Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα σχολείο όπου πήγαινε ο μικρός και ονειροπόλος Μάρκο, ήταν η ώρα της γλώσσας. Η δασκάλα διηγούνταν μία ιστορία για μία μαγευτική πόλη όπου κατοικούσαν οι μήνες και οι εποχές του έτους, και πώς οι καιρικές συνθήκες αλλάζουν συνεχώς.
«Ο Μάρτης, γιος της Άνοιξης, μια μέρα χάθηκε ανάμεσα στις εποχές. Μπορούμε να ακούσουμε ακόμα τη μητέρα του να νοσταλγεί για αυτόν, με τα πικρά δάκρυα της…», είπε η δασκάλα. «Γιατί δεν πάει να τον βρει;» «Ποιος το είπε αυτό;» ρώτησε η κυρία.
«Εγώ…», απάντησε σιγά ο Μάρκο.
«Εσύ τι νομίζεις; Έχει κι άλλα παιδιά, την Απριλία και τον Μάη. Δεν θα μπορούσε να τους αφήσει έτσι απλά! Βασικά αυτό υποψιαζόμαστε, δεν ξέρει κανείς με σιγουριά, γι’ αυτό κάθε Μάρτη θρηνεί τον χαμένο γιο της και προσεύχεται να γυρίσει πίσω.»
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα και έτρεξαν όλα τα παιδιά έξω. Στην τάξη έμεινε μόνο ο Μάρκο, να αναρωτιέται για την λυπητερή ιστορία που μόλις άκουσε. Αφού σχόλασε, ήρθε να τον πάρει η μαμά του.
«Γειά σου αγάπη μου! Πώς πήγε το σχολείο; Πέρασες καλά;» «Ναι, μια χαρά», απάντησε σιγά ο μικρός Μάρκο. «Μάλιστα! Εγώ έχω ραντεβού με τον γιατρό σε λίγο, γι’ αυτό θα σε αφήσω στο σπίτι μόνος σου για μια ωρίτσα, εντάξει;»
«Εντάξει», μουρμούρησε ο Μάρκο και έβαλε τα ακουστικά του.
Μόλις έφτασε σπίτι, ξάπλωσε στο κρεβάτι του κοιτώντας το ταβάνι. Σιγά σιγά άρχισαν να κλείνουν τα μάτια του και να ηρεμεί το σώμα του στο μαλακό κρεβάτι. Μετά από λίγο ξύπνησε, ή τουλάχιστον αυτό νόμιζε, ήταν σαν να αιωρείται. Ξαφνικά ένιωσε ελαφρύς, λες και ήταν φάντασμα. Γύρισε και κοίταξε το κρεβάτι του, όπου προηγουμένως είχε κοιμηθεί, και είδε τον εαυτό του κοιμισμένο. Τότε κατάλαβε πως ήταν σε διαυγές όνειρο, ένα όνειρο στο οποίο το άτομο συνειδητοποιεί ότι ονειρεύεται και μπορεί να ελέγξει το όνειρο. Έπειτα εμφανίστηκε μπροστά του μια πύλη, φαινόταν σαν μία είσοδος για κάτι, διστακτικά μπήκε μέσα.
Τότε βρέθηκε σε μια παραλία με αφόρητη ζέστη, άμμο να καίει τα μικρά πόδια του και ήλιο να τον τυφλώνει. Αμέσως έτρεξε να φτάσει στην κοντινή θάλασσα. Όμως εκείνη τη στιγμή τον τσίμπησε ένα ψαράκι. Ξαφνικά πήδηξε και προσγειώθηκε ξανά στην άμμο.
«Θέλω να φύγω! Δε μπορώ άλλο…» είπε κλαίγοντας ο Μάρκο.
Τον άκουσε η Ιουλία, κόρη της Καλοκαιρίνας, και ήρθε αμέσως να τον βοηθήσει.
«Αχ, το ‘χω ξαναπάθει και εγώ, αλλά μην ανησυχείς, μπορώ να το κάνω να πονάει λιγότερο, έλα μαζί μου!»
