Της Μαρίας Μπαμπαλή (Κείμενο – Ζωγραφιά)
Στα τέλη του 18ου αιώνα, η επιστήμη άρχισε να αμφισβητεί τη φύση του Θεού. Ο Διαφωτισμός έδωσε εργαλεία στον άνθρωπο που δεν είχε ξαναδεί, κι εκείνος μεθυσμένος από τη γνώση θέλησε να πάρει τη θέση του Θεού. Τότε, μια 18χρονη γυναίκα έγραψε μια ιστορία, για να μας θέσει το ερώτημα. Με τι μετράμε έναν άνθρωπο;
Ο Φράνκεσταϊν ή Σύγχρονος Προμηθέας συγγράφηκε από τη Μαίρη Σέλλεϋ το καλοκαίρι του 1816, ύστερα από ένα στοίχημα με τον Λόρδο Βύρωνα, να γράψουν μια ιστορία φαντασμάτων. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ανώνυμα την 1η Ιανουαρίου του 1818. Λόγω της ανωνυμίας, πολλοί κριτικοί της εποχής, συμπεριλαμβανομένου και του Σερ Ουόλτερ, θεώρησαν πως το είχε γράψει ο σύζυγος της και κορυφαίος Άγγλος ποιητής, Πέρσι Σέλλεϋ. Το 1831, η συγγραφέας γράφει μια εκτενή εισαγωγή, μιλώντας για τις πηγές της έμπνευσής της. Σε μετέπειτα θεματικές αναλύσεις και μελέτες, συνδέθηκε το βιβλίο με την πολυτάραχη και τραγική ζωή της Μαίρη Σέλλεϋ, ξεκινώντας από τον θάνατο της μητέρας της και φτάνοντας έως και τις τραυματικές εμπειρίες με τους τοκετούς της αλλά και τη γοτθική σεξουαλικότητά της. Για να κατανοήσεις τον Φράνκεσταϊν, πρέπει να τον συνδέσεις με τη ζωή σου, όπως έκανε και η συγγραφέας.
Για δεκαετίες, το Hollywood μας έδειχνε ένα πράσινο τέρας, με επίπεδο κεφάλι και μπουλόνια στον λαιμό. Το τέρας, όμως, φοράει παλτό και το λένε Βίκτορ.
Ο Βίκτορ, όμως, δεν γεννήθηκε τέρας. Μεγάλωσε σε μια πλούσια και αγαπημένη οικογένεια στη Γενεύη με δύο αδελφούς , τον Έρνεστ και τον Ουίλιαμ, και τη θετή του αδελφή Ελίζαμπεθ. Από πολύ μικρή ηλικία ήδη λάτρευε την επιστήμη, μελετώντας έργα παλαιών αλχημιστών. Όταν, όμως, η Ελίζαμπεθ αρρωσταίνει από κόκκινο πυρετό, η μητέρα του Κάρολαϊν πεθαίνει, φροντίζοντάς την. Αργότερα ο πατέρας του Αλφόνς στηρίζει οικονομικά τις σπουδές του Βίκτορ στο Πανεπιστήμιο του Ίνγκολσταντ, στη Βαυαρία της Γερμανίας. Ο καθηγητής της Χημείας Γουόλντμαν τον ενθαρρύνει να μελετήσει τη σύγχρονη επιστήμη και τελικά τον οδηγεί να συνδυάζει τις παλιές με τις νέες μεθόδους. Ο Βίκτορ κλείστηκε στον εαυτό του για δύο χρόνια και εντέλει δημιούργησε — το πλάσμα. Τη στιγμή που εκείνο άνοιξε τα μάτια, η εμμονή, ο κόπος και η λαχτάρα του Βίκτορ έγιναν αποστροφή. Προσπάθησε να κοιμηθεί, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, αλλά, όταν ξύπνησε, βρήκε το χαμογελαστό πλάσμα να στέκεται δίπλα από το κρεβάτι του. Φεύγει ντροπιασμένος, τρομαγμένος, αηδιασμένος με το ίδιο του το «παιδί». Από την εξάντληση και τις τύψεις πέφτει σε βαριά αρρώστια για μήνες, έχοντας πλάι του τον καλό του φίλο Χένρι Κλέρβαλ. Την ίδια στιγμή, το