ΞΕΦΥΛΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ: ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ

 

Βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα, την εποχή της ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνολογίας και της καταλυτικής παρουσίας των ψηφιακών επιτευγμάτων στην καθημερινότητα του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος έπαψε να ασχολείται με οτιδήποτε μπορούσε να αντικαταστήσει η μηχανή ή προσπάθησε να την εκμεταλλευτεί, για να διευκολυνθεί. Τι γινόταν, όμως, παλαιότερα; Τότε που οι άνθρωποι δεν είχαν την αρωγή της τεχνολογίας και της πληροφορικής, που μόνοι τους έπρεπε να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες; Στο παρελθόν ,που στόχος δεν ήταν ο υλικός ευδαιμονισμός και η κατάκτηση της θεοποιημένης ύλης, αλλά η επιβίωση και η απλόχερη συνεισφορά και εξυπηρέτηση του συνανθρώπου. Ας ταξιδέψουμε, λοιπόν, στο Ρέθυμνο του παρελθόντος και ας γνωρίσουμε ασκητές παλιών παραδοσιακών επαγγελμάτων.

Με την αξιοποίηση του ξύλου συνδεόταν και το επάγγελμα του βεργά ή κατσουνά. Τα εργαλεία του ήταν λιγοστά. Χρησιμοποιούσε ξύλο από δρυ, πρίνο, αμπελιτσιά κ.α. Η βέργα ήταν πιστός σύντροφος του βοσκού ,στήριγμα του ηλικιωμένου, στολίδι του κρητικού σπιτιού, αλλά και όπλο αμυντικό ή επιθετικό. Τέλος, αναλόγως τις χρήσεις της παρουσίαζε διαφορές ως προς το μέγεθος, το σχήμα αλλά και το είδος του ξύλου. Για παράδειγμα, οι σπαθόβεργες ήταν βέργες ‘’λούσου’’, κοντές από ασφένταμο και τις κρατούσαν την Κυριακή ή στις αργίες . Ενώ τις κατσούνες, που ήταν ελαφριές ,με λαβή και αρκετά μακριές,  τις χρησιμοποιούσαν οι βοσκοί για να κατσουνίζουν, να πιάνουν δηλαδή τα ζώα από τα πίσω πόδια ή το λαιμό.

