτευε ο Ξένιος Ζευς)
στην ομηρική κοινωνία, ο ξενιστής υποχρεούται να υποδεχτεί εγκάρδια με
προσφώνηση και χειραψία τον ξένο, να τακτοποιήσει τα πράγματά του, να του
προσφέρει λουτρό, τροφή, ποτό και σε εξαιρετικές περιπτώσεις ψυχαγωγία, να τον
ρωτήσει ευγενικά για την ταυτότητά και το σκοπό της επίσκεψής του. Επιπλέον,
υποχρεούται να ικανοποιήσει το όποιο αίτημά του, εφόσον δύναται, να του προσφέρει
διαμονή για όσες μέρες θέλει αυτός και να τον αποχαιρετήσει με δώρα που
επισφραγίζουν τη φιλία τους. Ο μοναδικός λόγος παραβίασης του πνεύματος της
9
φιλοξενίας ήταν η περίπτωση ο ζητών φιλοξενία να ήταν μιασμένος. Οι αρχαίοι
θεωρούσαν απαραίτητο να απομακρυνθεί ο άνθρωπος που αποτελούσε μίασμα για
την πόλη. Ο μύθος του Οιδίποδα στον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή σχετίζεται με
αυτήν την ιδέα.
Τέλος, στην ενίσχυση του αισθήματος αυτού συντέλεσε ίσως και η γνώμη των
ανθρώπων σύμφωνα με την οποία οι θεοί κατέβαιναν μερικές φορές στη γη με τη
μορφή ενός ξένου.
-Συμπόσια
Το συμπόσιο ήταν η συνεστίαση και η διασκέδαση πολλών ατόμων.
Τα συμπόσια τελούνταν στις οικογενειακές γιορτές, σε γιορτές της πόλης ή
όταν συνέβαινε κάτι που άξιζε να γιορταστεί (νίκες σε αθλητικούς ή ποιητικούς
αγώνες, ερχομός ή αναχώρηση ενός φίλου.) Η κύρια σημασία της λέξης συμπόσιον
είναι συγκέντρωση ανθρώπων που πίνουν μαζί.
Κάθε συμπόσιο γινόταν σε δύο διαδοχικούς χρόνους. Πρώτα, υπήρχε το
καθαυτό γεύμα που αποτελούνταν από ελαφρά εδέσματα (ξηροί καρποί, φρούτα,
γλυκά), ενώ αργότερα έπιναν ποτά (κυρίως κρασί) και διασκέδαζαν με διάφορους
τρόπους ανάλογα με τον τόπο και την εποχή (συζητήσεις, πνευματικά παιχνίδια
μουσική, χορός κ.λ.π). Στα συμπόσια αυτά λάμβαναν μέρος μόνο άντρες. Ο
καλεσμένος φτάνοντας στο σπίτι αυτού που τον έχει καλέσει, βγάζει τα παπούτσια
του κι οι δούλοι του πλένουν τα πόδια, ενώ κατόπιν, τον οδηγούν στην αίθουσα του
συμποσίου. Οι συμποσιαστές ήταν συχνά στεφανωμένοι με στεφάνια από φύλλα ή
λουλούδια και καμιά φορά είχαν επάνω στο στήθος τους στολίδια που ονομάζονται
υποθυμίδες. Γενικά, έτρωγαν πλαγιασμένοι, ή με τα πόδια απλωμένα επάνω σ’ ένα
ντιβάνι (ανάκλιντρο), μα ο κορμός ήταν όρθιος ή είχε μια μικρή κλίση.
Αφού οι καλεσμένοι καθίσουν στις θέσεις τους, οι υπηρέτες τους
παρουσιάζουν την υδροχόη και τη λεκάνη για να πλύνουν τα χέρια τους (χέρνιψ). Το
δείπνο αρχίζει συνήθως με το πρόπωμα που αποτελείται από μια κούπα κρασί
αρωματισμένο που το πίνουν ο ένας μετά τον άλλο πριν αρχίσουν να τρώνε.
Μερικοί καλεσμένοι για το καθαυτό συμπόσιο, έρχονταν μετά το τέλος του
δείπνου. Άρχιζαν με τις συνηθισμένες σπονδές, για να τιμήσουν τους θεούς και
κυρίως το Διόνυσο, τον «καλό θεό» που έδωσε το κρασί στους ανθρώπους. Η πρώτη
σπονδή μετά το γεύμα ήταν αφιερωμένη στο «καλό πνεύμα», όπως θα λέγαμε
σήμερα, και γινόταν με ανέρωτο κρασί. Δεδομένου ότι οι αρχαίοι δεν έπιναν συχνά
ανέρωτο το κρασί τους, κατέληξε να αναφέρεται ως το «ανέρωτο κρασί του αγαθού
δαίμονα».
Σκοπός όλων αυτών ήταν να δημιουργηθεί κατάλληλη ατμόσφαιρα και
διάθεση για συζήτηση. Τα θέματα συζήτησης περιστρέφονταν γύρω από την πολιτική
και τις ηθικές αξίες.
Χαρά Χ.
10
-Βιβλιογραφία:
-Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων. Robert Flaceliere εκδ.
Παπαδήμα
-Τραγωδίες: Ιφιγένεια η εν Ταύροις
Βάκχαι
Ανδρομάχη
Εκάβη
Ηλέκτρα
Αγαμέμνονας
Τραχίνιαι
Ορέστης
Αντιγόνη
Οιδίπους Τύραννος
Οιδίπους επί Κολωνώ
Ελένη
-Κωμωδίες: Βάτραχοι
Ιππείς
Νεφέλες
Όρνιθες
-Ομήρου Οδύσσεια
-Λουκιανός, Περί πένθους
-Επικοί όροι και τεχνικές (Συντονισμός φιλολογικών μαθημάτων, Α΄ Γυμνασίου)
-Ευριπίδου Ελένη, Κικής Σπυροπούλου εκδ. Πάπυρος.
-Ο Αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, Αντρέ Μπονάρ εκδ. Θεμέλιο
-Ιστορία του Ελληνικού πολιτισμού, Τόμος Β΄ εκδ. Αλέξανδρος.
-Η ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Α΄
-Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελλάδας εκδ. Άγκυρα
-www.apologitis.com
-www. pathfinder.gr