πλάσμα περιπλανιέται μόνο του, προσπαθώντας να βρει πού ανήκει. Μαθαίνει να διαβάζει, να μιλά, να σκέφτεται και, τελικά, να αναγνωρίζει την «αφύσικη» φύση του. Μέσω ενός ημερολογίου του Βίκτορ, πληροφορείται πως ο δημιουργός του τον απεχθανόταν. Τον έψαξε, γιατί ήταν ο μόνος που του χρωστούσε μια εξήγηση, αλλά και επειδή δεν ήθελε να είναι πια μόνος. Ήθελε μια σύντροφο σαν κι αυτόν. Πέρα από την ανθρώπινη αδυναμία. Αν και αρχικά ο Βίκτορ συμφωνεί, αργότερα καταστρέφει το μισοτελειωμένο δεύτερο πλάσμα μπροστά στα μάτια του πρώτου. Εκείνο γίνεται εκδικητικό και σκοτώνει τον Χένρι, τον Ουίλιαμ και, τη νύχτα του γάμου του Βίκτορ και της Ελίζαμπεθ, εκείνην. Ο Βίκτορ αφιερώνεται στο να βρει και να σκοτώσει το πλάσμα, φτάνοντας έως τον Αρκτικό Ωκεανό. Εκεί, μισοπεθαμένος από τις κακουχίες, ανεβαίνει στο πλοίο του Ρόμπερτ Γουόλτον. Αφηγείται την ιστορία του και πεθάνει. Το πλάσμα ανεβαίνει στο πλοίο και κλαίει πάνω από το πτώμα του. Δεν είχε πάρει ούτε μια στάλα χαράς από την εκδίκησή του. Φεύγει στους πάγους, για να αφεθεί να πεθάνει, μόνο του. Όπως ήταν πάντα.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν σέβονται τα όρια που τους δόθηκαν. Μέσω της γνώσης και της δύναμής τους, θέλουν να επιβληθούν και να κυριαρχήσουν. Όταν, όμως, ο άνθρωπος ξεχνά τι είναι, τότε η ίδια η ζωή θα στραφεί εναντίον του, για να του πάρει ό,τι του δόθηκε. Τέρατα θα πρέπει να χαρακτηρίζονται οι εμμονικοί και αλαζόνες άνθρωποι, που προσπαθούν να φτάσουν τον Θεό, χωρίς να σκέφτονται τις συνέπειες. Αυτοί που, χωρίς δεύτερη σκέψη, θα προδώσουν και θα αφήσουν να τιμωρηθούν αθώοι. Εκείνοι που θα τα βάλουν με τους θεούς, πιστεύοντας πως μπορούν να τους φτάσουν. Εκείνοι που θέλουν να παραβιάσουν τους νόμους φύσης, πιστεύοντας πως οι ίδιοι θα μείνουν άφθαρτοι. Που θα φέρουν ζωή, για να αποδείξουν την αξία και τη σοβαρότητά τους. Και που, μέχρι τέλους, θα κυνηγήσουν να βρουν τον κακό στη ιστορία τους, για να μη γυρίσουν το λάθος στον εαυτό τους.
Με τι μέτρο μετράμε, λοιπόν, έναν άνθρωπο; Με τις συνήθειές του και με το τι θα επιλέξει να κάνει με την εξουσία του. Με την ικανότητά του για ορθολογική σκέψη, να μπορεί, δηλαδή, να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα σε υπερβολές και ελλείψεις. Να έχει θάρρος να παραδεχτεί τα λάθη του, ακόμα και να τιμωρηθεί γι’ αυτά. Να ενεργεί πάντα με αγνές προθέσεις. Ο άνθρωπος πρέπει, ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές, να σέβεται το δώρο της ζωής, χωρίς να το χλευάζει με τις πράξεις του. Η ομορφιά και η ασχήμια είναι υποκειμενική, όταν η καρδιά μας είναι αγνή.
Στο τέλος, μόνο το πλάσμα έκλαψε για τον χαμό εκείνου που το εγκατέλειψε.
