Λύρα Κρήτης

Λύρα Κρήτης

Η Κρητική λύρα είναι ξύλινο χορδόφωνο (έγχορδο μουσικό όργανο). Έχει συνήθως τρεις χορδές, σε νότες Σολ-Ρε-Λα και παίζεται τρίβοντας ένα δοξάρι στις χορδές της. Κατέχει κεντρική θέση στην παραδοσιακή μουσική της Κρήτης και άλλων νησιών του Αιγαίου και των Δωδεκανήσων. Ήταν γνωστή για πρώτη φορά στην Βυζαντινή Κρήτη, με κάποιες περαιτέρω τροποποιήσεις που σημειώθηκαν τον 20ο αιώνα για να δώσει στο όργανο έναν πιο ισχυρό ήχο και προβολή. Θεωρείται η πλέον δημοφιλής παραλλαγή της βυζαντινής λύρας που χρησιμοποιείται σήμερα. Τα μέρη μιας Κρητικής λύρας είναι συνήθως κατασκευασμένα από διαφορετικούς τύπους ξύλου. Οι χορδές είναι από έντερο ή μέταλλο.

Τα πρώτα έγχορδα όργανα με χορδές ήταν ως επί το πλείστον νυκτά, (για παράδειγμα, η ελληνική λύρα) παίζονταν δηλαδή με τα νύχια. Τα δίχορδα, τοξωτά όργανα, που παίζονται σε όρθια θέση και έφεραν δοξάρι από αλογοουρά, μπορεί να προέρχονται από τους νομαδικούς εφίππους πολιτισμούς της Κεντρικής Ασίας, σε μορφές που μοιάζουν πολύ με τη σύγχρονη Μογγολική Μορίν Χουρ και το Καζακστανικό Κόμπιζ. Παρόμοιοι και διάφοροι τύποι διαδόθηκαν πιθανώς κατά μήκος εμπορικών οδών Ανατολής-Δύσης από την Ασία στη Μέση Ανατολή[12][13] και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.[14][15] Ο άμεσος πρόγονος όλων των ευρωπαϊκών τοξωτών οργάνων είναι το αραβικό ρεμπάμπ (ربابة), το οποίο εξελίχθηκε στη βυζαντινή λύρα τον 9ο αιώνα και αργότερα στο ευρωπαϊκό ρεμπέκ.[16][17][18]

Η κρητική λύρα προσομοιάζει έντονα τη βυζαντινή λύρα, η οποία αποτελεί πρόγονο πολλών ευρωπαϊκών τοξωτών εγχόρδων. Ο Ιμπν ΚχορντάντμπεχΠέρσης γεωγράφος του 9ου αιώνα, στη λεξικογραφική του μελέτη των μουσικών οργάνων, αναφέρει τη λύρα ως «όμοια του αραβικού ρεμπάμπ, με πέντε χορδές και ξύλινη»

 

Η χρήση τοξωτών εγχόρδων, παρόμοιων της κρητικής λύρας και άμεσων διαδόχων της βυζαντινής συνεχίστηκε σε πολλές περιοχές της βυζαντινής αυτοκρατορίας ακόμα και όταν αυτή αποτέλεσε παρελθόν, φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας με μικρές διαφοροποιήσεις. Παραδείγματα τέτοιων οργάνων αποτελούν η Γκαντούλκα στη Βουλγαρία, η τοξωτή Λύρα Καλαβρίας στην Ιταλία και η Πολίτικη λύρα στην Κωνσταντινούπολη.

 

Στην Κρήτη

Παίκτης λύρας από ελεφάντινη κασετίνα, (1000 μ.Χ.)

