Η υποτιθέμενη γνώση του εκπαιδευτικού συστήματος – Αριστείδης Παπαδόπουλος

Στο ελληνικό σχολείο, η επιτυχία υπολογίζεται με βάση το πόσο καλά θυμάσαι, όχι με βάση με το πόσο καλά σκέφτεσαι. Αν μπορείς να αναπαράγεις πληροφορία, είσαι «καλός μαθητής». Αν προσπαθείς να καταλάβεις σε βάθος, μάλλον απλώς καθυστερείς την εξέλιξη της ύλης. Είναι ένα σύστημα που ανταμείβει τη μνήμη και αποθαρρύνει τη σκέψη και στη συνέχεια απορούμε, γιατί οι μαθητές δυσκολεύονται να επιλύσουν οτιδήποτε δεν μοιάζει ακριβώς με αυτό που έχουν απομνημονεύσει.

Από επιστημονική σκοπιά, αυτό δεν είναι απλώς προβληματικό, είναι αναποτελεσματικό. Η μάθηση δεν είναι αποθήκευση δεδομένων, αλλά αναδόμηση γνώσης. Ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί σαν σκληρός δίσκος, λειτουργεί μέσω νευρωνικών δικτύων που ενισχύονται, όταν καλούνται να επεξεργαστούν, να συνδέσουν και να εφαρμόσουν πληροφορία. Η μηχανική αποστήθιση δημιουργεί εύθραυστη γνώση, εντυπωσιακή στο διαγώνισμα, αλλά ταχύτατα φθίνουσα ή ανεφάρμοστη σε διαφορετικά πλαίσια. Το ελληνικό σύστημα, όμως, βασίζεται ακριβώς σε αυτή την εύθραυστη γνώση. Εκπαιδεύει τους μαθητές να αναγνωρίζουν μοτίβα ασκήσεων και να τα αναπαράγουν, όχι να τα κατανοούν. Έτσι, όταν το πρόβλημα διαφοροποιηθεί, έστω και ελάχιστα, η επίδοση καταρρέει. Όχι επειδή οι μαθητές «δεν το έχουν», αλλά επειδή δεν εκπαιδεύτηκαν ποτέ να σκέφτονται.

Η ειρωνεία είναι ότι η επιστήμη της μάθησης έχει προσφέρει εδώ και χρόνια τις λύσεις. Η ενεργή ανάκληση (retrieval), η σταδιακή αύξηση δυσκολίας, η συστηματική ανατροφοδότηση και η σύνδεση εννοιών οδηγούν σε βαθιά και σταθερή κατανόηση. Ωστόσο, αυτές οι μέθοδοι προϋποθέτουν χρόνο, προσαρμοστικότητα και ανοχή στο λάθος. Στοιχεία που το σύστημα αποφεύγει, προτιμώντας την ταχύτητα κάλυψης της ύλης και την ψευδαίσθηση προόδου. Επιπλέον, η αξιολόγηση στο ελληνικό σχολείο εστιάζει -κυρίως- στο αποτέλεσμα κι όχι στη διαδικασία σκέψης. Η ορθότητα της απάντησης υπερισχύει της ποιότητας της συλλογιστικής. Έτσι, ο μαθητής μαθαίνει να αναζητά την «σωστή φόρμουλα» αντί να αναπτύσσει κριτική σκέψη και ευελιξία. Πρόκειται για ένα μοντέλο που ευνοεί τη βραχυπρόθεσμη επιτυχία στις εξετάσεις, αλλά υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη κατανόηση και την ικανότητα επίλυσης σύνθετων προβλημάτων.

Τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι οι μαθητές δεν σκέφτονται. Είναι ότι το σχολείο δεν το απαιτεί. Και όταν ένα σύστημα δεν απαιτεί σκέψη, δεν πρέπει να εκπλήσσεται, όταν παράγει αποστήθιση. Η διαφορά ανάμεσα στο να γνωρίζεις και στο να κατανοείς είναι θεμελιώδης.

Το ελληνικό σχολείο έχει επιλέξει ξεκάθαρα πλευρά — απλώς αποφεύγει να το παραδεχτεί.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης