Πλούσιος σε αγαθά ο θεσσαλικός κάμπος . Από άκρη σε άκρη παράγονται και φτάνουν σε εμάς όλα τα περισσότερα από τα πολύτιμα προϊόντα της ελληνικής γης που φτάνουν στο τραπέζι μας. Τα ποτιστικά σιτάρι, βαμβάκι, καλαμπόκι, ντομάτα, τεύτλα και τα ξηρικά, Βίκο, μπιζέλι, τριφύλλι, όσπρια, φακές, ρεβίθι, και τα ακρόδρυα δεντρά, καρυδιά, αμύγδαλα.
Οι άνθρωποι του ζεστοί και φιλόξενοι. Η ιστορία των θεσσαλικών πόλεων και χωριών φτάνει στα χρόνια της τουρκοκρατίας κι ακόμα πιο πίσω: στα χρόνια της αρχαιότητας.
Ένας τόπος με τόσο μεγάλη ιστορία δεν θα μπορούσε να μην έχει μακρές παραδόσεις και έθιμα που φτάνουν πολύ πίσω στο χρόνο. Τα Χριστούγεννα στην Θεσσαλία έχουν ξεχωριστό άρωμα.
![]()
Βαθιά θρησκευόμενοι αλλά και πιστοί σε διάφορες μαγικές τελετουργίες οι Καραγκούνηδες ζούσαν έντονα το δωδεκαήμερο από τα Χριστούγεννα μέχρι την ημέρα των Θεοφανίων. Όλα άλλαζαν αυτές τις ημέρες. Τα σπίτια έπαιρναν μια γιορτινή όψη. Οι καραγκούνες νοικοκυρές είχαν πολλά να κάνουν. Παλάμιζαν το πάτωμα των σπιτιών, ασβέστωναν τους τοίχους, φουκάλιζαν (σκούπιζαν) τη ρούγα και έστρωναν τις καλές μαντανίες στα κρεβάτια. Πρωί- πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων ζύμωναν τις αυγοκλούρες για τα παιδιά της οικογένειας και τα παιδιά που θα τους έλεγαν τα κάλαντα, καθώς και τη χριστουγεννιάτικη κουλούρα του σπιτιού με τις σταφίδες και τα σύκα και ετοίμαζαν την παραγεμιστή κότα με ρύζι, σύκα, σταφίδες, τα εντόσθια της κότας και κομματάκια από πρόσφορο για να είναι ευλογημένο το χριστουγεννιάτικο τραπέζι».
Ξημερώματα της ημέρας των Χριστουγέννων χτυπούσε η καμπάνα και όλη η οικογένεια ντυμένη με τα καλά της και καθαρή στην ψυχή και στο σώμα, αφού όλα τα μέλη της νήστευαν, ξεκινούσε για την εκκλησία. Πολύ τυχερός και ευλογημένος θεωρείτο, όποιος προλάβαινε να χτυπήσει την καμπάνα με τον γνωστό χαρμόσυνο ήχο που έστελνε το μήνυμα της γέννησης του Χριστού. Μετά τη θεία μετάληψη και το τέλος της χριστουγεννιάτικης λειτουργίας οι χριστιανοί έλεγαν μεταξύ τους τα χρόνια πολλά και οι γυναίκες μέσα και έξω στην εκκλησία μοίραζαν κομμάτια ζυμωτής, φρεσκοψημένης και μοσχομυριστής κουλούρας και κομμάτια τηγανισμένου κοτόπουλου για τις ψυχές των πεθαμένων.
Το μεσημέρι ανήμερα, των Χριστουγέννων απολάμβαναν την ολόζεστη σούπα και την παραγεμισμένη κότα ή γαλοπούλα και τη χοιρινή τηγανιά, αν η γουρνουχαρά είχε προηγηθεί, και αντάλλαζαν ευχές. Με το φαγητό και το κρασάκι ερχόταν και το κέφι με τα τραπεζιάτικα τραγούδια. Το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι δεν ξεστρώνονταν εκείνη τη μέρα ούτε έβγαζαν τα γιορτινά τους, γιατί πίστευαν ότι μαζί τους ήταν και ο Χριστός και ήθελαν να ζήσουν όσες περισσότερες ώρες μπορούσαν μαζί του και να τον τιμήσουν. Το βράδυ οι άνδρες επισκέπτονταν τα σπίτια που γιόρταζαν και το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι αργά.
