Στην Αγκαλιά της Σιωπής – Κούκου Κωνσταντίνα

Στην αγκαλιά της σιωπής το φως αργά πεθαίνει

Κι η νύχτα μες στα πέπλα της τον κόσμο περιμένει

Με βήμα αργό και αθόρυβο το σκότος πλημμυρίζει κι η πλάση όλη γαλήνια το όνειρο αγγίζει

Ο ήλιος έδυσε μακριά σε Ανατολής λιμάνια κι άφησε πίσω του σκιές, μια θάλασσα ορφάνια

Μα η σελήνη πρόλαβε, βασίλισσα στον θρόνο

Να διώξει την απόγνωση και του φωτός τον πόνο

Χιλιάδες άστρα κέντησαν τον θόλο τον γαλάζιο

Σαν διαμάντια που σκορπίστηκαν σε δίσκο ασημένιο

Κάθε αστέρι μια ευχή, μια ελπίδα μακρινή

Που μες στο μαύρο της νύχτας σαν σπίθα θα φανεί

Οι πόλεις ησυχάζουνε, τα φώτα χαμηλώνουν

Τα πάθη και τα μίση μας την νύχτα αυτή παγώνουν

Ο κουρασμένος άνθρωπος στο πλάι του ακουμπάει

κι ο νους του σε ταξίδια μακρινά τον οδηγάει τον πάει

Στους δρόμους τους ερημικούς ο άνεμος σφυρίζει

Παλιές αγάπες, αναμνήσεις πάλι μας θυμίζει

Κι εκεί που η σιωπή μιλά, η σκέψη δυναμώνει

Η νύχτα είναι γιατρού γιατρικό, μα και πικρό παγώνι

Είναι η ώρα των ποιητών, των εραστών,

η ώρα που η ψυχή γυμνώνεται, μακριά από κάθε μπόρα

Κι όταν το πρώτο χάραμα θα σχίσει το σκοτάδι, θα μείνει μια γλυκιά πνοή από τούτο το βράδυ

Νύχτα, γαλήνη μου βαθιά της λήθης το ποτήρι που στήνεις για τα μάτια μας κρυφό πανηγύρι

Κλείσε τα βλέφαρα απαλά, το φόβο διώξε τώρα κι άφησε την ανάσα σου να γίνει η νέα χώρα

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης