Στης ράμπας το σκαλοπάτι,
κάθεται η λογική και κλαίει,
«Μελέτη έγινε» — στο χαρτί,
μα το πεζοδρόμιο γέρνει και φταίει.
Ο νόμος γράφτηκε με πάθος,
με άρθρα, σφραγίδες και φως,
μα έμεινε κάπου στο βάθος
ενός συρταριού δημοσίου… κλειστός.
Οι αρτιμελείς πολίτες τρέχουν,
με βήμα γοργό, αθλητικό,
«Δεν πρόσεξα» λένε και φεύγουν
απ’ το βλέμμα το διαφορετικό.
«Δεν είναι δικό μου το θέμα»,
ψιθυρίζει η κοινωνία απαλά,
κι όμως στην ίδια την κρέμα
βουτάει με δυο πόδια γερά.
Η στάση του λεωφορείου ψηλά,
το κουμπί εκτός λειτουργίας,
μα έχουμε λόγια γλυκά
για “ίσες ευκαιρίες” ευημερίας.
Η πολιτεία υπόσχεται ράμπες,
μα φτιάχνει σκαλιά με στολίδια·
μοιράζει δελτία και λάμπες,
μα ξεχνάει τα απλά… τα ίδια.
Κι ο ήρωας της καθημερινότητας
δεν θέλει μετάλλια, χειροκροτήματα,
μονάχα λίγη κανονικότητα
και λιγότερα «κρίμα» και «θαύματα».
Γιατί δικαίωμα δεν είναι χάρη,
ούτε φιλανθρωπία της στιγμής·
είναι το αυτονόητο που βαραίνει
όταν λείπει απ’ την κοινή λογικής.
Μα κάπου γελάει η ελπίδα πονηρά:
«Θα μάθετε, μη βιάζεστε τόσο —
όταν η ράμπα γίνει φυσικά
μέρος του δρόμου σας… όσο κι όσο.»
Κι ίσως τότε ο αρτιμελής
σταθεί για λίγο, κοιτάξει τριγύρω,
και δει πως ο κόσμος ο “υγιής”
χωράει καλύτερα… όταν χωράνε όλοι γύρω.