Τη δεύτερη ή Τρίτη μέρα των Χριστουγέννων τα περισσότερα σπίτια των καραγκούνηδων ήταν επί ποδός, γιατί είχαν την γουρνοχαρά. Το σφάξιμο και το συμμάζεμα του γουρουνιού ήταν μια ιεροτελεστία. Από νωρίς το πρωί 4-5 άνδρες και άλλες τόσες γυναίκες, συνήθως συγγενείς ή φίλοι των νοικοκύρηδων, κατέφταναν στο σπίτι για να βοηθήσουν, γιατί μια μόνη οικογένεια δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Τα καλοτροχισμένα μαχαίρια και τσεκούρια για το σφάξιμο, τα κοκκαλάρια για το γέμισμα των λουκάνικων, η τάβλα όπου θα έκοβαν το κρέας και τα πράσα για τον ζαϊρέ των λουκάνικων, οι κατσαρόλες για το καυτό νερό όπου βουτούσαν το κεφάλι και τα πόδια για να τα μαδήσουν και το μεγάλο καλογανωμένο καζάνι, όπου έλιωναν τον παστό για να πάρουν τη λίπα και τις τσιγαρίδες, που πολλές νοικοκυρές τις ανακάτευαν με πράσα αλάτι και διάφορα μυρωδικά και τις διατηρούσαν σε πιθάρια για πολύ καιρό. Νοστιμάτατος μεζές οι τσιγαρίδες μέχρι να στεγνώσουν τα λουκάνικα, που τα κρεμούσαν κατάματα στον ήλιο κάτω από την αστρέχα του σπιτιού.
Η νοικοκυρά ακολουθώντας τις παραδοσιακές συνήθειες των προγόνων της, όταν έσφαζαν το γουρούνι, έπαιρνε μια φτιαριά κάρβουνα, έριχνε το θυμίαμα και το έδινε στον αφέντη του σπιτιού ο οποίος, αφού θυμιάτιζε όλους τους παραβρισκόμενους, το έριχνε στον λαιμό του γουρουνιού. Πίστευαν με αυτόν τον τρόπο πως θα έχουν την ευλογία του Χριστού και θα έδιωχναν μακριά τους καρκάτζαλους (καλλικάντζαρους) ου μαγάριζαν το κρέας και τα άλλα φαγώσιμα.
Πηγή www.madeingreece.news
Τα Πρωτοχρονιάτικα Μπαμπαλιούρια
Οι γιορτές της Πρωτοχρονιάς ξεκινούν παραδοσιακά στη Λάρισα από την παραμονή, όπου τα παιδιά βγαίνουν στους δρόμους τραγουδώντας τα Αγιοβασιλιάτικα κάλαντα και φωνάζοντας “Σουρβάσο”. Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς αναβιώνουν τα “Μπαμπαλιούρια”, είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο έθιμο, που έχει τις ρίζες του στη Διονυσιακή λατρεία.

Η στολή των Μπαμπαλιούρηδων, αποτελείται από το «σαλβάρι», ένα μάλλινο άσπρο παντελόνι, το οποίο στερεώνουν στη μέση με μια μάλλινη άσπρη ζώνη. Το πουκάμισο που φορούν από πάνω είναι συνήθως άσπρο με φαρδιά μανίκια σαν εκείνο των τσολιάδων. Στα πόδια φορούν άσπρες καλτσοδέτες και τσαρούχια. Στη μέση φορούν ένα χοντρό μάλλινο ύφασμα, διπλωμένο πολλές φορές, όπου επάνω δένουν τα μεγάλα και βαριά κουδούνια. Στο κεφάλι φορούν ειδική μάσκα, από προβιά ζώου, τη λεγόμενη «φουλίνα». Η μάσκα αυτή είναι άσπρη ή μαύρη και έχει τρία ανοίγματα, δύο στα μάτια και ένα στο στόμα. Στα χέρια κρατούν ένα ξύλινο κυρτό σπαθί που συμπληρώνει τη φορεσιά του κάθε “Μπαμπαλιούρη”.
Έτοιμα πλέον τα «Μπαμπαλιούρια» περιμένουν να τελειώσει η Θεία Λειτουργία για να ξεχυθούν στους δρόμους. Μαζί τους είναι πάντα ο «αδελφογύρτης» ο οποίος κρατάει έναν κουμπαρά και μαζεύει τα χρήματα που προσφέρει ο κόσμος. Πριν ακόμη τελειώσει η Πρωτοχρονιάτικη Θεία Λειτουργία οι «Μπαμπαλιούρηδες» έχουν πάρει θέση έξω από τις τρεις ενορίες του χωριού.
Βγαίνοντας ο κόσμος από την εκκλησία τους συναντά και αιφνιδιάζεται αφού περνούν το σπαθί στη μέση τους και δεν αφήνουν κανέναν να περάσει αν δεν βάλει χρήματα επάνω σ’ αυτό. Μόλις βάλουν τα χρήματα τα παίρνει ο αδελφογύρτης και τους εύχεται Καλή Χρονιά. Μετά τις εκκλησίες τα «Μπαμπαλιούρια» πηγαίνουν στην πλατεία, και με το δυνατό θόρυβο που προκαλούν τα κουδούνια τους, τραβούν την προσοχή των ντόπιων και ξένων επισκεπτών. Φεύγοντας από εκεί, περνούν από τα καφενεία και τις καφετέριες του χωριού και έπειτα ξεχύνονται στους δρόμους μέχρι αργά το βράδυ. Αυτό το έθιμο έχει σαν σκοπό να διώξει τα κακά πνεύματα, και να είναι ήσυχη και χαρούμενη η καινούρια χρονιά.
Τα ρουγκάτσια ή ρουγκατσάρια
Επίσης, μέχρι και σήμερα διατηρείται σε ορισμένα χωριά το έθιμο με τα ρουγκάτσια ή ρογκατσάρια. Αυτά αποτελούνταν από καμιά εικοσαριά μεταμφιεσμένα νέα παιδιά από 20 έως 25 χρόνων, που από τη δεύτερη μέρα της Πρωτοχρονιάς μέχρι την παραμονή των Φώτων, ημέρα εορτασμού του Σταυρού, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι στο χωριό τους ή σε άλλα χωριά και σκορπούσαν ποικίλα συναισθήματα. Φόβο στα μικρά παιδιά, χαρά και γέλιο στους μεγαλύτερους. Στο μπουλούκι των ρογακατσιαραίων, σύμφωνα με την εκπαιδευτικό, απαραίτητα υπήρχαν: ένας γαμπρός και μια νύφη (αγόρι ντυμένο με γυναικεία ρούχα) που συμβόλιζαν τις γονιμοποιές δυνάμεις, ένας παπάς, ο γιατρός και οι φύλακες της νύφης, οι οποίοι κρατούσαν στα χέρια τους μάλλινες μαύρες κάλτσες γεμάτες στάχτη, που την πετούσαν σ’ αυτούς που πήγαιναν να ενοχλήσουν τη νύφη. Απαραίτητο ήταν και το γαιδουράκι στο οποίο κρέμονταν από τη μια μεριά ένας τενεκές για τη λίπα και ένας άλλος για τα κοψίδια. Πάνω στη ράχη του γαϊδουριού ήταν καθισμένος ένας νέος από το μπλούκι των ρογκατσιάριδων, που τα φύλαγε και τα τακτοποιούσε.
Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν, χόρευε ο γαμπρός με τη νύφη με όργανα(όπου υπήρχε η δυνατότητα) ή με τη φλογέρα, που έπαιζε κάποιος ρουγκατσιάρης. Στο τέλος του χορού η νύφη πετούσε προς τα πάνω ένα πορτοκάλι ή ρόιδο, σύμβολο δύναμης που ευνοούσε και την καλή σοδειά του νοικοκύρη του σπιτιού που επισκέπτονταν. Και ενώ η νύφη χόρευε οι ρογκατσιάρηδες κουνούσαν με δύναμη του κορμί τους και προκαλούσαν τέτοιο θόρυβο, που τρόμαζαν τα μικρά παιδιά, τα οποία έτρεχαν να κουρνιάσουν στην αγκαλιά της μάνας ή της γιαγιάς. Πολλοί από τους ρογκατσιάρηδες έτρεχαν στο κοτέτσι και προσπαθούσαν να κλέψουν κανένα αυγό ή να αρπάξουν κανένα λουκάνικο, που οι νοικοκυραίοι τα είχαν κρεμασμένα κάτω από την αστρέχα του σπιτιού, κατάματα στον ήλιο, για να στεγνώσουν.
Τα ρογκάτσια, όταν τελείωναν τις επισκέψεις στο δικό τους χωριό, πήγαιναν και στα διπλανά. Κι αν τύχαινε να συναντηθούν στο δρόμο δυο μπλούκια, εκεί άρχιζαν τα δύσκολα. Έπρεπε το ένα να σταματήσει, για να περάσει το άλλο. Επειδή όμως κανένα δεν υποχωρούσε, πάλευαν οι αρχηγοί του κάθε μπουλουκιού και οι νικητές περνούσαν πρώτοι. Όταν τελείωναν τις επισκέψεις σε όλα τα σπίτια του χωριού, πήγαιναν σε ένα σπίτι ρουγκατσιάρη και μοίραζαν τα δώρα τους. Εκεί έστηναν και ένα γλέντι τρώγοντας, χορεύοντας και τραγουδώντας. Σήμερα πολλοί σύλλογοι της Καρδίτσας αναβιώνουν το δρώμενο των ρουγκατσιών στα χωριά τους και πολλές από αυτές τις ομάδες καταφτάνουν και στην πόλη της Καρδίτσας σκορπώντας γέλιο, χαρά, φόβο και αισιοδοξία για τη νέα χρονιά.
Του Σταυρού και των Φώτων
Στις 5 Ιανουαρίου, παραμονή των Φώτων, ο παπάς περνούσε από όλα τα σπίτια για να τα φωτίσει. Στο χέρι του κρατούσε τον σταυρό και ένα ματσάκι βασιλικό, τον οποίο βουτούσε σε ένα μπακράτσι με αγιασμένο νερό και με αυτόν ράντιζε τους νοικοκυραίους και όλους τους χώρους του σπιτιού, ψάλλοντας συγχρόνως το τροπάριο «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε..». Στη συνέχεια όλη η οικογένεια ασπαζόταν τον σταυρό και το χέρι του παπά. Φεύγοντας ο παπάς από το σπίτι τους, σύμφωνα με την εκπαιδευτικό, ήταν ήρεμοι και ευτυχισμένοι, γιατί με την αγιαστούρα του έδιωξε τα παγανά από το σπίτι τους. Μαζί του ο παπάς είχε και ένα παιδί, το οποίο κρατούσε το μπακράτσι με το νερό και φρόντιζε να βάζει στα γκάζια και στον τρουβά, που ήταν κρεμασμένα στο γαϊδούρι, τις κουλούρες τα κρέατα και τη λίπα. Μερικές φορές, όταν συναντιούνταν ο παπάς με τα ρουγκατσιάρια, κάποιοι από το μπουλούκι προσπαθούσαν να αρπάξουν τα δώρα που μάζεψε και τότε εκείνος σήκωνε ψηλά τον σταυρό και την αγιαστούρα και τους έδιωχνε.
Το τάισμα της βρύσης
Είναι ένα χριστουγεννιάτικο έθιμο που το συναντάμε στη Θεσσαλία. Τα χαράματα ανήμερα των Χριστουγέννων, οι κοπέλες του χωριού πηγαίνουν στη βρύση για να «κλέψουν» το αμίλητο νερό, ή άκραντο νερό όπως συνηθίζουν να το αποκαλούν. Αυτό σημαίνει πως δεν μιλάνε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, ούτε στο πήγαινε ούτε στην επιστροφή. Φτάνοντας με το κανάτι στη βρύση το γεμίζουν και ρίχνουν μέσα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια. Έπειτα, «ταΐζουν» τη βρύση με ψωμί, τυρί, όσπρια κ.α., για να έχουν καλή σοδειά, και την αλείφουν με βούτυρο και μέλι ώστε όπως ρέει το νερό να ρέει η προκοπή και ο νέος χρόνος να είναι γλυκός σαν μέλι. Στη συνέχεια επιστρέφουν στο σπίτι και ραίνουν με το νερό τις τέσσερις γωνίες του, σκορπίζοντας τα χαλίκια. Σύμφωνα με την παράδοση, ο βάτος φέρνει αισιοδοξία και καλά μαντάτα και διώχνει τα ξόρκια.
magnesianews.gr, hellasjournal.com
Βάγια Συλεούνη Δανάη Μαργαρίτη Κατιάννα Παππά Βίβιαν Φλώρου
