<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	xmlns:series="http://organizeseries.com/"
	>

<channel>
	<title>Σχολικές (απο)δράσειςΜΠΕΚΟΥΛΗ ΕΥΔΟΞΙΑ – Σχολικές (απο)δράσεις</title>
	<atom:link href="https://schoolpress.sch.gr/lepen/archives/author/ebekoul/feed" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://schoolpress.sch.gr/lepen</link>
	<description>Schoolpress</description>
	<lastBuildDate>Thu, 18 Jan 2024 17:42:06 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	
		<item>
		<title>Δράση για ευαισθητοποίηση των μαθητών /τριών της Α΄ γυμνασίου για την διάσωση της  θαλάσσιας Χελώνας</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/lepen/archives/49</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/lepen/archives/49#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 18 Jan 2024 17:42:03 +0000</pubDate>
		<dc:creator>ΜΠΕΚΟΥΛΗ ΕΥΔΟΞΙΑ</dc:creator>
				<category><![CDATA[Σχολικές Δραστηριότητες]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/lepen/?p=49</guid>
		<description><![CDATA[Στις 21 Δεκεμβρίου και ώρα 11.00-12.00 οι μαθητές /τριες της Α γυμνασίου του Γυμνασίου Λεπενούς είχαν την ευκαιρία να ξεναγηθούν διαδικτυακά, μέσω της πλατφόρμας zoom <a class="mh-excerpt-more" href="https://schoolpress.sch.gr/lepen/archives/49" title="Δράση για ευαισθητοποίηση των μαθητών /τριών της Α΄ γυμνασίου για την διάσωση της  θαλάσσιας Χελώνας">[...]</a>]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Στις 21 Δεκεμβρίου και ώρα 11.00-12.00 οι μαθητές /τριες της Α γυμνασίου του Γυμνασίου<br />
Λεπενούς είχαν την ευκαιρία να ξεναγηθούν διαδικτυακά, μέσω της πλατφόρμας zoom στο<br />
Κέντρο ΑΡΧΕΛΩΝ.<br />
Το Κέντρο Αρχελών βρίσκεται στην Γλυφάδα Αττικής, λειτουργεί 40 χρόνια και σε αυτό<br />
γίνεται ενημέρωση του κοινού για τη διάσωση, περίθαλψη και προστασία των θαλάσσιων<br />
χελωνών με ξενάγηση από εκπαιδευμένο προσωπικό και εθελοντές, ακολουθώντας ειδικά<br />
διαμορφωμένη διαδρομή εντός των εγκαταστάσεων.<br />
Την διαδικτυακή ξενάγηση στους μαθητές του σχολείου έκανε η κ. Κοντολέων, υπεύθυνη<br />
του Κέντρου, η οποία αναφέρθηκε διεξοδικά την βιολογία της θαλάσσιας χελώνας, στη<br />
κατάλληλη συμπεριφορά των επισκεπτών στις παραλίες ωοτοκίας των χελωνών, στις<br />
απειλές που αντιμετωπίζουν οι θαλάσσιες χελώνες και τόνισε ότι η προστασία τους είναι<br />
μέρος των περιβαλλοντικών προβλημάτων στο θαλάσσιο οικοσύστημα. Η ενημέρωση και η<br />
ευαισθητοποίηση του κοινού και των μαθητών μέσω των σχολείων είναι απαραίτητες για<br />
να βρεθούν και να εφαρμοστούν κατάλληλες λύσεις για την αντιμετώπιση των<br />
προβλημάτων, τόσο στις ακτές όσο και στη θάλασσα. Αναφέρθηκε επίσης στους<br />
τραυματισμούς των θαλάσσιων χελωνών, στους χιλιάδες «χελωνάδες», φίλους της χελώνας<br />
στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, στους τρόπους με τους οποίους μπορεί ένα σχολείο να<br />
«υιοθετήσει» μια χελώνα και ολοκλήρωσε λέγοντας ότι η ανάληψη ευθύνης για το<br />
περιβάλλον δίνει νόημα στην ζωή του ανθρώπου.<br />
Οι μαθητές/τριες της Α Γυμνασίου της Λεπενούς συγκέντρωσαν χρήματα και υιοθέτησαν<br />
μια χελώνα, συνεισφέροντας εθελοντικά στο έργο που παράγει το κέντρο ΑΡΧΕΛΩΝ για την<br />
προστασία της θαλάσσιας χελώνας.<br />
Υπεύθυνοι/ες καθηγητές για την δράση: Ευθυμίου Νικόλαος, ΠΕ86, Βλαχοπάνου Ευσταθία,<br />
ΠΕ01, Ιωαννίδου Σωσάνα, ΠΕ07, Γεωργίου Ιωάννα, ΠΕ05</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/lepen/archives/49/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[1ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Τα ήθη και τα έθιμα στην Αρχαία Ελλάδα</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/lepen/archives/50</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/lepen/archives/50#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 18 Jan 2024 17:42:02 +0000</pubDate>
		<dc:creator>ΜΠΕΚΟΥΛΗ ΕΥΔΟΞΙΑ</dc:creator>
				<category><![CDATA[Υλικό για μαθήματα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/lepen/?p=50</guid>
		<description><![CDATA[Ήθη είναι οι αντιλήψεις που έχει μια κοινωνία ή ένας λαός για την ηθική. Έθιμα είναι οι συνήθειες που έχει για τα διάφορα γεγονότα της <a class="mh-excerpt-more" href="https://schoolpress.sch.gr/lepen/archives/50" title="Τα ήθη και τα έθιμα στην Αρχαία Ελλάδα">[...]</a>]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Ήθη είναι οι αντιλήψεις που έχει μια κοινωνία ή ένας λαός για την ηθική.<br />
Έθιμα είναι οι συνήθειες που έχει για τα διάφορα γεγονότα της ζωής (γέννηση,<br />
βάφτιση, γάμος, θάνατος, πανηγύρια, γιορτές). Τα ήθη και έθιμα αποτελούν ένα<br />
βασικό τομέα του Πολιτισμού.<br />
-Η γέννηση των παιδιών.<br />
Πριν γεννηθεί το παιδί, άλειφαν το σπίτι με πίσσα, για να διώξουν τα<br />
δαιμόνια, ή μάλλον γιατί η πίσσα προστατεύει από τα μιάσματα. Πίστευαν πως κάθε<br />
