Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ, ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ…
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΟΥ ΄50 ΚΑΙ ΄60
Όλοι μας σαν παιδιά είναι σίγουρο ότι έχουμε ακούσει εκατοντάδες φορές τους μεγαλύτερους μας, γιαγιάδες, παππούδες, ακόμα και προγιαγιάδες να αναπολούν τα παλιά χρόνια.<< Περασμένα μεγαλεία…>> λένε και αναστενάζουν . << Τα παλιά τα χρόνια ήμασταν καλά δίχως έχθρες… είχαμε τα παράθυρα μας ανοιχτά … >> αποκρίνονται για την κατάντια της σημερινής μας εποχής. Από την άλλη, πολλοί θεωρούν αυτές τις δεκαετίες, χρόνια φτώχειας, κακομοιριάς και οπισθοδρόμησης.
Βέβαια, όλοι τους προσπαθούν να περιγράψουν στη νέα γενιά πώς ήταν εκείνα τα χρόνια, με απώτερο σκοπό να επανέλθουν στην μνήμη τους σκονισμένες αναμνήσεις και να ξαναζήσουν, έστω και εικονικά, τα παιδικά τους χρόνια με άτομα που τώρα έχουν φύγει και σε μέρη που πλέον έχουν ερημώσει!
Μέσα από τις ιστορίες αυτών των ατόμων, εμείς που δεν ζήσαμε αυτούς τους καιρούς έχουμε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε κάθε πτυχή της καθημερινότητας τους. Πιο συγκεκριμένα, τι εργασίες είχαν, πώς διασκέδαζαν , τι έτρωγαν , καθώς και έθιμα και συνήθειες που έχουν χαθεί στο χρόνο.
Για να δούμε λοιπόν, πώς ήταν η καθημερινή ζωή μιας οικογένειας τότε! Εκείνα τα χρόνια επικρατούσε,ως είδος οικογένειας, η διευρυμένη οικογένεια. Για σκεφτείτε,κάτω από την ίδια στέγη να συμβιώνουν η γιαγιά και ο παππούς , και μια εξαμελής οικογένεια , με μοναδικό αρχηγό τον πατέρα. Κάθε πρωί, πριν χαράξει η αυγή, οι άνδρες έφευγαν για την εξοχή. Στο χωράφι είχαν πολλές δουλειές, όπως να ποτίσουν τα περβόλια, τα δέντρα, να μαζέψουν τους καρπούς, να μαζέψουν ξύλα και να βγάλουν τα ζώα (πρόβατα) να βοσκήσουν στον κάμπο..Όλες αυτές οι εργασίες έπρεπε να είχαν τελειώσει πριν της 11 το πρωί, δηλαδή πριν σηκωθεί ο ήλιος και ανέβει η θερμοκρασία, κάνοντας ανυπόφορη την χειρωνακτική εργασία. Από την άλλη πλευρά, οι γυναίκες παρέμεναν στο σπίτι , έχοντας ως μοναδική ασχολία τις δουλειές του νοικοκυριού και την ανατροφή των μικρών παιδιών. Έπρεπε από νωρίς να στήσουν το τσικάλι στην φωτιά, για να ψήσουν το μεσημεριανό, να φτιάξουν ψωμί και παξιμάδι, να περιποιηθούν ζώα του σπιτιού ( κουνέλια, περιστέρια, γάιδαρους, κότες και κατσίκια), να παρασκευάσουν τυρί, να γνέσουν το μαλλί και να πλέξουν. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι κάθε χωριό είχε μια βρύση. Έτσι, η κάθε γυναικά έπρεπε να πηγαίνει καθημερινά στην βρύση για να φέρει νερό και να πλύνει όλα τα ρούχα της οικογένειας της. Τα παιδιά ξυπνούσαν και αυτά νωρίς βοηθώντας όπου μπορούσαν στις δουλειές και αργότερα ετοιμαζόντουσαν, για να πάνε στο σχολείο.
Οι άνδρες μετά από ένα κουραστικό πρωινό συνήθως σύχναζαν στο καφενείο του χωριού. Εκεί, φίλοι και συγχωριανοί συζητούσαν μεταξύ τους, έκαναν πλάκες και τραγουδούσαν. Όσο έπιναν το κρασάκι τους, τον καφέ τους ή την ρακί τους, έπαιζαν τάβλι ή χαρτιά. Άλλωστε, αυτό ήταν το μόνο μέρος ψυχαγωγίας, στο χωριό. Ύστερα, το μεσημέρι, ο καθένας πήγαινε στο σπίτι του. Εκεί, τον περίμεναν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας για να καθίσουν όλοι μαζί να φάνε, κατά την γνώμη μου αυτή ήταν η πιο σημαντική στιγμή της ημέρας, καθώς είχε διττό χαρακτήρα. Την εκπλήρωση της ανάγκης του εργαζόμενου ατόμου για τροφή και της ανάγκης του ανθρώπου για επαφή με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του. Μετά θα πάρουν έναν μεσημεριανό υπνάκο, ώστε να έχουν δυνάμεις για το απόγευμα.
