Ο ρόλος του σχολικού ψυχολόγου μέσα σε ένα σχολείο οποιασδήποτε βαθμίδας είναι αρκετά γενικός, καθώς υπάρχουν πολλοί τομείς στους οποίους μπορεί να δραστηριοποιηθεί. Μπορούν να πραγματοποιηθούν ατομικές συναντήσεις με τους μαθητές, να υπάρξει συνεργασία με τους γονείς και τους καθηγητές, αλλά και παρεμβάσεις σε ολόκληρο το τμήμα, γεγονός που καθιστά τον ρόλο του πολύπλευρο. Ένας μαθητής μπορεί να απευθυνθεί στον σχολικό ψυχολόγο για κάποιο ζήτημα που τον αφορά προσωπικά και να το επεξεργαστούν μαζί σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Παράλληλα, μπορούν να οργανωθούν δράσεις μέσα σε ένα τμήμα, ανάλογα με διάφορες θεματικές, όπως και βιωματικά εργαστήρια που συμβάλλουν στην καλύτερη επικοινωνία και υποστήριξη των μαθητών. Επιπλέον, οι γονείς μπορούν να απευθυνθούν στον ψυχολόγο του σχολείου, όταν χρειάζονται συμβουλευτική καθοδήγηση για θέματα που αφορούν τα παιδιά τους. Αντίστοιχα, κάποιος καθηγητής μπορεί να δυσκολεύεται στη διαχείριση ενός μαθητή ή ενός τμήματος, οπότε ο σχολικός ψυχολόγος μπορεί να προσφέρει κατευθυντήριες γραμμές και υποστήριξη. Γενικά, ο ρόλος του σχολικού ψυχολόγου στο σχολείο είναι να συνεργάζεται με όλα τα μέλη της σχολικής κοινότητας, είτε αυτά είναι μαθητές, είτε καθηγητές, είτε γονείς, τόσο σε ατομικό όσο και σε ομαδικό επίπεδο.
- Ποιο είναι το πιο συχνό θέμα για το οποίο έρχονται οι μαθητές να μιλήσουν μαζί σας;
- Γενικά, στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή όταν μιλάμε για εφήβους στο γυμνάσιο και στο λύκειο, τα πιο συχνά θέματα για τα οποία οι μαθητές απευθύνονται στον σχολικό ψυχολόγο σχετίζονται με τη διαχείριση έντονων συναισθημάτων, όπως το άγχος, ο θυμός και η απογοήτευση. Πολύ συχνά, οι δυσκολίες αυτές αφορούν και τις οικογενειακές σχέσεις, καθώς πρόκειται για μια ηλικία όπου η επικοινωνία με την οικογένεια αποκτά συχνά έναν πιο συγκρουσιακό χαρακτήρα. Επιπλέον, αρκετά θέματα σχετίζονται με τις φιλικές σχέσεις και γενικότερα με τις σχέσεις με συνομηλίκους, ενώ πολλές φορές οι μαθητές προβληματίζονται και για πιο προσωπικές σχέσεις, καθώς σε αυτή την ηλικία αρχίζει σταδιακά να αναπτύσσεται και το ερωτικό ενδιαφέρον. Σε γενικές γραμμές, οι έφηβοι έρχονται κυρίως για ζητήματα που αφορούν τη διαχείριση των συναισθημάτων τους, λόγω και των αυξημένων απαιτήσεων του γυμνασίου και του λυκείου, αλλά και για θέματα που σχετίζονται με την οικογένεια, τους φίλους, τις διαπροσωπικές σχέσεις, καθώς και με τον ίδιο τους τον εαυτό, είτε σε εξωτερικό είτε σε εσωτερικό επίπεδο.
- Αν κάποιος μαθητής νιώθει άγχος ή πίεση, πότε είναι καλό να ζητήσει βοήθεια;
- Σε όλα λέμε «όσο πιο νωρίς, τόσο καλύτερα» και αυτό ισχύει και στην περίπτωση του άγχους ή της πίεσης. Από τη στιγμή που κάποιος αντιληφθεί ότι το άγχος ή η πίεση που αισθάνεται είναι πιο έντονα σε σχέση με το παρελθόν, είναι σημαντικό να το αξιολογήσει και να ζητήσει βοήθεια. Έτσι, μπορεί να συζητήσει με κάποιον τις κατάλληλες κατευθύνσεις, αλλά και να κατανοήσει πώς έχει φτάσει στη συγκεκριμένη κατάσταση. Είναι καλό, λοιπόν, μόλις αρχίσει να παρατηρεί αυτές τις αλλαγές, να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό ή σε ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης, ώστε να μπορέσει να το διαχειριστεί έγκαιρα και να μην το αφήσει να πάρει μεγαλύτερη έκταση, επηρεάζοντας και άλλους τομείς της ζωής του. Επομένως, αν κάποιος παρατηρήσει ότι αγχώνεται περισσότερο από το συνηθισμένο και ότι αυτό αρχίζει να επηρεάζει την καθημερινότητά του και τους ρόλους του, τότε αυτό αποτελεί ένα σημαντικό σημάδι ότι χρειάζεται να ζητήσει βοήθεια.