Η αλληλεγγύη της Ιουλίας τον οδήγησε στο σπίτι της μαμάς της, της Καλοκαιρίτσας. Όσο τύλιγε το τραυματισμένο πόδι του με επίδεσμο, ρώτησε:
«Εσύ γιατί ήρθες εδώ; Δεν έχω ξαναδεί παιδί να θέλει να έρθει στη χώρα των εποχών.» «Βασικά δεν ήθελα… ας μην παρεξηγηθώ, είναι πολύ όμορφα, αλλά δε ξέρω γιατί είμαι εδώ.»
«Λογικά υπάρχει συγκεκριμένος λόγος, σκέψου τι μπορεί να είναι.»
Τότε ο Μάρκο συνειδητοποίησε πως το σύμπαν ήθελε να βρει ο ίδιος τον μικρό Μάρτη και να βάλει τέλος στην ταλαιπωρία της Άνοιξης.
«Ξέρω τώρα! Ευχαριστώ που με βοήθησες, αλλά πρέπει να φύγω! Έχεις δει ίσως τον Μάρτιο; Έχει χαθεί και πρέπει να τον βρω!»
«Τίποτα! Και όχι, δεν τον έχω δει κάπου τελευταία, όμως θα μπορούσες να ψάξεις στη Φθινοπωρούπολη. Αλλά σίγουρα δεν μπορείς να περπατήσεις, γιατί είναι πολύ μακριά, να, σου δανείζω ένα καραβάκι, πρόσεχε το, διότι θα σε πάει πολύ μακριά, αρκεί να πιστεύεις στον εαυτό σου!»
Έτσι, ο Μάρκο άρχισε το ταξίδι του προς τη Φθινοπωρούπολη. Μόλις πέρασε τα σύνορα άρχισε να βρέχει ασταμάτητα και ο ήλιος άρχισε να κρύβεται πίσω απ” τα σύννεφα. Ξαφνιασμένος άφησε το καράβι του σε ένα κοντινό λιμάνι.
Άρχισαν να πέφτουν κεραυνοί από τον γκρίζο ουρανό, μαζί με πορτοκαλί φύλλα απ’ τα δέντρα. Ο μικρός Μάρκο άρχισε να νιώθει φοβισμένος, η αμφιβολία τον κατέκλυσε, θα έφτανε άραγε ζωντανός στον προορισμό του; Και ακόμα κι αν τα κατάφερνε, θα άξιζε; Ποιος ήξερε αν ο Μάρτιος ήταν ακόμα εκεί έξω ή αν ήταν καν ζωντανός. Εκείνη τη στιγμή άκουσε τα κλάματα του Μάρτη και συνειδητοποίησε πως ήταν κοντά. Τότε αποφάσισε, με ατσάλινη θέληση, να συνεχίσει να αναζητεί τον χαμένο μήνα και να τον επιστρέψει στη μητέρα του. Αμέσως άρχισε να τρέχει προς μία εγκαταλελειμμένη βιβλιοθήκη για προστασία από τον άγριο καιρό. Ανοίγοντας την πύλη, έπεσε σκόνη πάνω του, που αποδείκνυε πόσα χρόνια ήταν παρατημένη. Αλλά γεμάτος γενναιότητα, μπήκε μέσα. Αμέσως βρήκε εκατοντάδες βιβλία που έφταναν στο ταβάνι. Σκέφτηκε πως σίγουρα θα έβρισκε κάποιο κείμενο για την εξαφάνιση του Μάρτη, καθώς ήταν πρωτόγνωρο γεγονός.