Κατά το απογευματάκι οι άντρες και οι γυναίκες πήγαιναν πίσω στο χωράφι- το απογευματινό πότισμα στο περβόλι, ήταν ωφέλιμο για τα φυτά, διότι κρατούσαν την υγρασία όλο το βράδυ, μέχρι το επόμενο πρωινό. Τα παιδιά εάν δεν βοηθούσαν τους γονείς τους στην εξοχή, εάν δεν πήγαιναν στο σχολείο για τα απογευματινά μαθήματα, θα έπαιζαν ανέμελα. Εκεί,η νεολαία, δίχως ψαγμένα και πολυτελή παιχνίδια διασκέδαζε μέσα σε γέλια και χαρές αφήνοντας πίσω την σκληρή πραγματικότητα. Όξυνε την σκέψη της προσπαθώντας να βρει νέους τρόπους για να περάσει διασκεδαστικά τον χρόνο της. Έπαιζαν κρυφτό, κυνηγητό, μακριά γαϊδούρα κ.α. Τα κορίτσια έφτιαχναν παιδικές κούκλες από κανένα παλιό κουρέλι ή από κανένα παλιό ρούχο. Δεν υπήρχαν τότε πολυτέλειες, ούτε καν στο παιχνίδι. Παρόλα αυτά, το χαμόγελο δεν έλειπε ποτέ από τα πρόσωπα τους.
Μόλις γύριζε ο κόσμος από το χωράφι, εξουθενωμένος, ήθελε να ξεκουραστεί. Έτσι, οι άντρες σύχναζαν στο καφενείο και οι γυναίκες έκαναν παρέα στα στενάκια, και συζητούσαν τα νέα τους. Οι έφηβοι άρπαζαν τα όργανα τους και έβγαιναν για βόλτα σε όλο το χωριό κάνοντας καντάδες και γεμίζοντας με ωραίες μελωδίες, κάθε σοκάκι. Αν ερχόσουν από μακριά νόμιζες ότι το χωριό έχει γλέντι, αφού έσφυζε από ζωή! Εάν οι χωριανοί έβλεπαν κάποιον ξένο να καταφτάνει, τον υποδεχόντουσαν, με χαρά, και ήταν πρόθυμοι να τον φιλοξενήσουν, σαν να ήταν δικός τους άνθρωπος, τηρώντας υποσυνείδητα, την αρχαιοελληνική παράδοση του << ξένιου Δία>>, που έχει τις ρίζες του στα βάθη των αιώνων.
Μετά από κάποιες ώρες, η νύχτα έριχνε τα μαύρα της πέπλα και ο ζόφος κατέκλυζε τα πάντα , δημιουργώντας νεκρική σιωπή. Τότε μόνο όλοι γύριζαν σπίτι. Έτρωγε όλη μαζί η οικογένεια βραδινό. Όμως πριν πάνε τα παιδιά να κοιμηθούν η γιαγιά καθόταν δίπλα στην παραστιά και τους έλεγε μια ιστορία. Όχι κάτι συγκεκριμένο. Λόγια και συνειρμοί της στιγμής, αλλά γεμάτα σοφία και αγάπη, από ανθρώπους αγράμματους, άλλα μορφωμένους από τα πάθη της ζωής.
Αυτά τα άτομα που έζησαν αυτές τις δεκαετίες, είναι σίγουρο ότι δεν θα ξεχάσουν ποτέ αυτά που βίωσαν! Μπορεί τα αγαπημένα τους πρόσωπα, εκείνων των εποχών να έχουν φύγει. Η ύπαιθρος να έχει ερημώσει. Αλλά, αυτές οι αναμνήσεις θα μείνουν για πάντα ριζωμένες στην καρδιά τους, διότι ο άνθρωπος ποτέ δεν ξεχνά τα παιδικά του χρόνια. Τα καλύτερα χρόνια…
Κωνσταντίνος Τσιριντάνης μαθητής Β’ Λυκείου
