Το παράθυρο του δωματίου μου βλέπει σε ένα στενό δρόμο, όπου υπάρχουν κάνα δυο μικρά σπιτάκια. Κάθε μέρα συνηθίζω να ανοίγω το παράθυρό μου, να παρακολουθώ τους περαστικούς και να χάνομαι στις σκέψεις μου. Σε ένα από τα απέναντι σπίτια που ο χρόνος φαίνεται να το έχει ταλαιπωρήσει, τα παράθυρα παραμένουν κλειστά εδώ και χρόνια. Πριν από λίγες μέρες, όμως, ένα από αυτά μισάνοιξε τρίζοντας, για να ξανακλείσει αμέσως. Ήμουν σίγουρη ότι κάποιος βρισκόταν μέσα στο σπίτι. Την άλλη μέρα δύο ζευγάρια παπούτσια στο μπαλκονάκι και λίγα ρούχα απλωμένα στο σκοινί με έκαναν να σιγουρευτώ περισσότερο. Συνέχισα να παρακολουθώ μέχρι που το παράθυρο άνοιξε κανονικά. Τότε, είδα ένα κορίτσι της ηλικίας μου να κοιτάζει κλεφτά και βιαστικά και να χάνεται πίσω από τα παντζούρια. Το μυστήριο λύθηκε το απόγευμα της ίδιας μέρας, όταν συνάντησα την <<καλή μας γειτόνισσα>>την κ. Ελένη ή αλλιώς την <<εφημερίδα>> της γειτονιάς. Με χαρακτηριστικούς μορφασμούς με πληροφόρησε ότι η γειτονιά μας <<χάλασε>>, αναρωτήθηκε «τι άλλο θα μας βρει;», για να ανακοινώσει στο τέλος ότι στο απέναντι σπίτι εγκαταστάθηκαν Σύριοι. Μία μάνα με την κόρη της.
Το επόμενο πρωί είδα τις δύο γυναίκες να βγαίνουν από το σπίτι και τότε φώναξα δυνατά από το ανοιχτό παράθυρο <<καλημέρα>>. Εκείνες τότε γύρισαν και μου χαμογέλασαν. Μία βαθιά ανθρώπινη ζεστασιά φώτισε το βλέμμα τους.
Σε αντίθεση, με την άκρη του ματιού μου, έπιασα το βλέμμα της κας Ελένης, αρχικά έκπληκτο και στη συνέχεια επικριτικό συνοδευόμενο από το αντίστοιχο αποδοκιμαστικό κούνημα του κεφαλιού. Αδιαφόρησα πλήρως. Της γύρισα την πλάτη και έτρεξα να καλωσορίσω τις νέες μας γειτόνισσες