Έψαχνε για ώρες, και το μόνο που έβρισκε ήταν χάρτες και εγκυκλοπαίδειες. Χάνοντας ελπίδα, άρχισε να φεύγει. Όμως τότε συνειδητοποίησε πως υπήρχε ένα μέρος που δεν είχε ελέγξει, το πιο απόμακρο βάθος της βιβλιοθήκης. Ήταν σκονισμένο και σκοτεινό, μα ήξερε πως έπρεπε να κοιτάξει εκεί, για χάρη του Μάρτη. Είχε ήδη ξεφυλλίσει τόσες πολλές σελίδες που τα δάχτυλά του πονούσαν, όμως αποφάσισε να ανοίξει ακόμα ένα βιβλίο, και ήταν καλή επιλογή. Το τελευταίο είχε τίτλο «Τα μυστήρια της Χώρας των Εποχών». Αμέσως τα μάτια του άστραψαν. Έπεσε στο κεφάλαιο με τίτλο «Ο Χαμένος Μάρτιος». Ήταν γεμάτο θεωρίες για το πού βρισκόταν και τι είχε συμβεί. Μια από τις θεωρίες ανέφερε πως θα μπορούσε να είχε χαθεί στο Χωριό του Χειμώνα και πώς ενδεχομένως να είχε χαθεί ενώ έπαιζε στο Λουλουδένιο Πεδίο. Με αποφασιστικότητα, άρπαξε το βιβλίο, μπήκε στη βάρκα του και σάλπαρε για το Χωριό του Χειμώνα .
Μόλις έφτασε, τον έπιασε αφόρητο και παγερό κρύο. Κοίταξε γύρω του και βρήκε τόνους από χιόνι, ύστερα άρχισε να τον καταπιέζει το υπερβολικό χιόνι και ούρλιαζε από τον φόβο του.Εκείνη την στιγμή τον εντόπισε η κυρία Χειμωνίτα, που βρισκόταν στο ζεστό σπιτάκι της, ιδανικό για τον χειμώνα, με τα παιδιά της.
Καταλαβαίνοντας την κατάσταση, άνοιξε την πόρτα της και χρησιμοποίησε τις μαγικές δυνάμεις της για να σπρώξει το χιόνι μακριά από τον μικρό Μάρκο. Αφού τον πλησίασε, τον βρήκε αναίσθητο με κρυοπάγημα. Σαν καλή μητέρα που ήταν, τον έφερε μέσα στο σπιτάκι της.
Μετά από λίγη ώρα ξύπνησε μπροστά στο ζεστό τζάκι, περικυκλωμένος από τον Γενάρη, τον Δεκέμβρη και τον Φλεβάρη.
«Που είμαι;» ρώτησε ο Μάρκο.
«Μην ανησυχείς, είσαι ασφαλής», είπε τρυφερά η στοργική Χειμωνίτα.
«Είστε η κυρία Χειμωνίτα, σωστά;»
«Μάλιστα, γιατί;» «Ε, λοιπόν, με λίγα λόγια…»
«Πες το επιτέλους!» φώναξε ψυχρά ο μεγάλος Γενάρης, και αμέσως ένιωσαν έναν τσουχτερό αέρα. «Ψάχνω τον Μάρτη! Είναι εδώ; Έχω ψάξει παντού!»
Ξαφνικά η σιωπή άρχισε να κυριαρχεί στο δωμάτιο.
«Έλα μαζί μου», είπε σιγά η Χειμωνίτα, ακολούθησε διστακτικά ο μικρός ταξιδιώτης.
Η φιλόξενη εποχή τον οδήγησε σε ένα μικρό δωμάτιο χωρίς παράθυρα, γεμισμένο με ψεύτικα λουλούδια, τοίχους χρωματισμένους με απαλά χρώματα, και διακόσμηση που μιμούνταν το ανοιξιάτικο περιβάλλον. Στην γωνία βρισκόταν ο φοβισμένος Μάρτιος. Το βλέμμα του γύρισε στον μικρό φιλοξενούμενο.«Μάρτη! Έχεις έναν επισκέπτη!» είπε φρόνιμα η Χειμωνίτα. Ο Μάρτης έμεινε σιωπηλός. «Γειά σου! Εγώ είμαι ο Μάρκο, και ήρθα να σε πάω στη μαμά σου! Της λείπεις απίστευτα, και είμαι σίγουρος πως νιώθεις το ίδιο.»