Λαμβάνοντας υπ’όψη την περίοδο που πρωτοεμφανίστηκαν τοξωτά έγχορδα στην Κρήτη, υπάρχουν τρεις απόψεις:[19]

  1. Η βυζαντινή λύρα εισήχθη από την Κωνσταντινούπολη όταν το νησί επανακαταλήφθηκε από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία έπειτα από αραβική κατοχή, με στρατιωτική επέμβαση του Νικηφόρου Φωκά.
  2. Η λύρα εισήχθη στο νησί από τα Δωδεκάνησα, αρχίζοντας να διαδίδεται από τη Σητεία που, ευρισκόμενη στο ανατολικό άκρο της Κρήτης, ήταν γειτονική με τα νησιά Κάσο και Κάρπαθο. Αυτό θα συνέβη μάλλον κατά το 12ο αιώνα.
  3. Η λύρα εισήχθη στο νησί από τους Άραβες κατακτητές (823-961 μ.Χ.). Εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε το αραβικό ρεμπάμπ εκείνης της εποχής ήταν μορφολογικά όμοιο της βυζαντινής λύρας. Ωστόσο, αυτή η άποψη δεν δείχνει να είναι πολύ πιθανή, καθώς η λύρα λέγεται απλά «λύρα» και δεν φέρει κάποιο Ισλαμογενές όνομα (ρεμπάμπ, ρεμπέκ, κεμεντζές, κλπ.)

Ενετοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι προφανές πως οι Ενετοί, όταν έφτασαν στην Κρήτη το 1211, βρήκαν ήδη την λύρα στο νησί. Εκείνη την εποχή φαίνεται να εμφανίστηκαν για πρώτη φορά τα σφαιρικά κουδουνάκια που τοποθετούνται στο δοξάρι. Τα κουδουνάκια αυτά, στην Κρητική διάλεκτο ονομάζονται «Γερακοκούδουνα». Η ονομασία αυτή, φαίνεται να προέρχεται από τους άρχοντες κυνηγούς, οι οποίοι κυνηγούσαν με γεράκια, τα οποία έφεραν κουδουνάκια στα πόδια τους.[19]

Ωστόσο, ως λαϊκά όργανα κατά τα χρόνια της Ενετοκρατίας, αναφέρονται ως επί το πλείστο πνευστά και κρουστά. Περιηγητές, όπως ο Πιερ Μπελόν, δεν αναφέρουν μουσικά όργανα στους χωρούς των Σφακιανών, αν και στην πραγματικότητα οι ίδιοι οι Σφακιανοί ουδέποτε επιδόθηκαν στη χρήση έγχορδων οργάνων, μέχρι και σήμερα. Παρόλα αυτά, υπάρχει αναφορά σε ποίημα από τον Στέφανο Σαχλίκη, ποιητή από τον Χάνδακα (σημ. Ηράκλειο) του 14ου αιώνα:[19]

Λοιπόν όποιος ορέγεται να μάθη δια την Μοίραν,

το πως παίζει τον άτυχον ωσάν παιγνιώτης λύραν

ας έλθη να αναγνώση εδώ τοῦτο τὸ καταλόγιν,

το έκατσα κι εστιχόπλεξα και μοιάζει μοιρολόγιν

— Στ. Σαχλίκης, Αφήγησις παράξενος…, στ. 25-26

Προφανώς οι παραπάνω στίχοι δεν αναφέρονται, ούτε στην αρχαία αρποειδή λύρα, ούτε ούτε στην Ιταλική lira, αλλά στη λαϊκή κρητική λύρα της εποχής του ποιητή. Η λέξη «παιγνιώτης» είναι ιδιωματική και χρησιμοποιείται από τους Κρητικούς για να δηλώσει το σκοπευτή, αλλά και τον οργανοπαίχτη. Ο οργανοποιός και ερευνητής Γιώργης Βουγιουκαλάκης έχει δηλώσει πως «δεν αναφέρεται σε όργανα όπως η lira da braccio, ή η lirone, καθώς τα όργανα αυτά εμφανίζονται στη Δύση (κυρίως στην Ιταλία) στο τέλος του 15ου αιώνα η πρώτη και στο τέλος του 16ου η δεύτερη, ως εξέλιξη της βυζαντινής λύρας. » [20]