- Πολλοί μαθητές ντρέπονται να έρθουν. Τι θα τους λέγατε για να κάνουν το πρώτο βήμα;
- Είναι κάτι που ακούγεται πολύ συχνά, ειδικά στον χώρο του σχολείου, γιατί διαφέρει αρκετά από το να απευθυνθεί κάποιος σε ένα ιδιωτικό γραφείο, όπου υπάρχει περισσότερο το στοιχείο της ιδιωτικότητας και του απορρήτου. Στο σχολικό περιβάλλον, όσο διακριτικά κι αν προσπαθεί να γίνει η διαδικασία, ο μαθητής πολλές φορές αισθάνεται εκτεθειμένος όταν φαίνεται ότι πηγαίνει στον χώρο του ψυχολόγου. Γι’ αυτόν τον λόγο, θα βοηθούσε πολύ να γίνονται συχνότερα ενημερωτικές δράσεις και συζητήσεις σε επίπεδο τμήματος γύρω από τον ρόλο του σχολικού ψυχολόγου: τι ακριβώς κάνει, με ποια θέματα ασχολείται και τι σημαίνει να απευθύνεται κάποιος σε αυτόν. Πολλές φορές υπάρχει μια διαστρεβλωμένη αντίληψη, ότι κάποιος πηγαίνει στον ψυχολόγο μόνο όταν υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα ή όταν «κάτι πάει λάθος». Αυτή η σκέψη είναι αρκετά συνηθισμένη, όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η ουσιαστική ενημέρωση γύρω από τον ρόλο του ψυχολόγου μπορεί να βοηθήσει να αποδομηθεί αυτή η «τρομακτική» εικόνα που συχνά υπάρχει και να γίνει πιο οικεία η ιδέα της ψυχολογικής υποστήριξης. Όσο περισσότερο οι μαθητές κατανοούν ότι ο ψυχολόγος είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να τους στηρίξει σε καθημερινές δυσκολίες, τόσο πιο εύκολο θα είναι να κάνουν το πρώτο βήμα. Αυτό που αξίζει να έχει κάποιος στο μυαλό του είναι πως το να αναγνωρίζει ότι δυσκολεύεται σε κάτι και να ζητά βοήθεια αποτελεί δύναμη. Αντίθετα, το να μένει μόνος με αυτό που τον δυσκολεύει και να μη ζητά στήριξη, είναι αυτό που τον επιβαρύνει περισσότερο. Επομένως, ο μαθητής που θα απευθυνθεί στον ψυχολόγο δεν δείχνει αδυναμία· αντίθετα, δείχνει θάρρος και δύναμη.
- Όσα αναφέρονται σε μια συνάντηση μένουν εμπιστευτικά;
- Ναι, σε κάθε συνάντηση με τον ψυχολόγο ισχύει αυτό που ονομάζουμε «απόρρητο». Στους ενήλικες αυτό γίνεται πολλές φορές πιο ξεκάθαρο, ενώ στην παιδική και εφηβική ηλικία υπάρχει και μια συνεργασία με τους γονείς, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι αποκαλύπτονται όσα λέει το παιδί ή ο έφηβος. Τα όσα συζητούνται προστατεύονται και δεν μεταφέρονται αυτούσια στους γονείς. Αντίθετα, ο ψυχολόγος μπορεί να δώσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές ή συμβουλευτική υποστήριξη στους γονείς, με τρόπο που να βασίζεται σε όσα έχει ακούσει, χωρίς όμως να εκθέτει το παιδί ή τον έφηβο. Το απόρρητο διατηρείται, εκτός από περιπτώσεις όπου τίθενται ζητήματα ασφάλειας. Δηλαδή, αν ο ψυχολόγος αντιληφθεί ότι υπάρχει κίνδυνος ο ίδιος ο θεραπευόμενος να βλάψει τον εαυτό του ή κάποιον άλλον, ή ότι κάποιο τρίτο άτομο μπορεί να αποτελεί κίνδυνο για τον θεραπευόμενο, τότε μπορεί να γίνει άρση του απορρήτου. Σε κάθε άλλη περίπτωση, το απόρρητο παραμένει βασική αρχή της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ ψυχολόγου και μαθητή ή θεραπευόμενου.