γέννηση προκαλεί μίασμα για τη μητέρα και για όλους τους ενοίκους του σπιτιού.<br />
Αυτός είναι ο λόγος που καμία γέννηση δεν έπρεπε να γίνεται στο εσωτερικό ενός<br />
ιερού. Μόλις γεννηθεί το παιδί, έβαζαν επάνω στην πόρτα του σπιτιού ένα κλαδί<br />
ελιάς, αν ήταν αγόρι ή μια μάλλινη κορδέλα αν ήταν κορίτσι. Ήταν σημάδια χαράς,<br />
αλλά τα έβαζαν και για να πληροφορήσουν τους γείτονες για το φύλο του παιδιού.<br />
Πέντε ή εφτά μέρες από τη γέννηση του παιδιού γιορταζόταν μια<br />
οικογενειακή γιορτή· τα Ἀμφιδρόμια όπου γίνονταν καθαρμοί για τη μητέρα και για<br />
όλα τα πρόσωπα που ήταν κοντά κατά τον τοκετό. Συγχρόνως γίνεται και μια τελετή<br />
που εντάσσει το παιδί στην κοινωνική ομάδα που ανήκει. Κρατώντας το παιδί, του<br />
έκαναν το γύρο της εστίας (ἀμφιδρομία= τρέξιμο γύρω γύρω). Σ’ αυτή τη γιορτή<br />
ήταν συγκεντρωμένα όλα τα μέλη της οικογένειας. Απ’ αυτή τη στιγμή το παιδί είχε<br />
γίνει δεκτό από την κοινότητα και έχει αποφασιστεί πώς θα το αναθρέψουν.<br />
Τη δέκατη μέρα από τη γέννηση του παιδιού, τα μέλη της οικογένειας<br />
συγκεντρώνονταν και πάλι για θυσία και για συμπόσιο. Τότε έδιναν στο παιδί και το<br />
όνομά του. Οι συγγενείς που ήταν καλεσμένοι στο συμπόσιο έφερναν δώρα, κυρίως<br />
φυλαχτά. Τη δέκατη μέρα από τη γέννηση θεωρούνταν και η μητέρα καθαρή πια από<br />
το μίασμα του τοκετού και μπορούσε να ξανασυμμετέχει στις καθημερινές ασχολίες.<br />
Τέλος, όταν γίνονταν τριών ετών, έπαυε να θεωρείται πια παιδί. Στην Αθήνα η<br />
ηλικία αυτή γιορταζόταν σε μια ανοιξιάτικη γιορτή, τα «Ανθεστήρια», όπου τα παιδιά<br />
πήγαιναν κρατώντας μικρά αγγεία, τις «χοές».<br />
-Ο γάμος<br />
Ο γάμος σαν θεσμός είχε μεγάλη σπουδαιότητα στην αρχαία Αθήνα. Η θέση<br />
της γυναίκας στην οικογένεια ήταν ιδιαίτερα σημαντική, αφού σκοπός της ήταν ο<br />
σεβασμός του ανδρός και η καλή ανατροφή και παρακολούθηση των παιδιών.<br />
Για να συναφθεί γάμος έπρεπε να δοθεί συγκατάθεση από τους γονείς ή τους<br />
συγγενείς ή από κάποιον επίτροπο, διαφορετικά τα παιδιά που γεννιόνταν από έναν<br />
τέτοιο γάμο δεν ήταν μέλη κάποιας φατρίας και δεν είχαν κανένα κληρονομικό<br />
δικαίωμα. Επιτρεπόταν ο γάμος ενός Αθηναίου ή μιας Αθηναίας με ξένους, μετά από<br />
συγκατάθεση του άρχοντα, που δεν ήταν τυπική, αλλά δινόταν μετά από έλεγχο της<br />
κατάστασης του ξένου, ης συμπεριφοράς του, του χαρακτήρα του και των υπηρεσιών<br />
που πρόσφερε στην πολιτεία.<br />
Σε όλες τις ελληνικές πόλεις συναντάται το μονογαμικό σύστημα, δηλαδή<br />
κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να έχει μια μόνο σύζυγο.<br />
Τα κορίτσια παντρεύονταν στην ηλικία περίπου των 15 ετών, αλλά ο σύζυγος<br />
μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερος. Ο Πλάτωνας συνιστούσε την ηλικία των 30-35<br />
για έναν άνδρα. Τον διάλεγε ο πατέρας του κοριτσιού, ο οποίος έδινε και την προίκα.</p>
<p>2<br />
Η προίκα δινόταν σε είδος και χρήματα ενώ υπεύθυνος για τη διαχείρισή της ήταν ο<br />
σύζυγος.<br />
Στην Αθήνα οι γαμήλιες τελετές διεξάγονταν τον Ιανουάριο (Γαμηλίωνας),<br />
όταν είχε πανσέληνο και διαρκούσαν τρεις μέρες.<br />
Οι τελετές άρχιζαν από τη προηγούμενη μέρα που η νύφη θ΄ άλλαζε σπίτι.<br />
Αρχικά, έκαναν μια θυσία στις θεότητες που προστατεύουν το γάμο· το Δία, την<br />
Ήρα, την Άρτεμη, τον Απόλλωνα και την Πειθώ. Η νύφη αφιέρωνε τα παιχνίδια της<br />
συμβολίζοντας έτσι το τέλος της παιδικής της ηλικίας. Αλλά η κυριότερη τελετή, η<br />
τελετή του εξαγνισμού γινόταν στο μπάνιο της νύφης. Ολόκληρη συνοδεία πήγαινε<br />
να φέρει το νερό αυτό από μια ειδική πηγή, την Καλλιρρόη. Αυτή η συνοδεία, που<br />
την παριστάνουν αγγειογραφίες, περιελάμβανε, ανάμεσα σε γυναίκες που κρατούσαν<br />
κεριά, έναν αυλητή που περπατούσε μπροστά από μια γυναίκα που κρατούσε ένα<br />
αγγείο με ειδικό σχήμα, το λουτροφόρο. Σ’ αυτό το αγγείο θα τοποθετούσαν το νερό<br />
για το μπάνιο της νύφης.<br />
Τη μέρα του γάμου στόλιζαν τα σπίτια της νύφης και του γαμπρού με<br />
στεφάνια από φύλλα ελιάς και δάφνης και έκαναν θυσία και τραπέζι (συμπόσιον) στο<br />
σπίτι του πατέρα της νύφης. Η νύφη καθόταν στολισμένη με τα πιο καλά της στολίδια<br />
και μ’ ένα στεφάνι (σισύμβριο) στα μαλλιά της. Γύρω γύρω κάθονταν οι φίλες της και<br />
στο πλευρό της η νυμφεύτρια, μια γυναίκα που ήταν πάντα δίπλα της και διεύθυνε<br />
την τελετή του γάμου. Το ίδιο ίσχυε και για το γαμπρό. Είχε κοντά του ένα αγόρι σαν<br />
τιμητική συνοδεία, τον πάροχο. Στο γεύμα του γάμου προσφέρονταν μερικά φαγητά<br />
που απαιτούσε η παράδοση, όπως λόγου χάρη γλυκά με σουσάμι (εγγύηση<br />
γονιμότητας). Ανάμεσα στους καλεσμένους κυκλοφορούσε κι ένα αγόρι, που οι<br />
γονείς του ζούσαν (ἀμφιθαλής) που προσέφερε ψωμί, που ήταν μέσα σ’ ένα κοφίνι,<br />
προφέροντας παράλληλα λέξεις καθιερωμένες που θυμίζουν μερικούς τύπους των<br />