Στο έργο Κατσούρμπος, ο Γεώργιος Χορτάτζης (1580-1600) αναφέρει ένα όργανο ονόματι «Λυρόνι», το οποίο χρησιμοποιεί ο Νικολός σε καντάδα:

«Ανίσως κι εκουδούνιζε στο σπίτι μου αποκάτω

μιαν ώρα το σακούλι του με κίτρινα (σ.σ. χρυσά νομίσματα) γεμάτο,

δεις ήθελες πώς άνοιγα, με μένα με λυρόνι

μηδέ με το τραγούδι του ποσώς δε με κομπώνει…»

— Γ. Χορτάτζης, Κατζούρμπος, πράξη Α΄, στίχοι 195-198

Στο κείμενο αυτό προκαλείται σύγχυση, καθώς πιστεύεται ότι το όργανο αυτό δεν είναι λύρα αλλά κιθάρα, καθώς αναφέρεται η λέξη «κιτάρα». Ωστόσο, στο Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης του Σκαρλάτου Βυζάντιου, στο λήμμα κιθαρίζω, παρατίθεται ως παράδειγμα ο στίχος «αναλαμβάνων την λύραν εκιθάριζεν», ενώ οι όροι ““Λύρα»»κιθάρα» και »φόρμιγξ» ενίοτε χρησιμοποιούνται για το ίδιο όργανο. Επίσης, η κιθάρα και η αρχαία λύρα ποτέ δεν αναφέρονται με υποκοριστικό, ενώ στο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας του Εμμανουήλ Κριαρά, το λιρόνι ερμηνεύεται ως το μουσικό όργανο Κρητική λύρα. Επομένως, το όργανο του Νικολό είναι μία μικρή κρητική λύρα, κοινώς, ένα λυράκι (βλ. παρακάτω).

Οθωμανοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λύρα του 1743 (διακρίνεται το έτος στην κεφαλή) με δοξάρι

Το 1746 εμφανίστηκε η παλαιότερη γνωστή σύνδεση της λύρας με την Κρήτη. Ο Άγγλος περιηγητής Μ. Πόρτερ αναφέρει ότι οι Έλληνες «τραγουδούν αδιάκοπα και χορεύουν. Παντού βλέπεις κρητικές λύρες…» Οι λύρες ήταν πιο δημοφιλείς ανάμεσα στους Έλληνες, καθώς οι Οθωμανοί Τούρκοι «απέφευγαν τους χορούς και δε συμπαθούσαν τη μουσική».[21] Δεν είναι, όμως, ξεκάθαρο, τι εννοούσε «Κρητικές λύρες», καθώς εκείνος παρατηρούσε την Κωνσταντινούπολη και όχι την Κρήτη.[19]

Ο παλαιότερος ονομαστικά καταγεγραμμένος λυράρης της Κρήτης ήταν ο Μανώλης Μαραγκάκης (1778-1818) ή «Θοδωρομανώλης» από το Επανωχώρι Χανίων. Ο Αθανάσιος Δεικτάκης αναφέρει γι” αυτόν ότι «έπαιζε στη λύρα του τους πολλούς καημούς και τις λίγες χαρές της Κρήτης… Στους ρυθμούς της έβρισκε δρόμους απατηλής διαφυγής, στις μαντινάδες τραγουδούσε αντάρτικα υπονοούμενα. Οι σκοποί θύμιζαν ανάσταση του σκλάβου. Τα συρτά ηρωικούς οραματισμούς«[19]

Σύμφωνα με τον περιηγητή Μιχαήλ Χουρμούζη Βυζάντιο, σε κάθε χωριό της Κρήτης υπήρχαν λυράρηδες, ενώ δεν φαίνεται να γνώριζε ούτε έναν Οθωμανό λυράρη. Η λύρα εμφανιζόταν ακόμη και στα στρατόπεδα των επαναστατών.[19]

Οι αναφορές αυτές επιβεβαιώνουν πως όταν οι Οθωμανοί εμφανίστηκαν στην Κρήτη το 1642, δεν έφεραν μαζί τους την Λύρα, αλλά την βρήκαν ήδη εκεί.

