Από μικρά παιδιά, πάντα φοβόμασταν όταν νύχτωνε. Φοβόμασταν το σκοτάδι. Ή μήπως όχι; Τι κι’ αν μας τρόμαζε το τι κρύβεται στο σκοτάδι και όχι το σκοτάδι το ίδιο; «Νομίζω είδα κάτι κάτω από το κρεβάτι!» «Μαμά, κάτι κρύφτηκε στην ντουλάπα!».
Άραγε τι άλλαξε όταν μεγαλώσαμε; Ακόμα φοβόμαστε αυτό που δεν μπορούμε να δούμε, καταστάσεις που είμαστε παρόντες, αλλά μας μπερδεύουν. Το “ασφαλές” είναι το ξεκάθαρο. Έτσι, με την παραμικρή αρνητική σκέψη, τα τέρατα στο δωμάτιό μας όλο και μεγαλώνουν, όλο και πληθαίνουν, ώσπου τελικά θα μας καταπιούν.
Από την στιγμή που ένας “φίλος” μας φερθεί διαφορετικά, σε σύγκριση με τις προηγούμενες φορές, μέχρι τη στιγμή που αποφασίσουμε ότι τελικά δεν είναι πραγματικός μας φίλος, βρισκόμαστε στο σκοτάδι. Και η φιλία αποτελεί μόνο ένα παράδειγμα ανησυχίας σε παιδιά που βρίσκονται στην εφηβεία.
Οι έφηβοι έρχονται αντιμέτωποι καθημερινά με το σκοτάδι, το οποίο δεν είναι απαραίτητα η άγνοια ή η θλίψη. Μπορεί να είναι και η βαθιά συνειδητοποίηση ότι η ζωή μας αλλάζει, ότι κάτι που παίρναμε ως δεδομένο έχει καταλήξει αβέβαιο, ότι όλα γύρω μας μεταβάλλονται. Οπότε, ναι, εγώ ακόμα φοβάμαι το σκοτάδι. Φαίνεται, λοιπόν, νυχτώνει πολύ πιο συχνά, όσο μεγαλώνουμε.
