
Από την Σωτηρία Καμπά , μαθήτρια της Γ΄ Γυμνασίου
Η κύρια εικόνα του άρθρου και το ποίημα που την συνοδεύει ανήκει στην Κωνσταντίνα Παπαδοπούλου , Γ΄γυμνασίου
“Όταν ήμουν μικρή κάθε Σαββατοκύριακο πήγαινα στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού μου στο Κορωπί. Περνούσα τέλεια μαζί τους. Μάθαινα πολλά πράγματα μέσα από τις ιστορίες που μου έλεγαν.
Ο παππούς μου έλεγε για όταν ήταν μικρός. Για το χωριό του που λεγόταν Γοράνοι. Ήταν ένα χωριό πάνω στο βουνό Ταΰγετος. Ο παππούς μου είχε 7αδέρφια!!! Αυτός ήταν από τα μικρότερα. Αγαπούσε πολύ τους γονείς του και τα αδέρφια του επίσης. Το σπίτι του ήταν μικρό και δεν είχαν κρεβάτια. Μιλάμε για τη δεκαετία του 1950. Αυτός και τα αδέρφια του κοιμόνταν στο πάτωμα. Θυμάται και ιστορίες που του έλεγαν οι γονείς του. Όπως τότε που ήταν οι Γερμανοί στο χωριό του. Η οικογένειά του είχε πάει και είχε κρυφτεί σε μια σπηλιά. Επειδή όμως εκείνος ήταν μωρό και έκλαιγε συνέχεια έλεγαν στην προγιαγιά μου να πετάξει το μωρό για να μην τους ακούσουν οι Γερμανοί. Ευτυχώς η γιαγιά δεν τους άκουσε.
Τα παλιά χρόνια το χωριό του παππού μου είχε πολύ κόσμο αλλά με τα χρόνια πολλοί κάτοικοι έφυγαν από το χωριό. Πήγαν στο εξωτερικό, στην Αμερική, στον Καναδά. Κάποια στιγμή και τα 8 αδέρφια ήταν στην Αμερική. Κάποιοι έμειναν εκεί αλλά ο παππούς μου επέστρεψε στην Ελλάδα.
Θυμάμαι τον παππού μου σαν έναν χαρούμενο άνθρωπο και πολύ αγαπητό σε όλους. Διακρινόταν για την καλοσύνη του. Είναι ο καλύτερος χαρακτήρας που ξέρω.
Τέλος, θα ήθελα να μιλήσω για το χωριό του παππού μου και το σπίτι του. Το πατρικό του παππού μου είναι ένα οίκημα χτισμένο από το 1900 . Το σπίτι πέρασε στα χέρια του παππού μου και εκείνος με τη σειρά του το έδωσε στη μαμά μου. Είναι μέσα στη φύση και έχει μια υπέροχη θέα. Κάθε καλοκαίρι το επισκέπτομαι και με ξέρουν όλοι. Ξέρουν ποιανού εγγονή είμαι. Και εγώ το αγάπησα τούτο το χωριό μέσα από τις ιστορίες του παππού μου.