Πριν το 1930[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αντώνης Παπαδάκης (Καρεκλάς) παίζει μια πρώιμη έκδοση της σύγχρονης λύρας κατά την δεκαετία του 1920

Όλες οι «πρώιμες» λύρες (Προ-1930), κατασκευάζονταν από τους ίδιους τους οργανοπαίχτες. Ήταν παρεμφερείς των λυρών της Κάσου, της Καρπάθου και των Πολίτικων. Το μπράτσο ήταν συνέχεια του σκάφους και δεν είχε σημαντική κλίση. Δε διέθεταν ταστιέρα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται λακκούβες στα σημεία που ακουμπούσε το νύχι. Το καπάκι ήταν ανάβαθο και στην ίδια ευθεία με το μπράτσο. Τα κλειδιά ήταν ξύλινα.[22]

Οι χορδές, οι οποίες ήταν εντέρινες, δε στηριζόταν στο χορδοστάτη, αλλά σε τρύπες στο κάτω μέρος της σκάφης, ή δένονταν με ένα σύρμα ή δυνατό σχοινί. Η απόσταση ανάμεσα στις χορδές ήταν πολύ μικρή, με αποτέλεσμα να μην χωράνε τα δάχτυλα των λυράρηδων μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, η μελωδία παιζόταν κυρίως στην πρώτη χορδή. Πολλοί κατασκευαστές τότε, άνοιγαν και μια τρύπα στο πίσω μέρος του σκάφους μια τρύπα και κάποιες πιο μικρές στο καπάκι, ελπίζοντας πως έτσι η λύρα «ξεφωνίζει» καλύτερα. Σήμερα οι οργανοποιοί δεν τρυπούν τις λύρες, πιστεύοντας πως έτσι «αδυνατίζει το ξύλο».[23]

Φαίνεται πως ένας παλιός οργανοπαίχτης στη Κρήτη μπορούσε να κινηθεί σε ένα διάστημα έκτης πάνω σε ισοκράτη, τον οποίο έκανε η τρίτη χορδή, που χρησιμοποιούταν για γεμίσματα και ρυθμό. Ο καβαλάρης τότε ήταν ήταν με πολύ μικρή κλίση. Συγκεκριμένα σχέδια δεν υπήρχαν, με αποτέλεσμα ο καθένας να φτιάχνει την λύρα, ουσιαστικά, όπως την ήθελε, με βάσει τα ξύλα που κατείχε, το μεράκι του, ή κάποιον γνωστό του λυράρη.[22][23]

Ο τύπος που χρησιμοποιούνταν τότε ονομαζόταν Λυράκι, λόγω των μικρών του διαστάσεων, ο οποίος όμως περιοριζόταν στα χορευτικά, λόγω του ψιλού του κουρδίσματος και το οξύ του ήχο που δεν βοηθούσε τους τραγουδιστές στη σωστή ερμηνεία των κομματιών. Ωστόσο, ήταν μεγάλη η ανάγκη για την κατασκευή ενός οργάνου για την συνοδεία του τραγουδιού, ιδίως σε μεγάλα πολυήμερα γλέντια και πανηγύρια. Έτσι, δημιουργήθηκε η Βροντόλυρα,[24] μία μεγαλύτερη παραλλαγή του Λυρακιού με βαθύτερο ηχείο και ισχυρότερο ήχο. Αλλά και η Βροντόλυρα δεν ανταποκρινόταν στις νέες αισθητικές, ακουστικές και δεξιοτεχνικές απαιτήσεις του κοινού και των μουσικών, κάνοντας έτσι ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για νέο τύπο.[23] Η βροντόλυρα παιζόταν από τον 17ο αιώνα, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930.[22]

Το 1920, κι ενώ το βιολί έλαβε μεγάλη απήχηση, κυρίως από τους κατοίκους της Ανατολικής και της Δυτικής Κρήτης, δημιουργήθηκε η Βιολολύρα, η οποία έμοιαζε με υβρίδιο -θα λέγαμε- της λύρας και του βιολιού. Παιζόταν μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1940. Ήταν μια προσπάθεια των ντόπιων κατασκευαστών οργάνων να προσδώσουν τον ήχο και τις τεχνικές δυνατότητες του βιολιού (Το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στην Κρήτη κατά την Ενετοκρατία) στο παλαιό βυζαντινό λυράκι.