Μία από τις πιο δύσκολες εργασίες ήταν του γεωργού. Στο ‘’πόδι’’ όλο τον χρόνο, καθώς υπήρχαν ξεχωριστές δουλειές για κάθε εποχή. Το φθινόπωρο, τα πρωτοβρόχια, ήταν η σπορά. Πριν καλά καλά ξημερώσει, με τη βούργια (σακίδιο) του ζευγά και την οικογένεια ολόκληρη ,πήγαινε στο χωράφι. Κάνανε το σταυρό τους και με υπομονή σπέρνανε. Μετά ακολουθούσε το όργωμα με το αλέτρι και τον ζυγό, το λεγόμενο ζυγάλετρο, το οποίο ο γεωργός κατασκεύαζε μόνος του. Το θέρος πια, ήταν ο καιρός να μαζέψουν τη σοδειά. Οι θερίστρες άρχιζαν με τα δρεπάνια στα χέρια , οι δέτες έδεναν τα δεμάτια, τα βιτσοδέματα και οι κουβαλητάδες τα μετέφεραν. Η ζέστη, φυσικά, ήταν αφόρητη αλλά η δουλειά έπρεπε να γίνει. Σειρά είχε το αλώνισμα. Ο διαχωρισμός του καρπού από το φλοιό του σταχιού. Γινόταν με τη βοήθεια του βολόσυρου. Ήταν ένα γεωργικό εργαλείο από δύο χοντρές σανίδες ,σκληρού ξύλου, ενωμένες. Στην κάτω επιφάνειά του ήταν σφηνωμένες κοφτερές πέτρες από πυρίτι και καθώς περνούσε ο βολόσυρος ,πάνω στον οποίο ήταν όρθιος ένας άνθρωπος, κοβόταν το άχυρο. Ακολουθούσε το λίχνισμα, δηλαδή ο χωρισμός του καρπού από τα άχυρα. Για να πετύχει, βοηθός ήταν ο συνεχής αλλά όχι δυνατός άνεμος. Οι λιχνιστάδες πετούσαν με τη βοήθεια της δικράνης ,ενός φτυαριού, ψιλά το άχυρο και το σιτάρι. Η αύρα παρέσυρε μακριά το περίβλημα, ενώ οι σπόροι ξανάπεφταν στο αλώνι. Η όλη διαδικασία πραγματοποιούνταν κατά τον αλωνάρη μήνα (Ιούλιος). Στις εργασίες του γεωργού ήταν και ο τρύγος των αμπελιών τον τρυγητή μήνα (Σεπτέμβριος),την επομένη της Παναγίας. Τα αμπέλια όλου το νομού γέμιζαν ζωή. Οι άνθρωποι έτρεχαν να γεμίσουν τα σταφυλοκόφινα και μετά να τα πάνε στο πατητήρι. Αφού έβγαινε ο μούστος ,έβραζε για κάποιες μέρες και μεταφερόταν στα πιθάρια όπου θα έμενε μέχρι τις 3 Νοεμβρίου ,του Άη Γιώργη, που θα τα άνοιγαν για να δοκιμάσουν το κρασί. Ένα μέρος του μούστου το έπαιρνε η νοικοκυρά για να φτιάξει πετιμέζι ή κεφτέρια (σαν μουσταλευριά). Δεν τελειώσαμε όμως. Τα πατημένα σταφύλια, τα στράφυλα ήτσίκουδα όπως λέγονται, τα σκέπαζαν με το πλακωτήρι για να γίνει η ζύμωση και αργότερα στα ρακιδιά να γίνει η απόσταξη και να βγει η ρακή με τον παραδοσιακό, κρητικό τρόπο. Τέλος, τον χειμώνα ήταν η περίοδος του λιομαζώματος. Οι  άντρες ράβδιζαν με τις ντέμπλες, οι μαζώχτρες και τα παιδιά μάζευαν τις ελιές και άλλοι σάκιαζαν. Το χαμόγελο ζωγραφιζόταν στα πρόσωπά τους και έσβηνε την κούραση όταν έπαιρναν το λάδι από τον φαμπρικάρη. Ήταν η δουλειά που έκλινε τον ετήσιο κύκλο των εργασιών του γεωργού.

