Γράφει ο Νικόλας Μπούσμπος…
Δεν χρειάζεται φυλακή για να υπάρχουν κάγκελα. Η καλύτερη φυλακή είναι αυτή στην οποία ο «κρατούμενος» δεν ξέρει ότι βρίσκεται μέσα της. Έτσι λειτουργούσε —και έτσι λειτουργεί— το σύστημα από τη στιγμή που οργανώθηκε ο ανθρώπινος πολιτισμός. Το σύστημα δεν εμφανίζεται ως εχθρός. Δεν φοράει στολή, δεν φωνάζει διαταγές. Αντίθετα, μοιάζει φυσικό. Από μικρά παιδιά στο σχολείο, και αργότερα στο επάγγελμα, όλα λειτουργούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Υπάρχει πρόγραμμα, αξιολόγηση, ιεραρχία. Μαθαίνεις να κάνεις κάτι σωστά, όχι απαραίτητα να αναρωτιέσαι γιατί το κάνεις. Μαθαίνεις να απαντάς, όχι να ρωτάς.
Σιγά-σιγά, η αξία σου συμπυκνώνεται σε έναν αριθμό: έναν βαθμό, μια σχολή, μια πρόσληψη. Όλη η πορεία της ζωής σου φαίνεται να καθορίζεται από μετρήσιμα αποτελέσματα. Το επάγγελμα που θα ακολουθήσεις, η κοινωνική σου θέση, ακόμα και η αυτοεκτίμησή σου, διαμορφώνονται μέσα σε ένα πλαίσιο που δεν έχεις επιλέξει εσύ. Το σύστημα δεν θέλει να βγάλει στον κόσμο ανθρώπους που σκέφτονται· θέλει ανθρώπους που εκτελούν εντολές αποτελεσματικά και χωρίς καθυστέρηση.
Φαινομενικά, ένα τέτοιο σύστημα μοιάζει ανίκητο. Είναι παντού: στην εκπαίδευση, στην αγορά εργασίας, στην καθημερινή κουλτούρα της επιτυχίας. Δεν χρειάζεται να επιβληθεί με τη βία, γιατί έχει ήδη ριζώσει στη συνείδησή μας. Έχουμε μάθει να αυτοαξιολογούμαστε με τα κριτήριά του. Έχουμε μάθει να κυνηγάμε τους στόχους που μας προτείνει.
Κι όμως, κάπου εδώ εμφανίζεται η φιλοσοφία — και διαταράσσει τη «φυσικότητα» των πραγμάτων. Ο Σωκράτης δεν καταδικάστηκε επειδή είχε εξουσία ή στρατό. Καταδικάστηκε επειδή ρωτούσε. Σε κάθε τι που συνέβαινε γύρω του έθετε το απλό, αλλά επικίνδυνο ερώτημα: «Γιατί;». Το ερώτημα αυτό είναι ικανό να ραγίσει ακόμα και το πιο καλοχτισμένο σύστημα.
Η φιλοσοφία βάζει εμπόδια στον αυτόματο τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας. Ίσως γι’ αυτό δεν διδάσκεται ουσιαστικά από νωρίς στα σχολεία, και όταν διδάσκεται δεν αποτελεί βασικό μάθημα. Και ακόμη κι εκεί, η φιλοσοφία που παρουσιάζεται είναι συχνά ελεγχόμενη, αποστειρωμένη, αρκετή μόνο για να δίνει την ψευδαίσθηση γνώσης. Να νιώθουμε ότι «ξέρουμε» τι είναι φιλοσοφία, χωρίς να τη χρησιμοποιούμε πραγματικά.
Ίσως, λοιπόν, το ζήτημα να μην είναι αν το σύστημα μας ελέγχει. Ίσως το πραγματικό ερώτημα είναι αν εμείς τολμάμε να το δούμε ή αν πραγματικά θέλουμε να αλλάξουμε την ζωή που μας έχουν «σερβίρει». Γιατί η πιο ριζοσπαστική πράξη δεν είναι η καταστροφή του συστήματος. Είναι η συνειδητοποίηση ότι μπορούμε να σκεφτούμε έξω από αυτό.
Και όλα ξεκινούν με μια λέξη: γιατί.