1930 – σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι λύρες που φτιαχνόντουσαν τότε δεν ήτονε κάποιου συγκεκριμένου καλλιτέχνη. Ήτονε συνήθως ερασιτεχνικές και έφτιαχνε ο καθένας ότι μπορούσε, όπως το καταλάβαινε και χωρίς εργαλεία. [..] οι παλιές λύρες δεν είχανε το χορδοδέτη, το χορδοστάτη, ούτε τη γραβάντα, ήτονε το καπάκι σκέτο, πίσω σκέτη, [...] και ήτονε το κεφάλι μεγάλο και βάζανε τρεις πύρους στριφτάρια (όπως του βιολιού παρόμοια) και τα βάζανε πίσω και εκεί πάνω βάζανε τις χορδές. Θυμούμαι ο μακαρίτης ο Παπαδάκης τις έκανε όπως της έκανα εγώ, το κεφάλι πιο χοντρό για να δέσει και έβαλε τα στριφτάρια όπως του βιολιού από το πλάι. Ξύλινα στριφτάρια εννοώ, εκούρδιζεν εξεκούρδιζεν και δεν την έβρισκες τη λύρα να κουρδίζει και να είναι εκεί πολύ ώρα δεν ήτο εύκολο. Και παρόλο που μπορεί να ήτονε πιο όμορφα όμως, εγώ της έβαλα τα σιδερένια αυτά του μαντολίνου τα οποία είναι σταθερά και κουρδίζει και είναι κουρδισμένη εκεί. Όλα αυτά σιγά – σιγά τα τελειοποίησα για να’ ναι κατά πρώτον η φωνή αλλά και η ευκολία του παιξίματος. Πρωτύτερα όταν έλειπε η γλώσσα [..] όταν θες να κάνεις τα πρίμα, έπρεπε να πατήσει το χέρι πάνω στο καπάκι ενώ με τη προσθήκη της γλώσσας μπορείς να παίξεις πιο ψιλά όπως και του βιολιού. Παλιά οι λύρες στο χέρι – το πιάσιμο που λέμε ήτονε πιο χοντρό, δε πιάνετο εύκολα. Εγώ το πέτυχα έτσι κατά την δική μου αντίληψη και κατά των οργανοπαικτών που μου είπαν καλά είναι εδώ πέρα και μου παίζει η λύρα, έ και το άφησα εκεί.»

— Μανώλης Σταγάκης, Συνέντευξη από το 1994, [2].

Οι τύποι λύρας ήταν πολλοί, αλλά δημιουργείται ολοένα και περισσότερο η ανάγκη για τη κατασκευή μιας λύρας ανάμεσα στο τύπο του λυρακιού και της βροντόλυρας. Κατά την περίοδο 1940 έως 1945, με την αλλαγή των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών, το ενδιαφέρον γύρω από τον ήχο της λύρας, καθώς και τεχνικές βελτιώσεις στον τρόπο παιξίματος πήρε σάρκα και οστά. Εκείνον τον καιρό, εμφανίστηκαν οι πρώτοι οργανοποιοί, στα αστικά κέντρα της Κρήτης. Έτσι, η λύρα άρχισε να εξελίσσεται, μέχρι που έφτασε στην τελική της μορφή. Ο πρώτος επαγγελματίας οργανοποιός που κατασκεύασε λύρα ήταν ο Μανώλης Σταγάκης, ο οποίος άνοιξε το πρώτο του κατάστημα στην οδό Δημακοπούλου στο Ρέθυμνο.[22]