μυστηριακών θρησκειών: «’΄Εφυγον κακόν, εὗρον ἄμεινον». Όταν τελείωνε το<br />
φαγοπότι, έδιναν δώρα στη νύφη, ενώ όταν άρχιζε να βραδιάζει, σχηματιζόταν μια<br />
συνοδεία που οδηγούσε τη νύφη στο καινούριο της σπιτικό.<br />
Στην Αρχαία Ελλάδα μια άμαξα πήγαινε τους νιόπαντρους από το ένα σπίτι<br />
στο άλλο. Συνήθως την άμαξα την έσερναν δύο μουλάρια, ή δυο βόδια, που τα<br />
οδηγούσε ένας φίλος του γαμπρού. Η νύφη είχε στα χέρια της μια εσχάρα κι ένα<br />
κόσκινο, σύμβολα ευτυχίας. Συγγενείς και φίλοι ακολουθούσαν την άμαξα<br />
βαστώντας κεριά αναμμένα και ψέλνοντας το τραγούδι του υμεναίου. Υμέναιος είναι<br />
το νυφιάτικο τραγούδι που έψελναν οι φίλες και οι υπηρέτριες της νύφης όταν η<br />
άμαξα πήγαινε τους νιόπαντρους στο σπίτι τους. Η λέξη προέρχεται από το θεό του<br />
γάμου, που ονομαζόταν Ὑμήν. Η μητέρα της νύφης κρατούσε κι’ αυτή μια λαμπάδα.<br />
Στην είσοδο του σπιτιού του γαμπρού στεκόταν ο πατέρας του, στεφανωμένος με<br />
μυρτιά κι η μητέρα του κρατώντας μια λαμπάδα. Έριχναν πάνω στη νύφη καρύδια<br />
και ξερά σύκα. Της πρόσφεραν επίσης ένα κομμάτι από το γλυκό του γάμου<br />
(σήσαμος) που φτιαχνόταν με σουσάμι και μέλι και ένα κυδώνι ή χουρμά.<br />
Εν συνεχεία, το καινούριο ζευγάρι έμπαινε μέσα στη νυφική κάμαρα<br />
(θάλαμος). Η πόρτα έκλεινε και τη φύλαγε ένας φίλος του γαμπρού. Οι άλλοι<br />
τραγουδούσαν δυνατά ένα τραγούδι του γάμου και έκαναν μεγάλο θόρυβο, για να<br />
διώξουν, καθώς πίστευαν, τα κακά πνεύματα.<br />
Και η επόμενη του γάμου ήταν γιορτή. Οι συγγενείς της νύφης έφερναν μ’<br />
έναν επίσημο τρόπο, ενώ έπαιζαν αυλοί, δώρα για το καινούριο αντρόγυνο (ἐπαύλια)<br />
και τότε δινόταν και η προίκα. Ο Σόλωνας εισήγαγε το θεσμό της προίκας<br />
αποσκοπώντας στην ισοτιμία άνδρα και γυναίκας, γιατί, όπως αναφέρει<br />
χαρακτηριστικά ο Πλούταρχος: «δεν πίστευε ο Σόλων ότι ο γάμος αποτελούσε<br />
εμπορική πράξη. Είχε την έννοια της χαράς, της φιλίας και σκοπός του ήταν η</p>
<p>3<br />
τεκνογονία». Η έννοια και ο σκοπός της προίκας φαίνεται καθαρά στην περίφημη<br />
φράση του Μενάνδρου: «Νύμφη άπροικος ουκ έχει παρρησίαν». Κυρία της προίκας<br />
ήταν η γυναίκα. Ο σύζυγος είχε μόνο την επικαρπία. Για να εξασφαλισθεί η προίκα,<br />
η γυναίκα είχε δικαίωμα εγγραφής υποθήκης και, αν η γυναίκα πέθαινε, η προίκα<br />
μεταβιβαζόταν στα παιδιά. Την υποχρέωση προικοδότησης αναλάμβαναν οι γονείς ή<br />
τ’ αδέλφια ή ακόμα και οι συγγενείς.<br />
Αφού περνούσε κάμποσος καιρός, ο γαμπρός έκανε τραπέζι στα μέλη της<br />
φατρίας του και πρόσφερε και θυσία. Δεν τους παρουσίαζε τη γυναίκα του, τους<br />
δήλωνε μόνο επίσημα πως παντρεύτηκε. Αυτό ήταν αρκετό για να γίνουν στο μέλλον<br />
δεκτά τα αρσενικά του παιδιά στη φατρία.<br />
Ο σύζυγος μπορούσε οποιαδήποτε στιγμή να διώξει τη γυναίκα του και να<br />
διαλύσει το γάμο, το ίδιο δικαίωμα είχε και η σύζυγος να ζητήσει διαζύγιο, κατόπιν<br />
αιτήσεως στον αρμόδιο άρχοντα που έκρινε δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη τη<br />
σχετική αίτηση (απόληψη).<br />
-Η ταφή.<br />
Η ταφή ήταν κύρια μέριμνα των αρχαίων. Η στέρηση ταφικού μνημείου και<br />
θρήνου αποτελεί μεγάλη ατίμωση για το νεκρό μιας και η ταφή θεωρούνταν<br />
απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση της ψυχής του νεκρού. Η Αντιγόνη<br />
μάλιστα στην ομώνυμη τραγωδία αποφασισμένη να επιτελέσει το θρησκευτικό της<br />
καθήκον και να αποδώσει στον Πολυνείκη τις απαραίτητες νεκρικές τιμές, προβαίνει<br />
ακόμη και σε μια συμβολική ταφή. Είναι σαφές πως εκείνο που θλίβει και προκαλεί<br />
την αξιοπρέπεια της ηρωίδας είναι ο ατιμασμός και η προσβολή που γίνεται στο<br />
πρόσωπο του αδερφού της και που εκδηλώνεται με την απαγόρευση της ταφής του<br />
(τον μέν προτίσας, τον δ’ ἀτιμάσας ἔχει).<br />
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι με το θάνατο χωρίζονταν δύο ουσίες<br />
ανόμοιες, η ψυχή και το σώμα. Η ψυχή πετώντας σαν όνειρο κατευθυνόταν προς τον<br />
Άδη. Αν όμως δεν τελούνταν όλες οι επικήδειες τελετές η ψυχή δεν μπορούσε να<br />
επιβιώσει.<br />
Στην αρχαία Ελλάδα τα της ταφής είχαν ως εξής.<br />
Οι πιο στενοί συγγενείς ετοιμάζουν το νεκρό· τον καθαρίζουν με ουσίες<br />
αρωματισμένες και τον ντύνουν με ρούχα καθαρά, συνήθως άσπρα. Ύστερα τον<br />
δένουν με λουριά και τον τυλίγουν σ’ ένα σάβανο ενώ το πρόσωπό του το αφήνουν<br />
ξεσκέπαστο. Πολύτιμα αντικείμενα, δαχτυλίδια, περιλαίμια, βραχιόλια, θάβονταν<br />
μαζί με το νεκρό (κτερίσματα). Σε ένδειξη πένθους προσφέρονταν πολλές φορές και<br />
τούφες από τα μαλλιά των συγγενών του νεκρού. Τα μαλλιά συμβόλιζαν τη δύναμη<br />
και ενδυνάμωναν το νεκρό για το ταξίδι του στον Άδη ή απέτρεπαν το κακό από τους<br />
ζωντανούς. Ήταν εποχές, επίσης, που τοποθετούσαν στο στόμα του νεκρού δύο<br />
νομίσματα (ὀβολοί) για να πληρώσει τον πορθμέα της Αχερουσίας (υποτίθεται ότι ο<br />
Θησέας θέσπισε την αμοιβή των δύο οβολών, όταν κατέβηκε στον Άδη μαζί με τον<br />
Πειρίθου για να κλέψουν την Περσεφόνη). Καμιά φορά έβαζαν κοντά στο νεκρό κι<br />
ένα γλυκό με μέλι. Πίστευαν πως μ’ αυτό θα μπορούσε να κολακέψει τον Κέρβερο,<br />
το σκύλο του Άδη.<br />
Το πτώμα, αφού το ετοιμάσουν, το τοποθετούσαν σε ένα πολυτελές κρεβάτι<br />
και το άφηναν στο διάδρομο του σπιτιού μια-δυο μέρες με τα πόδια γυρισμένα προς<br />
την πόρτα (πρόθεσις), έτσι ώστε οι φίλοι και οι συγγενείς να του αποδώσουν το<br />
σεβασμό τους στο νεκρό. Τη σκηνή αυτή την παριστάνουν πολλά αγγεία, κυρίως<br />
λήκυθοι με βάθος (φόντο) λευκό, τις οποίες τοποθετούσαν κάτω από το νεκρικό<br />
κρεβάτι. Το κεφάλι του νεκρού, στεφανωμένο με λουλούδια εποχής, αναπαυόταν<br />
πάνα σ’ ένα μαξιλάρι. Γύρω του, γυναίκες, με ομπρέλες και βεντάλιες, το</p>
<p>4<br />
προστάτευαν από τον ήλιο. Συγχρόνως θρηνούσαν τραβώντας τα μαλλιά τους,<br />
ξεσκίζοντας με τα νύχια τους τα μάγουλά τους, χτυπώντας το στήθος τους, ρίχνοντας<br />
στάχτη στα μαλλιά τους και απλώνοντας το δεξί τους χέρι προς το νεκρό. Όλες τους<br />
θρηνούσαν με καθιερωμένα λόγια (ὀλολυγή)<br />
Όλοι οι άντρες που είναι παρόντες μπαίνουν στο σπίτι αλλά και μερικές<br />
γυναίκες τους στενού συγγενικού περιβάλλοντος. Οι παρευρισκόμενοι ήταν ντυμένοι<br />
με μαύρα ή γκρίζα ρούχα, -όπως και σήμερα-, αλλά μερικές φορές και άσπρα, και ως<br />
σημάδι πένθους και οδύνης είχαν κομμένα τα μαλλιά τους. Πολλές φορές πλήρωναν<br />
μοιρολογητές και μοιρολογίστρες για να τραγουδήσουν τον πένθιμο θρήνο. Μπροστά<br />
από την πόρτα του σπιτιού τοποθετούσαν ένα αγγείο (ἀρδάνιον) γεμάτο με νερό<br />
εξαγνιστικό το οποίο έπαιρναν από τους γείτονες μιας και το νερό του σπιτιού του<br />
πεθαμένου θεωρούνταν μολυσμένο.<br />
Στην Αθήνα έθαβαν τους νεκρούς τη νύχτα για λόγο θρησκευτικό μιας και<br />
πίστευαν πως το νεκρός μπορούσε να μολύνει ακόμη και τις ακτίνες του ήλιου. Πριν<br />
φύγουν από το σπίτι του πεθαμένου, έκαναν σπονδές για να τιμήσουν τους θεούς, και<br />
μετά σχημάτιζαν συνοδεία. Το νεκρό, επάνω στο ίδιο κρεβάτι που χρησίμευσε για την<br />
πρόθεσίν του, τον μεταφέρουν στα χέρια συγγενείς ή δούλοι, ή τον μετέφερε κάρο<br />
που σέρνουν άλογα ή μουλάρια. Στην κορυφή της συνοδείας βρισκόταν μια γυναίκα<br />
που κρατούσε ένα αγγείο με προσφορές· κατόπιν έρχονταν οι άντρες, ακολουθούν οι<br />
γυναίκες και τελευταίοι αυτοί που έπαιζαν τον αυλό. Όταν γινόταν η εκφορά κάποιου<br />
δολοφονημένου, κρατούσαν μπροστά από το σώμα του νεκρού ένα δόρυ για να<br />
δείξουν πως θα εκδικηθούν το δολοφόνο σκοτώνοντάς τον.<br />
Στο νεκροταφείο, που ήταν πάντα έξω από τα τείχη της πόλης, ή έθαβαν το<br />
σώμα ή το έκαιγαν επάνω σε μια πυρά. Προσωπικά αντικείμενα θάβονταν μαζί με το<br />
σώμα του νεκρού (κτερίσματα). Διάφορα αντικείμενα προσωπικής χρήσης και τροφή,<br />
τοποθετούνταν μέσα στον τάφο για να χρησιμοποιηθούν στη μεταθανάτια ζωή. Αν το<br />
κάψουν, τη στάχτη και τα οστά τα μάζευαν, τα τοποθετούσαν σ’ ένα σεντόνι και<br />
κατόπιν σε μια υδρία. Μετά προσέφεραν σπονδές (γάλα, κρασί, μέλι και νερό σε<br />
διάφορους συνδυασμούς). Όταν τελειώσει η ταφή προέβαιναν με σχολαστικότητα,<br />
σε τελετές εξαγνισμού οι οποίες κρατούσαν πολύ μιας και το μίασμα από την επαφή<br />
με νεκρό θεωρούνταν το χειρότερο απ’ όλα. Κάθε σπίτι στο οποίο πέθαινε κάποιος<br />
έπρεπε να καθαριστεί κι όλοι όσοι κατοικούσαν σε αυτό, όπως το παλάτι του<br />
Οδυσσέα μετά τη μνηστηροφονία. Γι’ αυτούς τους εξαγνισμούς χρησιμοποιούσαν<br />
συχνά θαλασσινό νερό, κι αν γινόταν θυσία, τις περισσότερες φορές έσφαζαν ένα<br />
χοίρο, το αίμα του οποίου χρησίμευε για τον εξαγνισμό. Το σπίτι εξαγνιζόταν με<br />
θαλασσινό νερό και με ύσσωπο.<br />
Σε περίπτωση που το σώμα του θύματος καιγόταν μακριά από την πατρίδα, η<br />
τέφρα μεταφερόταν σε λήκυθο για να ταφή στην πατρίδα, ή κόβονταν τα μαλλιά και<br />
στέλνονταν στην πατρίδα για να στολίσουν το κενοτάφιο.<br />
Ύστερα, συμπόσια και θυσίες ξαναγίνονταν την Τρίτη μέρα, την ενάτη και<br />
την τριακοστή μετά την κηδεία καθώς και στο χρόνιασμα. Στις επετείους πήγαιναν<br />
στον τάφο και πρόσφεραν στο νεκρό προσφορές και θυσίες που τελείωναν μ’ ένα<br />
πένθιμο δείπνο. Οι προσφορές σε γάλα και κρασί, οι προσφορές σε τρόφιμα, σε<br />
αλάτι, γλυκά και φρούτα παριστάνονταν σε αγγεία των οποίων ο πάτος ήταν<br />
τρυπημένος έτσι ώστε να αφήνει τις τροφές και τα ποτά να φτάσουν στο νεκρό που<br />
πίστευαν ότι εξακολουθεί να ζει κάτω από τη γη. Στο σπίτι κοντά στον οικογενειακό<br />
βωμό, φύλαγαν μια εικόνα του νεκρού ενώ μια επιγραφή του 2 ου αιώνα μας<br />
πληροφορεί πως η εικόνα αυτή έπρεπε να στεφανώνεται με δάφνη δυο φορές το<br />
μήνα, στη νέα σελήνη και στις επτά του μηνός.</p>
<p>5<br />
Οι συγγενείς των νεκρών (π.χ Ηλέκτρα) αλλά και άλλοι που γνώριζαν το<br />