Ο Μάρτης έστρεψε το βλέμμα του στον Μάρκο και χαμογέλασε, έπειτα σηκώθηκε και έπιασε το χέρι του.Το ίδιο βράδυ θα άρχιζαν το ταξίδι τους στην Ανοιξούπολη. Όσο ετοίμαζε τον απαραίτητο εξοπλισμό για τόσο μεγάλο ταξίδι, ο Μάρκο, απορημένος, ρώτησε την κυρία Χειμωνίτα:«Από περιέργεια, γιατί δεν τον επιστρέψατε νωρίτερα στην οικογένειά του;»«Αχ παιδί μου, δεν είναι καλό να ταξιδεύουμε σε ζεστά περιβάλλοντα, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο για τις μαγικές ικανότητές μας, αλλά και για τους άλλους. Και το ίδιο ισχύει για τους υπόλοιπους μήνες. Γι’ αυτό όταν είδα τον μικρό Μάρτη να ξεπαγιάζει μπροστά στην αυλή μου, καλούμενος με χιόνι, όπως εσένα, δεν μπορούσα να τον αρνηθώ. Έτσι προσπάθησα να δημιουργήσω ένα δωμάτιο μόνο για αυτό, που θα του θύμιζε την παλιά του ζωή. Μα δεν ήταν ποτέ το ίδιο, κάθε βράδυ τον άκουγα να κλαίει ασταμάτητα, νοσταλγώντας για τον παλιό του εαυτό.»«Μάλιστα… Γι’ αυτό έχουμε βροχή και κρύο τον Μάρτη, άραγε;»
«Ναι, γι’ αυτό. Τώρα όμως αυτό θα αλλάξει, πρέπει να φύγετε αμέσως!»
Τότε ο Μάρκο και ο ταλαιπωρημένος Μάρτης άρχισαν το ταξίδι τους. Φτάνοντας επιτέλους στην πατρίδα του μικρού Μάρτη, άλλαξε δραματικά η ατμόσφαιρα. Τώρα έβλεπαν τον ήλιο να λάμπει, λουλούδια να ανθίζουν και μικρά χαριτωμένα ζώα παντού, δεν ήταν ούτε πολύ κρύα ούτε πολύ ζεστά, ήταν τέλεια. Πριν αποσπαστεί από όλα αυτά γύρω του, ο Μάρκο έκανε μία τελευταία στάση στο παλάτι της Άνοιξης. Μπαίνοντας μέσα, έβγαλε τις μπότες που του είχε δώσει η κυρία Χειμωνίτα, οι οποίες είχαν γίνει μούσκεμα από το χιόνι. Έπειτα ο Μάρτιος έκανε μία βαθιά ανάσα και μπήκε μέσα. Η Άνοιξη, με δάκρυα στα μάτια της, έτρεξε να πάρει στην αγκαλιά της τον γιο της. «Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω, παλικάρι μου. Τόσο καιρό ένιωθα λες και ένα κομμάτι της καρδιάς μου χάθηκε, μα τώρα είμαι ξανά ολόκληρη.» «Τίποτα, απλώς προσέξτε τον!» «Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση, πρέπει να κάνω κάτι να σε ανταμείψω. Το βρήκα, θα κάτσεις στο παλάτι να φας ένα πλούσιο γεύμα», είπε φρόνιμα η κυρία Άνοιξη. «Τώρα, πώς να αρνηθώ τέτοια πρόσκληση;
«Βεβαίως!» Εκείνη τη στιγμή ο Μάρκο άκουσε μία γυναικεία φωνή να φωνάζει το όνομά του: «Μάρκο! Μάρκο, ξύπνα!» «Τι; Πού είμαι;» «Στο σπίτι φυσικά, και εγώ είμαι η μαμά. Δε ξέρω τι σ’ έχει πιάσει σήμερα, κοιμάσαι από την ώρα που έφυγα;» «Νομίζω, δεν είμαι σίγουρος…» «Τέλος πάντων, κατέβα κάτω να φας βραδινό, εκτός κι αν δεν πεινάς , που το αποκλείω.» «Εντάξει καλά, θα προτιμούσα να έτρωγα το πλούσιο γεύμα της κυρίας Άνοιξης και όχι αρακά, αλλά τι να κάνω!» μουρμούρησε σιγά ο μικρός ταξιδιώτης.
Και έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Συντάκτρια: Σουλαϊμόν Αμίρα