Μία από τις πιο διαδεδομένες ασχολίες στο Ρέθυμνο, αλλά και στην Κρήτη γενικότερα, είναι εκείνη του βοσκού. Παλαιότερα, η βοσκική ήταν κοπιαστική εργασία και η ζωή του βοσκού γεμάτη κακουχίες. Υποχρεωμένος να ζει μακριά από το σπίτι του, για μέρες ή και μήνες, χειμώνα καλοκαίρι, για να βοσκήσει το κουράδι του (κοπάδι). Ντυμένος με βαριά ρούχα για να προφυλάσσεται ( μεϊτάνι ,γαμπάς, βράκα, συναχλήκι). Στο χέρι του, η βοσκόβεργα, συνοδοιπόρος και αφοσιωμένος φίλος και στην πλάτη του η βούργια ,με το φαγητό και το νερό. Τα προϊόντα που παρείχαν τα ζώα ήταν το κρέας, το γάλα, το μαλλί και  το δέρμα (συνήθως από τις κατσίκες). Για αυτό υπήρχαν το άρμεγμα και οι κουρές. Οι τελευταίες ήταν σαν πανηγύρια. Μαζεύονταν όλοι οι χωριανοί, συγγενείς και φίλοι και κούρευαν τα ζώα. Το μαλλί το έπαιρναν οι νοικοκυρές και οι υφάντρες να το υφάνουν στον αργαλειό. Η παράδοση αυτή υπάρχει και σήμερα, ιδίως στα χωριά του Ψηλορείτη. Δυστυχώς όμως, πολλές φορές ο βοσκός ερχόταν αντιμέτωπος με εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις. Τέτοιες ήταν οι αρρώστιες των ζώων εξαιτίας των οποίων είχε μεγάλες απώλειες, αλλά και οι ζωοκλοπές. Με το γάλα, οι παλιοί βοσκοί που γνώριζαν την τέχνη της τυροκομίας καλά, έφτιαχναν στα μιτάτα (κυκλικό κτίσμα με θολωτή στέγη από πέτρες ενωμένες δίχως κάποιο συνδετικό υλικό)διάφορα τυροκομικά προϊόντα. Τέτοια ήταν η μυζήθρα, ο ανθότυρος, το κατσοχοίρι, το τυρομάλαμα, το κεφαλοτύρι κ.α. Για να πήξει το γάλα έβαζαν την πυθιά ή αγαστέρα,δηλαδή κοιλιά μικρού αρνιού. Η κατασκευή του μιτάτου διευκόλυνε την διαδικασία αφού είχε μια τρύπα στο πάνω μέρος για να φεύγουν οι ατμοί. Οι βοηθοί του ήταν το καζάνι, ο πίνακας, η ξεπεταριά, ο ταράχτης και ο αδεόνυσος. Όταν το τυρί ήταν έτοιμο, τοποθετούνταν στα τουπιά, καλάθια πλεγμένα από βίτσες και έπειτα στα τυροκέλια για να ωριμάσει. Η κτηνοτροφία και η τυροκομία ασκείται πλέον από λίγους στα ορεινά χωριά του Ρεθύμνου, με τη βοήθεια σύγχρονων μηχανημάτων που έχουν απλοποιήσει αρκετά τη βουκολική ζωή.

 

Ορισμένα επαγγέλματα και ασχολίες απαιτούσαν τη λεπτότητα και τη δεξιοτεχνία του γυναικείου χεριού.  Τέτοιο ήταν και της ανυφαντούς ή υφάντρας, η οποία με μεράκι και επιδεξιότητα επεξεργαζόταν το μαλλί και έφτιαχνε το νήμα. Η επεξεργασία του μαλλιού ονομαζόταν κατάστεμα και  χωριζόταν σε στάδια (π.χ. ζεμάτισμα, ξάσιμο, χεροχτένισμα, τυλιγάδιασμα κ.α) .Έπειτα, με τον ρυθμικό ήχο του αργαλειού, το νήμα μεταμορφωνόταν σε υφαντό, του οποίου κάθε σχέδιο έκρυβε μνήμες και ιστορία. Πετσέτες, Κιλίμια, Τραπεζομάντηλα, Ταγάρια και Βουργιάλια, παραδοσιακές φορεσιές όλα υφασμένα στον αργαλειό.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνέβαλαν καθοριστικά στην διαμόρφωση και την ανάπτυξη της πολιτισμικής μας ταυτότητας ενώ παράλληλα έδωσαν όλο τους το είναι αφιερώνοντας τη ζωή τους στο επάγγελμά τους τους. Ακόμα κι αν ζούμε σε μία εποχή που ό,τι θέλουμε μπορούμε να το αγοράσουμε ή και να το κατασκευάσουμε, ξέρουμε ότι αυτό το αυθεντικό, αγνό, απλό και παραδοσιακό ‘’κάτι’’ του παρελθόντος δε μπορούμε να το βρούμε πια. Η ιστορία της πόλης μας, του δικού μας Ρεθύμνου, ζει στις μνήμες αυτών που φρόντισαν να αφήσουν το δικό τους λίθο στην κρητική παράδοση και να εργαστούν με κινητήριο δύναμη, όχι το χρήμα, αλλά την συνεισφορά και την αγάπη για τον συνάνθρωπο.

Βαγγελιώ Παπαδάκη

Χαρά Μαρή

Τμήμα:Β’4

Ημ/μηνία: 14/05/2026