<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	xmlns:series="http://organizeseries.com/"
	>

<channel>
	<title>3ο Γενικό Λύκειο ΑμπελοκήπωνΙστορικά – 3ο Γενικό Λύκειο Αμπελοκήπων</title>
	<atom:link href="https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?cat=12&#038;feed=rss2" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://schoolpress.sch.gr/3lykampe</link>
	<description>το ηλεκτρονικό μας περιοδικό</description>
	<lastBuildDate>Tue, 17 Dec 2024 06:45:54 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	
		<item>
		<title>Αιτίες που οδήγησαν στην άνοδο και επικράτηση του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού κατά την περίοδο του μεσοπολέμου</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?p=37</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?p=37#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 26 Oct 2023 08:13:25 +0000</pubDate>
		<dc:creator>ΚΟΛΤΣΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ</dc:creator>
				<category><![CDATA[Ιστορικά]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?p=37</guid>
		<description><![CDATA[Στο άρθρο επιχειρείται συζήτηση σχετικά με την εμφάνιση των εθνών κατά τον 19ο αιώνα και σχετικά με τα βασικά χαρακτηριστικά του εθνικισμού. Επιπρόσθετα, γίνεται αναφορά <a class="mh-excerpt-more" href="https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?p=37" title="Αιτίες που οδήγησαν στην άνοδο και επικράτηση του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού κατά την περίοδο του μεσοπολέμου">[...]</a>]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Στο άρθρο επιχειρείται συζήτηση σχετικά με την εμφάνιση των εθνών κατά τον 19<sup>ο</sup> αιώνα και σχετικά με τα βασικά χαρακτηριστικά του <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82" target="_blank">εθνικισμού</a>. Επιπρόσθετα, γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα παραδείγματα συγκρότησης εθνικών κρατών, αυτών της Ιταλίας και της Γερμανίας, στο δεύτερο μισό του 19<sup>ου</sup> αιώνα.</p>
<p><strong>Έθνος, εθνικισμός και εθνικό κράτος</strong></p>
<p>Το έθνος μπορεί να οριστεί ως «<i>ένας επώνυμος πληθυσμός ανθρώπων που μοιράζονται μια ιστορική περιοχή (επικράτεια), κοινούς μύθους και ιστορικές μνήμες, ένα μαζικό, λαϊκό πολιτισμό, μια κοινή οικονομία, κοινά νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις για όλα τα μέλη</i>» (Smith, 1991, όπ. αναφ. στο Ράπτης, 2000, σελ. 73). Σύμφωνα δε με τον <a href="https://en.wikipedia.org/wiki/Eric_Hobsbawm" target="_blank">Hobsbawm </a>(1994, σελ. 34), «<i>το «έθνος» ήταν το σώμα των πολιτών, η συλλογική κυριαρχία των οποίων τους συγκροτούσε σε ένα κράτος, το οποίο ήταν η πολιτική τους έκφραση. Διότι οτιδήποτε άλλο κι αν ήταν ένα έθνος, το στοιχείο της πολιτογράφησης και της μαζικής συμμετοχής ή εκλογής, ποτέ δεν απουσίαζε από αυτό</i>». Βέβαια, όπως ό ίδιος αναφέρει (σελ. 33), κατά την Εποχή των Επαναστάσεων η ίδια λέξη (έθνος) σήμαινε, ή μπορούσε να σημαίνει, πολύ διαφορετικά πράγματα. Ο εθνικισμός μπορεί να οριστεί ως «<i>αξίωμα που θεωρεί ότι η πολιτική και η εθνική ενότητα πρέπει να συμπίπτουν</i>» (Gellner, 1983, όπ. αναφ. στο Ράπτης, 2000, σελ. 73). Η έννοια του εθνικού κράτους στηρίζεται στην «αρχή των εθνοτήτων», δηλαδή του αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος κάθε εθνοτικής κοινότητας να συγκροτεί το δικό της εθνικό κράτος (Ράπτης, 2000, σελ. 71).</p>
<p><strong>Οι απαρχές του εθνικισμού</strong></p>
<p>Σύμφωνα με τον Blanning (2009, σελ 203) ο εθνικισμός «<i>εν μέρει προέκυψε από την ανάγκη να βρεθεί κάποιο κοσμικό υποκατάστατο της θρησκείας</i>». Εμφανίστηκε δε με δυο μορφές: «<i>Μια πολιτισμική, η οποία προσδιόριζε το έθνος ως το σημαντικότερο σημείο αναφοράς για τους ανθρώπους, ως την κορυφαία αξία και το υψηλότερο ιδανικό˙ και μια πολιτική που προέκυψε αργότερα, η οποία πρέσβευε ότι τα πολιτισμικά και τα πολιτικά σύνορα ενός κράτους πρέπει να ταυτιστούν</i>». Κατά τον 19<sup>ο</sup> αιώνα, στο πλαίσιο της νεωτερικότητας και του μετασχηματισμού των ευρωπαϊκών κοινωνιών, μαζί με την εκβιο­μηχάνιση, τον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό, κατά το -κατά τον Braudel (2010, σελ. 523)- «επαναστατικό και ιδεολογικό στάδιο», αναδείχθηκε και η ιδέα του εθνικού κρά­τους ως πρότυπου συστήματος οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης, κατά τις διαδικασίες μετάβασης από τη φεουδαρχική κοινωνία στη δημιουργία και εγκαθίδρυση μιας αστικής πλέον κοινωνίας.</p>
<p>Η έννοια του έθνους είχε διαφορετικό νόημα πριν τη <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%95%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7" target="_blank">Γαλλική Επανάσταση</a> σύμφωνα δε με τον Hobsbawm (1994, σελ. 28), το Λεξικό της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας μόλις το 1884 χρησιμοποιεί για πρώτη φορά την ορολογία του κράτους, έθνους και γλώσσας σύμφωνα με σύγχρονη άποψη για τις έννοιες αυτές. Η συμμετοχή του λαού στα γεγονότα της Γαλλικής Επανάστασης εγκαινίασε την ανάληψη, από την πλευρά των μαζών, πρωταγωνιστικού ρόλου στο ιστορικό γίγνεσθαι, ενώ παράλληλα αναδείχθηκε και η σημασία της κοινής γνώμης στις εξελίξεις. Οι ιδέες της πολιτικής και εθνικής ελευθερίας της Γαλλικής Επανάστασης προέβαλαν την έννοια του Έθνους ως ενοποιητική και κυρίαρχη δύναμη και ως ανώτατη πηγή όλων των εξουσιών. Ο εθνικός στρατός που δημιουργήθηκε την εποχή του <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%84" target="_blank">Ναπολέοντα </a>διέχυσε και διέσπειρε σε ολόκληρη την Ευρώπη, ως φορέας εθνικής και κοινωνικής συνείδησης, τις ιδέες της εθνικής ανεξαρτησίας και της πολιτικής ελευθερίας, ιδέες που αποτέλεσαν κατά τον 19<sup>ο</sup> αιώνα την κινητήρια δύναμη εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Σύμφωνα δε με τον Burns (1983, σελ. 119-120) ο εθνικισμός ήταν εν μέρει παιδί της Γαλλικής Επανάστασης και συνδέονταν με το κίνημα του «ρομαντισμού», με την κοινή πεποίθηση ότι «το παρελθόν θα έπρεπε να λειτουργεί ως μέσο κατανόησης του παρόντος και σχεδιασμού του μέλλοντος».</p>