Ο Σταγάκης σχεδίασε το σύγχρονο μοντέλο λύρας, ενδιάμεσο του λυρακιού και της βροντόλυρας, λαμβάνοντας, δε, και την βοήθεια των πελατών του, όσον αφορά τις διαστάσεις του λαιμού, τον ήχο, την εμφάνιση και την αντοχή στον χρόνο. Η λύρα του Σταγάκη θεωρήθηκε μακράν η πιο επιτυχημένη μορφή λύρας, από την στιγμή κιόλας που φτιάχτηκε. Με τον Σταγάκη συνεργάστηκαν ο Θανάσης Σκορδαλός, ο Κώστας Μουντάκης, ο Σπύρος Σηφογιωργάκης, ο Λεωνίδας Κλάδος, ο Νίκος Ξυλούρης και άλλοι πολλοί. Τον Σταγάκη μιμήθηκαν και πολλοί άλλοι οργανοποιοί, κατασκευάζοντας παρόμοιες με τις δικές του λύρες. Η λύρα του Στάγακη είχε πιο ισχυρό ήχο, τόσο από την Βροντόλυρα, όσο και από το Λυράκι, κάτι που βοήθησε στην ευκολία του λυράρη σε συναυλίες, καθώς, λόγω της αδύναμης μουσικής δυνατότητας των παλιών λυρών, σε συνδυασμό με την έλλειψη τεχνολογίας και μέσων όπως τα μικρόφωνα, ήταν πολύ δύσκολο για έναν λυράρη να παίξει. Οι παλιές λύρες ήταν πιο ψηλές σε κούρδισμα, καμιά φορά έως και δύο τόνους, ενώ-λόγω της οχλαγωγίας σε συναυλίες-ο τραγουδιστής πάντα αναγκαζόταν να φωνάζει ενώ τραγουδάει. Έχει μεγαλύτερο σκάφος για ηχείο και ακούγεται πιο δυνατά, χωρίς να απαιτείται πιο ψιλό κούρδισμα. Ο ήχος ήταν πιο μπάσος μεν, αλλά πιο γλυκός δε. Επίσης, η θέση της λύρας στο σώμα του μουσικού έγινε πιο αναπαυτική, καθώς με το «ποδαράκι» στην άκρη του σκάφους να ακουμπάει πάνω στο πόδι του μουσικού, ενώ η κλίση της κεφαλής αφενός καθιστά την χρήση της πιο εύκολη σε πολύωρες εκτελέσεις, χωρίς να στηρίζεται με τον καρπό, ενώ αφ΄ ετέρου βοήθησε και στο «όρθιο παίξιμο της λύρας», καθώς το καράουλο τοποθετείται κάτω από το πηγούνι και η λύρα στηρίζεται με τον αντίχειρα. Τα νέα μεταλλικά κλειδιά, όπως του μπουζουκιού και του μαντολίνου, είναι πιο εύχρηστα. Η «γλώσσα» καθιστά το παίξιμο λιγότερο επώδυνο για τον λυράρη, ενώ-λόγω του ότι καλύπτεται από πλαστικό-δεν φθείρεται το όργανο, συν του ότι αυξήθηκε η έκταση στις δυόμιση οκτάβες, κάτι που συνέβαλλε στις νέες δημιουργίες και ρεπερτόρια, ακόμη και εκτός Κρητικής μουσικής. Οι συρμάτινες και ανθεκτικές χορδές του εμπορίου είναι πιο ανθεκτικές στον χρόνο, ενώ παράλληλα δεν φθείρονται τόσο όσο οι εντέρινες. Τα δοξάρια του βιολιού είναι πιο ελαφριά, φτηνά και βολικά κατά το παίξιμο. Μπορεί ο Σταγάκης να μην ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε να εκσυγχρονίζει την λύρα, αλλά ήταν αυτός που την τελειοποίησε. Η λύρα του παίζεται από τους λυράρηδες μέχρι και σήμερα.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης