Ένας φίλος έγραψε κάποτε ότι η Χαλκίδα είναι η πόλη των χαμένων ευκαιριών. Συμφωνώ απόλυτα μαζί του. Ο τόπος είναι γεμάτος από παραδείγματα. Δυστυχώς, τα περισσότερα πειστήρια του εγκλήματος υπάρχουν μόνο σε παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Ήξεραν καλύτερα οι Χαλκιδέοι που ήθελαν να ρίξουν τους πύργους και τα τείχη γύρω από τη μικρή γέφυρα της πόλης; Τι θα τους λέγαμε αν ήμασταν σε θέση να επικοινωνήσουμε μαζί τους; Πόσο πιο όμορφη, αναγνωρίσιμη και τουριστική θα ήταν άραγε σήμερα η πόλη, αν δεν είχε παρθεί εκείνη η ολέθρια απόφαση; Είναι πιο εύκολο να γκρεμίζεις κάτι για να αναγείρεις στη θέση του κάτι νέο εκ του μηδενός, ή να αναπλάσεις κάτι που είναι ήδη εκεί; Ίσως δεν είναι ζήτημα δυσκολίας, ή ευκολίας, αλλά θέμα άμεσου, τυχάρπαστου πλουτισμού που θα ευεργετήσει συγκεκριμένες τσέπες, χωρίς να προσφέρει κάτι ουσιώδες στους κατοίκους που υποτίθεται αφορά το έργο. Αντ’ αυτού θα κάνει ανεπανόρθωτη ζημιά, απαλείφοντας άλλο ένα κομμάτι μνήμης από την ιστορία της Χαλκίδας.
Νοσταλγώ όμως μια Αγορά που δε γνώρισα ιδιαίτερα και τη θέλω για όλους. Το 1973 ήδη στα πρώτα στάδια της παρακμής της, ήταν ήδη αφημένη σε πλήρη εγκατάλειψη. Μόνο τα 2/ 3 του συγκροτήματος ήταν από τότε λειτουργικά. Η μία στοά, αυτή προς τη Βενιζέλου, θύμιζε μια πόλη φάντασμα. Και μέσα στις επόμενες δεκαετίες μαγαζιά εγκαταλείπονταν, χωρίς να έρχεται κάποια νέα επιχείρηση στη θέση τους. Στα τελευταία της, αρχες δεκαετίας του ογδόντα, παιδί εκεί συνόδευα τη μητέρα μου για τις αγορές μας. Από τη μια ο χασάπης, από την άλλη ο μανάβης, και πιο πέρα, στη γωνία, ο ιχθυοπώλης. Όλες μας οι ανάγκες σε μια δρασκελιά, και πάντα η πιθανότητα να δεις κάποιο γνωστό, να πεις μια κουβέντα. Έστω και τα τελευταία χρόνια, με το 1/3 της Αγοράς ενεργό, η βαβούρα του κόσμου, οι συζητήσεις, τα πειράγματα και τα κουτσομπολιά έδιναν ένα άλλο χρώμα στα ψώνια. Χαρακτηριστική εικόνα, οι γλάροι στα κεραμίδια που περίμεναν να τους πετάξει κάποιο μεζέ ο χασάπης από κάτω. Αν βέβαια κοίταζες καλά, πίσω από τις τέντες, τους πάγκους και τα κάδρα με τις φωτογραφίες στα μαγαζιά, έβλεπες τον πεσμένο σοβά και τους ραγισμένους τοίχους. Ναι, ίσως ήταν επιτακτικό να βγουν όλοι αυτοί οι μαγαζάτορες από εκεί μέσα. Αλλά για να μπει μέσα ένα, ή περισσότερα συνεργεία, να καθαρίσουν, να σοβατίσουν, να βάψουν, να κάνουν όλη την Αγορά ένα τζιτζί, και μετά να καλέσουν πίσω τους εμπόρους και η Χαλκίδα να μην έχει να ζηλέψει τίποτα από την «Κλειστή Αγορά» της Κωνσταντινούπολης, τη Βαρβάκειο στην Αθήνα, και οποιαδήποτε άλλη αγορά δεσπόζει σήμερα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες στο κέντρο των μεσαιωνικών τους πλατειών. Το ξέρετε ήδη, η αγορά μιας πόλης τραβάει τους τουρίστες. Και μας το είπαν και το διαβεβαίωσαν οι ειδικοί: η κατάσταση είναι ακόμα αναστρέψιμη.
Οι Δήμαρχοι, τι κάνουν για όλα αυτά; Να φταίνε μόνο τα άδεια ταμεία; Ή είναι εκείνη η παλιά κατάρα που εμποδίζει ένα Δήμαρχο να ξεκινήσει ένα έργο, με το φόβο ότι το έργο θα ολοκληρωθεί στη θητεία κάποιου άλλου; Λέτε ο Ηρακλής Γαζέπης να αποσκοπούσε σε ένα μελλοντικό του ανδριάντα, όταν το 1883, επί Δημαρχίας του, εμπνεύστηκε την Αγορά; Άλλες εποχές, άλλες πάστες ανθρώπων, έβαζαν τότε οι προύχοντες βαθιά το χέρι στη δική τους τσέπη, για να ευεργετήσουν τον τόπο τους, για να δώσουν στον κόσμο αγορές, σχολεία και ιατρεία. Μετά την πρώτη φάση χτισίματος της Δημοτικής Αγοράς που ολοκληρώθηκε το 1885, τη δεύτερη φάση ανέλαβε ο αρχιτέκτονας – μηχανικός Σόλωνας Κυδωνιάτης, το 1931. Η κάθε φάση αποτελούνταν από ένα συγκρότημα σε σχήμα Π, ενώ από το αρμονικό συνταίριασμα των ποδιών τους, προέκυψε το τελικό αποτέλεσμα, με το οποίο είμαστε εξοικειωμένοι εμείς σήμερα. Η νεότερη πλευρά, αυτή που θεωρείται εμπρόσθια και αντικρίζει την πλατεία, είναι περιέργως και η πλευρά με πιο εμφανή σημάδια του χρόνου. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για το κομμάτι του 1931 θεωρούνταν τότε πρωτοπόρα, δηλαδή το τσιμέντο και τα σιδερένια στηρίγματα. Για να εκτιμούμε πώς ήξεραν να χτίζουν οι παλαιότεροι. Για την ιστορία: μέσα στο χώρο της Αγοράς, αναπτύχθηκε στα 1902 έκθεση γυναικείας βιοτεχνίας, στεγάσθηκε εκεί το πρώτο Μουσείο της πόλης, αλλά στον ίδιο χώρο στεγάσθηκαν και το Εργατικό Κέντρο, η Φιλαρμονική του Δήμου, η Αγορανομία και η Τουριστική Αστυνομία. Με την κατάλληλη φαντασία μπορεί κανείς εύκολα να δει πολλά περισσότερα στην αναβίωση του χώρου, γεγονός που κάνει ακόμα πιο επώδυνη την τωρινή του παρακμή. Τη θέλουμε όλοι πιστεύω αυτή την Αγορά και τη θέλουμε στην πλήρη της εφικτή ακμή.
Για ένα υπόγειο πάρκινγκ, «χάσαμε» μια πλατεία που είχε κάποιο πράσινο, μια γραφική, έστω, ομορφιά και αποκτήσαμε μια τσιμεντόπλακα που συναγωνίζεται σε ασχήμια τη σημερινή Πλατεία Ομονοίας, στην Αθήνα. Ας είναι το τελευταίο λάθος που διαπράττεται σε βάρος αυτής της πόλης. Δομικά μοιάζουμε ήδη τόσο πολύ με την πρωτεύουσα και αυτό είναι καιρός να σταματήσει επιτέλους. Μόνο ο Ευβοϊκός πορθμός μας ξελασπώνει και τρέμω τη μέρα που ούτε αυτό θα είναι αρκετό.