νεκρό (Ελένη) συνήθιζαν να πηγαίνουν στον τάφο του μιας και οι νεκροί εθεωρείτο<br />
ότι συνέτρεχαν όσους πήγαιναν στον τάφο τους και ζητούσαν τη βοήθειά τους.<br />
-Το θείο<br />
Θεός= Υπερφυσικό ον με ιδιότητες εξωανθρώπινες που κυριαρχεί στη φύση<br />
και στους ανθρώπους. Η λέξη Θεός κατά τον Ηρόδοτο προέρχεται από τους<br />
Πελασγούς της Δωδώνης &amp;quot; ότι κόσμο θέντες τα πάντα πρήγματα και πάσας νόμας<br />
είχον &amp;quot;. Κατά τον Κρατύλο η λέξη παράγεται εκ του Θέω = τρέχω, διότι οι πρώτοι<br />
Θεοί ήσαν ο Ήλιος , η Σελήνη, που έτρεχαν στον ουρανό.<br />
Στην ομηρική εποχή οι ελληνικοί θεοί ήταν οι Δώδεκα θεοί του Ολύμπου·<br />
θεοί έντονα ανθρώπινοι. Εξάλλου, η λέξη Θεός παράγεται από το ρήμα Θεάομαι -<br />
ώμαι = που σημαίνει βλέπω με θαυμασμό, εξετάζω, παρατηρώ. Οι Θεοί δηλαδή,<br />
αντιπροσώπευαν τα αξιοθαύμαστα, υπεργήινα και υπερβατικά φαινόμενα και δεν<br />
είχαν καμία σχέση με τον δημιουργό του σύμπαντος. Ήταν θεοί με σάρκα και οστά<br />
που αντανακλούσαν την εικόνα των ανθρώπων της εποχής και ήταν πολύ πιο<br />
ανθρώπινοι και προσιτοί από τους πρωτόγονους θεούς (κουκουβάγιες και βότσαλα),<br />
κρατώντας ωστόσο μέσα τους το άρρητο, το στοιχεί που τους καθιστά θεούς. Οι<br />
εξανθρωπισμένοι θεοί της Ιλιάδας παραμένουν ακόμα πολύ επίφοβοι· είναι<br />
Δυνάμεις. Κάτι ακόμα μέσα τους αντιστέκεται στην απόλυτη ενανθρώπιση τους.<br />
Επιπλέον, η πολυθόρυβη εκδήλωση της χαράς τους μέσα στο βασανισμένο κόσμο<br />
που διαφεντεύουν αποτελεί μια τρομερή επιβεβαίωση της θεϊκής τους ιδιότητας. Οι<br />
θεοί της ομηρικής εποχής ζουν σε μια ατέρμονη ευδαιμονία, μέσα στην απόλυτη<br />
χαρά· «τα δάκρυα για τους ανθρώπους, το γέλιο για τους θεούς», λέει ο Όμηρος.<br />
Ωστόσο, το θρησκευτικό συναίσθημα που παρόμοιοι θεοί μπορούν να<br />
εμπνεύσουν στους ανθρώπους, δε στερείται μεγαλείου. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένο<br />
με το φόβο μιας άγνωστης δύναμης, φόβος όμως αναμεμειγμένος με ανιδιοτελή χαρά.<br />
Ο πιστός, γνωρίζει πως υπάρχει στον κόσμο, χωριστή απ’ αυτόν αλλά και πολύ<br />
κοντινή του, μια γενιά αθάνατα όντα, μια φυλή ανθρώπων απαλλαγμένων από τις πιο<br />
βαρείες δουλειές που συνθλίβουν τον κόσμο των θνητών, θεών που ζουν στη γαλήνη<br />
του Ολύμπου, γαλήνιοι και οι ίδιοι απαλλαγμένοι από το θάνατο, τον πόνο, τη<br />
δυστυχία. Για τους θεούς αυτούς η έννοια ακόμα και της ηθικής καταρρίπτεται και<br />
καταλήγει να περιοριστεί σε ανθρώπινα στεγανά και να χαρακτηριστεί ως είδος<br />
ανθρώπινης επιστήμης βγαλμένης από την ανθρώπινη πείρα και περιορισμένη να<br />
προφυλάξει τους θνητούς από τις κακοτοπιές της ύπαρξής τους. Χαρακτηριστικό<br />
παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι ο θυμός του Αχιλλέα προκαλεί την ήττα των<br />
Ελλήνων και πληθαίνει τους νεκρούς στα τείχη της Τροίας, ενώ ο θυμός του Δία<br />
εναντίον της Ήρας δεν προκαλεί καμία απολύτως συνέπεια. Ο αρχαίος ελληνικός<br />
λαός της ομηρικής, και όχι μόνο εποχής, ήταν θαρραλέος, και το θάρρος του αυτό δεν<br />
ήταν θάρρος υποταγής, αλλά πάλης. Αυτό λοιπόν που λάτρευε στους θεούς του<br />
αποτελούσε και το διακαή πόθο του: να κατακτήσει μια μέρα τον απέραντο χώρο της<br />
χαράς και της ζωής. Ωστόσο οι θεοί της Ιλιάδας και της Οδύσσειας φυλάγουν καλά<br />
την ευτυχία τους και την προστατεύουν με όρους όπως η ύβρις, η νέμεση και η τίση,<br />
αδιαφορώντας παράλληλα για τη Δικαιοσύνη.<br />
Ωστόσο, ο αρχαίος ελληνικός λαός κατόρθωσε σιγά σιγά να απαλλαγεί από<br />
τις έννοιες αυτές και να αναζητήσουν- απαιτήσουν τη δικαιοσύνη. Μια από τις κύριες<br />
αγωνιστικές γραμμές της τραγωδίας είναι η πάλη της εναντίον του κινδύνου της<br />
ύβρεως και της απειλής της νεμέσεως. Στην απόκρισή της η τραγωδία ή θα δεχτεί τον<br />
κίνδυνο του ανθρώπινου μεγαλείου, ή θα καταστήσει τους ανθρώπους προσεκτικούς<br />
κάθε φορά που μια υπέρμετρη φιλοδοξία βάζει σε κίνδυνο το γένος των θνητών. Με</p>
<p>6<br />
άλλα λόγια, θα επιβεβαιώσει το μεγαλείο του ανθρώπου που χτυπιέται και την<br />
παντοδυναμία των θεών που τον χτυπούν<br />
Οι θεοί λοιπόν των αρχαίων ήταν εξανθρωπισμένοι. Ωστόσο υπάρχει μια<br />
περίπτωση θεότητας που κυριαρχεί στις τραγωδίες και που στάθηκε αδύνατον να<br />
εξανθρωπιστεί· η Μοίρα. Η Μοίρα ήταν θεότητα που ποτέ δεν της έδωσαν<br />
ανθρώπινη μορφή, που ποτέ δεν υπέστη τον ανθρωπομορφισμό. Ήταν ένα είδος<br />
νόμου –άγνωστου όμως- που κρατούσε το σύμπαν σε ισορροπία. Επεμβαίνει στα<br />
γεγονότα για να ξαναβάλει τα πράγματα στη θέση τους κάθε φορά που η<br />
περιορισμένη ελευθερία των θνητών και η σχεδόν απόλυτη των θεών τα ταράζει. Το<br />
πεπρωμένο δεν είχε καθόλου φαταλιστική έννοια που αρνιόταν κάθε ελευθερία στα<br />
όντα του κόσμου. Η Μοίρα ήταν μια έννοια που στεκόταν πάνω απ’ την ελευθερία<br />
των ανθρώπων και των θεών και που, με ανεξήγητο τρόπο, έφερνε στον κόσμο την<br />