- Τι συμβουλή θα δίνατε για τη διαχείριση άγχους πριν από διαγωνίσματα ή εξετάσεις;
-Όπως συμβαίνει με κάθε συναίσθημα, έτσι και το άγχος επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που σκεφτόμαστε ένα γεγονός. Δεν είναι μόνο το ίδιο το διαγώνισμα που μας αγχώνει, αλλά κυρίως οι σκέψεις που κάνουμε γύρω από αυτό. Επομένως, έχει νόημα να εστιάσουμε σε αυτές τις σκέψεις: πώς μπορούμε να τις επεξεργαστούμε, να τις δούμε από μια διαφορετική οπτική ή να τις ερμηνεύσουμε με έναν πιο βοηθητικό τρόπο. Όταν καταφέρνουμε να σκεφτούμε εναλλακτικά και να «αναδομήσουμε» τις πιο αρνητικές ή καταστροφικές σκέψεις, τότε μειώνεται και η ένταση του άγχους. Παράλληλα, υπάρχουν και πρακτικές τεχνικές που μπορούν να βοηθήσουν, όπως οι διαφραγματικές αναπνοές, οι οποίες συμβάλλουν στη χαλάρωση του σώματος και, κατ’ επέκταση, στην αποφόρτιση από το άγχος. Ειδικά σε περιόδους εξετάσεων, αντί να προσπαθούμε να εξαλείψουμε το άγχος, είναι πιο βοηθητικό να το αποδεχτούμε. Το άγχος σε αυτές τις συνθήκες είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο. Ο στόχος δεν είναι να εξαφανιστεί, αλλά να διατηρηθεί σε ένα διαχειρίσιμο επίπεδο, ώστε να λειτουργεί υποστηρικτικά — να κρατά τον μαθητή σε εγρήγορση και να ενισχύει την απόδοσή του.
- Πώς μπορούν οι μαθητές να αντιμετωπίσουν θέματα όπως το bullying ή συγκρούσεις με φίλους;
- Σε τέτοιες καταστάσεις, σημαντικό ρόλο παίζει η ενσυναίσθηση, ιδιαίτερα για όσους εμπλέκονται άμεσα. Είναι βοηθητικό να αναρωτηθεί κανείς πώς θα ήθελε ο ίδιος να του φερθούν οι άλλοι.
Ωστόσο, εξίσου σημαντικός είναι και ο ρόλος των παρατηρητών. Οι μαθητές που δεν εμπλέκονται άμεσα βρίσκονται συνήθως σε πιο ψύχραιμη συναισθηματική κατάσταση και μπορούν να παρέμβουν πιο αποτελεσματικά. Μπορούν, για παράδειγμα, να βοηθήσουν να εκτονωθεί η ένταση, να χωρίσουν τα εμπλεκόμενα άτομα ή να ενημερώσουν κάποιον ενήλικα. Επίσης, μπορούν να προσφέρουν στήριξη και καθοδήγηση στα άτομα που εμπλέκονται.
- Πόσο σημαντικό είναι να μιλάμε για τα συναισθήματά μας, ακόμη και αν φαίνονται μικρά;
- Η έκφραση των συναισθημάτων είναι ιδιαίτερα σημαντική. Όταν κρατάμε μέσα μας αρνητικά συναισθήματα, υπάρχει ο κίνδυνος να ενταθούν και να αποκτήσουν πιο επιβαρυντικό χαρακτήρα. Αντίθετα, όταν τα μοιραζόμαστε, συχνά μειώνεται η έντασή τους. Επιπλέον, η ανταπόκριση του άλλου ανθρώπου μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε μια κατάσταση από διαφορετική οπτική. Μια νέα σκέψη ή μια διαφορετική προσέγγιση μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά και να μας βοηθήσει να διαχειριστούμε καλύτερα αυτό που νιώθουμε.
- Πώς μπορεί ένας μαθητής να ξεκινήσει συμβουλευτική με έναν ψυχολόγο στο σχολείο;
- Η πρώτη προσέγγιση είναι συνήθως πιο απλή απ’ όσο φαίνεται. Ένας μαθητής απευθύνεται στον ψυχολόγο επειδή κάτι τον απασχολεί – μπορεί να είναι άγχος, μια δυσκολία ή απλώς η ανάγκη να μοιραστεί κάτι.
Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει κάποιο «μεγάλο» θέμα για να ξεκινήσει κανείς. Αφορμή μπορεί να είναι οτιδήποτε: μια δύσκολη εβδομάδα, μια σκέψη που τον απασχόλησε. Η διαδικασία προσαρμόζεται στις ανάγκες και τα βιώματα του κάθε μαθητή, χωρίς πίεση ή συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
ΚΑΛΑΝΤΖΗ ΔΗΜΗΤΡΑ
ΦΑΛΤΣΕΤΑ ΝΙΚΟΛ