Τάξη.<br />
Τέλος, οι θεοί εξανθρωπισμένοι και μετά εξηθικευμένοι (κατά τα κλασικά<br />
χρόνια), έγιναν τα σύμβολα ενός κόσμου που έτεινε στην επικράτηση της<br />
Δικαιοσύνης.<br />
Στην Αρχαία Ελλάδα υπήρχε άμεση σχέση της θρησκείας με την ηθική. Οι<br />
άνθρωποι φρόντιζαν να σέβονται τους θεούς και να υπερασπίζονται τα συμφέροντά<br />
τους, προκειμένου να κερδίσουν την εύνοιά τους. Ηθικό θεωρούνταν ό,τι ήταν<br />
αρεστό στους θεούς, γι’ αυτό το λόγο αποστρέφονταν την υπεροψία, την αυθάδεια, τη<br />
μέθη από την εύνοια της τύχης ή της δύναμης (ύβρις), με την οποία οι άνθρωποι<br />
ξεχνούσαν ότι ήταν όντα θνητά και αδύναμα. Φοβερό αμάρτημα θεωρούνταν η<br />
αδιαφορία του ανθρώπου προς το θείο και κάθε αξίωση ισότητας προς τους θεούς.<br />
Φθονούσαν τον άνθρωπο που ήταν συνέχεια ευτυχισμένος, γιατί ζύγωνε τη θεία<br />
μακαριότητα και αυτή η κατάσταση επέσυρε την οργή των θεών. Η γεμάτη σεβασμό<br />
μεγαλοδωρία του ανθρώπου θεωρούνταν αρεστή στους θεούς.<br />
Φρόντιζαν, επίσης, για την ακριβή τήρηση των τελετών λατρείας τους, γιατί<br />
και ακούσια ακόμη καθυστέρησή τους αρκούσε να επισύρει φοβερές συμφορές.</p>
<p>-Λατρεία- ιεροτελεστίες<br />
Σύμφωνα με τη γνώμη που τότε επικρατούσε, οι άνθρωποι για να τύχουν της<br />
θεϊκής εύνοιας, όφειλαν να φέρονται προς αυτούς όπως απέναντι στους δυνατούς<br />
θνητούς· να προσφέρουν δηλαδή στους θεούς την ευλάβειά τους και τους φόρους ή<br />
όπως λέγει η θρησκεία, τη λατρεία και τις θυσίες.<br />
Η λατρεία της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας συνίσταται ουσιαστικά σε<br />
προσευχές, θυσίες και εξαγνισμούς. Οι αρχαίοι Έλληνες, προσεύχονταν όρθιοι, με τα<br />
χέρια στραμμένα στον ουρανό όταν απευθύνονταν στο Δία και στους άλλους<br />
ουράνιους θεούς ή σκυμμένοι στη γη, όταν προσεύχονταν στον Άδη και στις άλλες<br />
θεότητες του Κάτω κόσμου. Ζητούσαν τη βοήθεια του θεού ή της θεάς, ανέφεραν τις<br />
ευσεβείς του πράξεις και τυποποιούσαν το αντικείμενο της παράκλησής τους, όπως<br />
κάνει στην πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας, ο ιερέας Χρύσης απευθυνόμενος στο θεό<br />
Απόλλωνα. Όταν απευθύνονταν στους θεούς, πρόκειται σχεδόν πάντα για μια<br />
ανταλλαγή (σχήμα χάρης-αντίχαρης). Οι προσφορές γίνονταν γιατί ήθελαν να<br />
επιτύχουν κάποιο ευνοϊκό αποτέλεσμα ή βοήθεια ενάντια στους εχθρούς (π.χ<br />
Κροίσος, Χρύσης και Ελένη –διαστρεβλωμένη μορφή του σχήματος χάρης<br />
αντίχαρης- στην 5 η σκηνή του Β΄ Επεισοδίου.)<br />
Για τους αρχαίους υπήρχαν δύο ειδών θυσίες: οι «εξιλαστήριες» για να<br />
εξευμενίσουν τους εχθρικούς θεούς, και οι «ευχαριστήριες» προς τους φιλικούς<br />
θεούς. Οι προσφορές που συνόδευαν την προσευχή μπορούσαν να είναι μια σπονδή</p>
<p>7<br />
με κρασί ή με γάλα ή πέλανοι που ήταν μείγματα από αλεύρι, μέλι και λάδι που<br />
προσφέρονταν ως θυσία στη Δήμητρα, το Διόνυσο και προπάντων στον Απόλλωνα.<br />
Σε πολύ παλιά εποχή, πίστευαν πως οι θεοί ήθελαν ανθρώπινα θύματα (π.χ Ιφιγένεια).<br />
Οι θυσίες αυτές όμως αντικαταστάθηκαν γρήγορα με θυσίες ζώων. Έσφαζαν κριάρια,<br />
προβατίνες αγελάδες, βόδια κ.α. Σε κάθε θεότητα προσφέρονταν διαφορετικά. Τα<br />
θύματα έπρεπε να είναι πάντα τέλεια· δηλαδή υγιή. Σημασία είχε επίσης και το<br />
χρώμα του τριχώματός τους μιας και στις θεές κανονικά θυσίαζαν θηλυκά ζώα, στους<br />
θεούς του ουρανού ζώα με χρώμα άσπρο ή ανοιχτό και στις θεότητες του κάτω<br />
κόσμου, ζώα με χρώμα μαύρο ή σκούρο. Η τελετή γινόταν συνήθως το πρωί, την<br />
αυγή. Ο βωμός ήταν στολισμένος με λουλούδια και στεφάνια. Οι ιερείς, ντυμένοι στα<br />
άσπρα, και όλοι όσοι παρευρίσκονταν φορούσαν ένα στεφάνι. Το ζώο που επρόκειτο<br />
να θυσιαστεί ήταν στολισμένο με στεφάνια (στέμμα) και με κορδέλες από μαλλί ενώ<br />
καμιά φορά χρύσωναν και τα κέρατά του. Με το νερό του καθαρμού, που το είχαν<br />
μέσα σ’ ένα αγγείο που ονομαζόταν χέρνιψ, ράντιζαν το θύμα και τους<br />
παρευρισκόμενους. Επάνω στο βωμό άναβαν φωτιά όπου έριχναν σπόρους, κριθάρι<br />
(ὀλάς) και μερικές τρίχες κομμένες από το κεφάλι του ζώου. Μετά την προσευχή,<br />
αυτός που έκανε τη θυσία (ο θύτης) τρυπούσε με το μαχαίρι μ’ ένα μόνο χτύπημα το<br />
λάρυγγα του ζώου κουνώντας το κεφάλι του προς τα πίσω μιας και το αίμα που κυλά<br />
πρέπει να βρέξει το βωμό (βλ. «Ελένη» στ.1709 1 Σκηνή Εξόδου).<br />
Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι το ανθρώπινο ον ήταν ακάθαρτο. Πίστευαν<br />
στη ακαθαρσία του ανθρώπινου σώματος αλλά και της ψυχής. Γι’ αυτούς ήταν<br />
ακάθαρτο κυρίως καθετί που ήταν στενά συνδεδεμένο με τη γέννηση, το θάνατο και<br />
το φόνο. Δε μπορούσε κανείς να πλησιάσει τις εικόνες των θεών και να λάβει μέρος<br />
στις τελετές της λατρείας παρά μόνο σε κατάσταση τελετουργικής καθαρότητας,<br />
εκτός κι αν βρισκόταν σε κατάσταση θάμβους και απέβλεπε στην οργή και στην τίση.<br />
Γι’ αυτό το λόγο οι καθαρμοί ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένοι. Ο καθαρμός ήταν<br />
εξαγνιστική θυσία για κάθαρση από ένα έγκλημα ή ασεβή πράξη, κάτι ανάλογο με το<br />
χριστιανικό αγιασμό. Γινόταν με χοές και προσευχή. Οι χοές αποτελούνταν από μέλι,<br />
νερό και κρασί. Το κράμα αυτό από μέλι θεωρούνταν ότι μαλάκωνε και γλύκαινε την<br />
οργή των θεών. Το νερό το έπαιρναν από αέναη κρήνη. Γίνονταν τρεις χοές, γιατί ο<br />
αριθμός αυτός και τα παράγωγά του 9 και 27 θεωρούνταν από τους αρχαίους ιερά.<br />
Όποιος εκτελούσε τις χοές έπρεπε να είναι στραμμένος προς την ανατολή και να<br />
κάνει ταυτόχρονα εξιλαστήριες προσευχές.<br />
Η θρησκευτική λατρεία αποτελούσε γενικά σημαντικό μέρος της καθημερινής<br />
ζωής. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες ξεκινούσαν τη μέρα<br />
τους με προσευχή στο βωμό της οικία (στις κατοικίες των αρχαίων υπήρχαν βωμοί<br />
αφιερωμένοι στους πατρώους θεούς της οικογένειας). Προσεύχονταν όλοι για να<br />
πάνε καλά οι εργασίες της ημέρας, να τους συντρέχουν οι θεοί και να τους βοηθούν<br />
στα προβλήματά τους.<br />
-Ικεσία<br />
Ένας ιερός θεσμός στην αρχαία Ελλάδα ήταν ο θεσμός της ικεσίας. Ο ικέτης<br />
ήταν ξένος καταδιωγμένος, που κατέφευγε στο βωμό ή στην εστία του σπιτιού ενός<br />
ευγενή, ζητώντας την προστασία του οικοδεσπότη. Ένας άγραφος νόμος επέβαλλε<br />
την προστασία του ασύλου των ικετών, ενώ η θανάτωση ικέτη όσο αυτός βρισκόταν<br />
μέσα στα όρια του βωμού θεωρούνταν μεγάλη ασέβεια προς τους θεούς. Ικέτες<br />
γίνονταν κατά τους ηρωικούς αιώνες οι φονιάδες, οι οποίοι στην πατρίδα τους είχαν<br />
ανθρωποκτονήσει και καταδιωκόμενοι από τους γονείς του φονευμένου, προσέτρεχαν<br />
προς ένα ισχυρό ξένο για να βρουν άσυλο και σωτηρία. Ο ικέτης μπορούσε να φέρει<br />
με τα χέρια του ικετηρία. Η Ικετηρία ήταν κλαδί ελιάς περιεστέμμένος με ερίου</p>
<p>8<br />
(εριόστεπτοι κλάδοι), τον οποίο ο ικέτης έφερε με τα χέρια του ως σύμβολο της<br />
δυστυχής του κατάστασης, για να τύχη προστασίας ή ασφάλειας αφού κινδύνευε ή<br />
ήταν αδικημένος. Την ικετηρία την κατέθετε στον βωμό ή στην εστία προς την οποία<br />
κατέφευγε. Ο ικέτης αφού κατέθετε τους κλάδους επί του βωμού κάθονταν και<br />
εκείνος δίπλα μέχρι ο ικετευόμενος να δηλώσει ότι δέχεται την αίτηση και τότε αυτός<br />
ανιστάμενος λαμβάνοντας την ικετηρία απέρχονταν. την οποία αφού τοποθετούσε επί<br />
του βωμού ή επί της εστίας του ικετευόμενου γίνονταν ιερός και απαραβίαστος. Οι<br />
ικέτες τελούσαν υπό την προστασία του ικεσίου Διός και της ικεσίας Θέμιδας. Ο<br />
ικέτης δεν μπορούσε πάντα να εκτελέσει τις διατυπώσεις της ικετηρίας, έπεφτε στα<br />
γόνατα του ικετευόμενου και τον ικέτευε στο όνομα του πατέρα, της μητέρας και των<br />
παιδιών, να τον σώσει. (Οι ικέτες άγγιζαν τα γένια, τα γόνατα ή το δεξί χέρι του<br />
ανθρώπου που ικέτευαν π.χ. Εκάβη-Ελένη κ.α.).<br />
Στην Αθήνα στα δικαστήρια, όπου δικάζονταν οι δίκες περί φόνων,<br />
πρωτύτερα ήταν ιερά θεών, όπου ο φονιάς μετά τον φόνο μπορούσε να καταφεύγει<br />
για να σωθεί από την εκδίκηση των συγγενών του φονευμένου. Για μεγαλύτερη<br />
ασφάλεια ο ικέτης αγκάλιαζε τον βωμό του θεού.<br />
Οι ικεσίες ήταν πολύ συνηθισμένες στους ιστορικούς χρόνους (Θουκ. Β’ 47,<br />
3). Επειδή το έριο ήταν λευκό, ο Αισχύλος τους αποκαλεί «λευκοστεφείς ικετηρίας»<br />
(Ικ. 192). Βρίσκεται επίσης ο τύπος «ικτήριος» και ακόμη «ικτήρ θαλλός» (Ευρ. Ικ.<br />
10). Συνηθισμένες φράσεις ήταν «ικετηρίαν λαμβάνειν, φέρειν, έχειν, τιθέναι παρά<br />
τινι ή υπέρ τινός, καταθείναι, προβάλλεσθαι, προέχεσθαι» (προβάλλειν δηλαδή ή<br />
έχειν την ικετηρίαν ως ασπίδα).<br />
Λέγεται πως οι Λακεδαιμόνιοι απήγαγαν από το ιερό του Ποσειδώνα στο<br />
Ταίναρο τους είλωτες ικέτες και τους αποκτήνωσαν κινώντας την μήνιν του θεού και<br />
τότε έγινε μέγας σεισμός που έριξε όλα τα σπίτια των Λακεδαιμονίων και το<br />
θεώρησαν εκδίκηση του θεού (Θουκ. Α΄, 128). Και οι κάτοικοι της Ελίκης<br />
αποκτήνωσαν τους ικέτες του θεού υπέστησαν σκληρότατη τιμωρία αυτού, διότι<br />
καταπόντισε τελείως την πόλη τους (βλ. και λ. Κυλώνειον άγος και Παυσανίας). Οι<br />
δούλοι όταν κινδύνευαν ικέτευαν σε ορισμένα ιερά, όπως το Θησείο στην Αθήνα. Οι<br />
Πλαταιείς κινδυνεύοντας να θανατωθούν από τους Λακεδαιμόνιους «ικέται γίνονται<br />
των πατρώων τάφων» (Θουκ. Γ΄, 59). Αξιοσημείωτη είναι η ικεσία του Θεμιστοκλή<br />
προς τον Άδμητο τον βασιλιά των Μολοσσών, ο οποίος για να σωθεί από τους<br />
κινδύνους, πήρε στην αγκαλιά του το μικρό παιδί του βασιλιά και κάθισε στην εστία<br />
(Θουκ. Α΄, 136 )<br />
Το σημαντικό στο θεσμό της ικεσίας είναι το ότι ο οικοδεσπότης, δε<br />
μπορούσε να αρνηθεί την προστασία του μιας και τότε θα τον τιμωρούσαν οι Ερινύες.</p>
<p>-Φιλοξενία<br />
Ένας γοητευτικός χαρακτήρας της ηρωικής κοινωνίας είναι η ευγενική<br />
προθυμία, με την οποία γινόταν δεκτός κάθε άνθρωπος που ζητούσε φιλοξενία και η<br />
μεγάλη διάρκεια του ηθικού δεσμού, που συναπτόταν ανάμεσα σε δύο ανθρώπους<br />
που μοιράστηκαν την ίδια τροφή και αντάλλαξαν αμοιβαία δώρα.<br />
Σύμφωνα με το τυπικό της φιλοξενίας (την οποία προστάτευε ο Ξένιος Ζευς)<br />
στην ομηρική κοινωνία, ο ξενιστής υποχρεούται να υποδεχτεί εγκάρδια με<br />
προσφώνηση και χειραψία τον ξένο, να τακτοποιήσει τα πράγματά του, να του<br />
προσφέρει λουτρό, τροφή, ποτό και σε εξαιρετικές περιπτώσεις ψυχαγωγία, να τον<br />
ρωτήσει ευγενικά για την ταυτότητά και το σκοπό της επίσκεψής του. Επιπλέον,<br />
υποχρεούται να ικανοποιήσει το όποιο αίτημά του, εφόσον δύναται, να του προσφέρει<br />
διαμονή για όσες μέρες θέλει αυτός και να τον αποχαιρετήσει με δώρα που<br />
επισφραγίζουν τη φιλία τους. Ο μοναδικός λόγος παραβίασης του πνεύματος της</p>
<p>9<br />
φιλοξενίας ήταν η περίπτωση ο ζητών φιλοξενία να ήταν μιασμένος. Οι αρχαίοι<br />
θεωρούσαν απαραίτητο να απομακρυνθεί ο άνθρωπος που αποτελούσε μίασμα για<br />
την πόλη. Ο μύθος του Οιδίποδα στον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή σχετίζεται με<br />
αυτήν την ιδέα.<br />
Τέλος, στην ενίσχυση του αισθήματος αυτού συντέλεσε ίσως και η γνώμη των<br />
ανθρώπων σύμφωνα με την οποία οι θεοί κατέβαιναν μερικές φορές στη γη με τη<br />
μορφή ενός ξένου.<br />
-Συμπόσια<br />
Το συμπόσιο ήταν η συνεστίαση και η διασκέδαση πολλών ατόμων.<br />
Τα συμπόσια τελούνταν στις οικογενειακές γιορτές, σε γιορτές της πόλης ή<br />
όταν συνέβαινε κάτι που άξιζε να γιορταστεί (νίκες σε αθλητικούς ή ποιητικούς<br />
αγώνες, ερχομός ή αναχώρηση ενός φίλου.) Η κύρια σημασία της λέξης συμπόσιον<br />
είναι συγκέντρωση ανθρώπων που πίνουν μαζί.<br />
Κάθε συμπόσιο γινόταν σε δύο διαδοχικούς χρόνους. Πρώτα, υπήρχε το<br />
καθαυτό γεύμα που αποτελούνταν από ελαφρά εδέσματα (ξηροί καρποί, φρούτα,<br />
γλυκά), ενώ αργότερα έπιναν ποτά (κυρίως κρασί) και διασκέδαζαν με διάφορους<br />
τρόπους ανάλογα με τον τόπο και την εποχή (συζητήσεις, πνευματικά παιχνίδια<br />
μουσική, χορός κ.λ.π). Στα συμπόσια αυτά λάμβαναν μέρος μόνο άντρες. Ο<br />
καλεσμένος φτάνοντας στο σπίτι αυτού που τον έχει καλέσει, βγάζει τα παπούτσια<br />
του κι οι δούλοι του πλένουν τα πόδια, ενώ κατόπιν, τον οδηγούν στην αίθουσα του<br />
συμποσίου. Οι συμποσιαστές ήταν συχνά στεφανωμένοι με στεφάνια από φύλλα ή<br />
λουλούδια και καμιά φορά είχαν επάνω στο στήθος τους στολίδια που ονομάζονται<br />
υποθυμίδες. Γενικά, έτρωγαν πλαγιασμένοι, ή με τα πόδια απλωμένα επάνω σ’ ένα<br />
ντιβάνι (ανάκλιντρο), μα ο κορμός ήταν όρθιος ή είχε μια μικρή κλίση.<br />
Αφού οι καλεσμένοι καθίσουν στις θέσεις τους, οι υπηρέτες τους<br />
παρουσιάζουν την υδροχόη και τη λεκάνη για να πλύνουν τα χέρια τους (χέρνιψ). Το<br />
δείπνο αρχίζει συνήθως με το πρόπωμα που αποτελείται από μια κούπα κρασί<br />
αρωματισμένο που το πίνουν ο ένας μετά τον άλλο πριν αρχίσουν να τρώνε.<br />
Μερικοί καλεσμένοι για το καθαυτό συμπόσιο, έρχονταν μετά το τέλος του<br />
δείπνου. Άρχιζαν με τις συνηθισμένες σπονδές, για να τιμήσουν τους θεούς και<br />
κυρίως το Διόνυσο, τον «καλό θεό» που έδωσε το κρασί στους ανθρώπους. Η πρώτη<br />
σπονδή μετά το γεύμα ήταν αφιερωμένη στο «καλό πνεύμα», όπως θα λέγαμε<br />
σήμερα, και γινόταν με ανέρωτο κρασί. Δεδομένου ότι οι αρχαίοι δεν έπιναν συχνά<br />
ανέρωτο το κρασί τους, κατέληξε να αναφέρεται ως το «ανέρωτο κρασί του αγαθού<br />
δαίμονα».<br />
Σκοπός όλων αυτών ήταν να δημιουργηθεί κατάλληλη ατμόσφαιρα και<br />
διάθεση για συζήτηση. Τα θέματα συζήτησης περιστρέφονταν γύρω από την πολιτική<br />
και τις ηθικές αξίες.</p>
<p>Χαρά Χ.</p>
<p>10</p>
<p>-Βιβλιογραφία:<br />
-Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων. Robert Flaceliere εκδ.<br />
Παπαδήμα<br />
-Τραγωδίες: Ιφιγένεια η εν Ταύροις</p>
<p>Βάκχαι<br />
Ανδρομάχη<br />
Εκάβη<br />
Ηλέκτρα<br />
Αγαμέμνονας<br />
Τραχίνιαι<br />
Ορέστης<br />
Αντιγόνη<br />
Οιδίπους Τύραννος<br />
Οιδίπους επί Κολωνώ<br />
Ελένη<br />
-Κωμωδίες: Βάτραχοι<br />
Ιππείς<br />
Νεφέλες<br />
Όρνιθες<br />
-Ομήρου Οδύσσεια<br />
-Λουκιανός, Περί πένθους<br />
-Επικοί όροι και τεχνικές (Συντονισμός φιλολογικών μαθημάτων, Α΄ Γυμνασίου)<br />
-Ευριπίδου Ελένη, Κικής Σπυροπούλου εκδ. Πάπυρος.<br />
-Ο Αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, Αντρέ Μπονάρ εκδ. Θεμέλιο<br />
-Ιστορία του Ελληνικού πολιτισμού, Τόμος Β΄ εκδ. Αλέξανδρος.<br />
-Η ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Α΄<br />
-Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελλάδας εκδ. Άγκυρα<br />
-www.apologitis.com<br />
-www. pathfinder.gr</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/lepen/archives/50/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[1ο τεύχος]]></series:name>
	</item>
	</channel>
</rss>