<p>Μετά την κατάρρευση της Γαλλικής Αυτοκρατορίας, υπογράφηκε (μετά το Συνέδριο της Βιέννης, το 1815) μεταξύ της Αυστρίας, της Πρωσίας και της Ρωσίας η συνθήκη της «<a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CE%B5%CF%81%CE%AC_%CE%A3%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%B1" target="_blank">Ιεράς Συμμαχίας</a>» για την αντιμετώπιση των επίδοξων κοινωνικών και εθνικών ανατροπέων καθώς, όπως γράφει ο Roberts (2009, σελ. 43), «<i>Η <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%81%CF%89%CF%83%CE%AF%CE%B1" target="_blank">Πρωσία</a>, η Ρωσία και η Αυστρία βρέθηκαν να εξουσιάζουν πληθυσμούς τους οποίους τίποτε δεν συνέδεε ιστορικά με τις δυναστείες των <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A7%CE%BF%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%83%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CF%81%CE%BD" target="_blank">Χοεντσόλερν</a>, των <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%91%CF%88%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CF%89%CE%BD" target="_blank">Αψβούργων </a>και των <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A1%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CF%86" target="_blank">Ρομανόφ</a>. Για τους δυο τελευταίους η σύγκρουση μεταξύ δυναστών και εθνών έμελλε να αποτελέσει φλέγον εσωτερικό θέμα και αποσταθεροποιητικό παράγοντα για όλο τον επόμενο αιώνα</i>». Η Ιερά Συμμαχία διαλύθηκε ως αποτέλεσμα του <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%A0%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82" target="_blank">Κριμαϊκού πολέμου</a>, το 1856. Είχε ήδη ξεκινήσει μια μακρόχρονη διαδικασία για την εδραίωση της εθνικής συνείδησης ως κύριας δημόσιας υποχρέωσης όλων των μελών κάθε εθνότητας, στην οποία συνέβαλαν και παράγοντες όπως η ανάπτυξη της εκπαίδευσης και ο αλφαβητισμός (υποβοηθούμενοι και από την ανάπτυξη της τυπογραφίας), η υποχρεωτική στράτευση, τα εθνικά σύμ­βολα και οι εθνικές γιορτές. Εθνικά κράτη προέκυπταν είτε μέσω της απόσχισής τους από πολυεθνικά κρά­τη (όπως η Ελλάδα, η Σερβία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία κατά την εξασθένιση της Οθωμανικής εξουσίας στα Βαλκάνια) είτε μέσω της ενοποίησης πολιτικά κατακερματισμένων εθνών (όπως η Ιτα­λία και η Γερμανία). Παράλληλα, ήδη υφιστάμενα κράτη (Αγγλία, Γαλλία, Ισπανία) ενίσχυαν τον εθνικό τους χαρακτήρα. Καταγράφονταν γενικά έντονες ανακατατάξεις, κυρίως στο πλαίσιο της εκβιομηχάνισης της Ευρώπης (Trebilcock, 2009, σελ. 69-106), καθώς οι βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης (και οι ΗΠΑ) αποτελούσαν το κέντρο ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, το οποίο βασιζόταν στη συνεχή αύξηση του ευρωπαϊκού πληθυσμού, στην ελεύθερη μετανάστευση ανθρώπινου δυναμικού και κεφαλαίων, στην επιλεκτική ανάπτυξη της βιομηχανίας σε περιοχές του κόσμου, στην ανάπτυξη των συγκοινωνιών, των επικοινωνιών και του ασφαλιστικού/ τραπεζικού συστήματος και στην αύξηση του διεθνούς εμπορίου. Προϋποθέσεις για την ομαλή λειτουργία αυτού του ευρω-ατλαντικού παγκόσμιου συστήματος αποτελούσαν: η ειρήνη, η ελευθερία του διεθνούς εμπορίου και η οικονομική ηγεμονία των χωρών που αποτελούσαν τον πυρήνα του συστήματος.</p>
<p><strong>Η περιπτώσεις της Ιταλίας και της Γερμανίας</strong></p>
<p>Μέχρι τα μέσα του 19<sup>ου</sup> αιώνα η ιταλική χερσόνησος ήταν κατακερματισμένη σε μικρά κράτη/κρατίδια (βλ. <i>Εικόνα 1</i>, σελ. 7), με το ισχυρό βασίλειο του <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B5%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF" target="_blank">Πεδεμόντιου </a>και της <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B7%CE%BD%CE%AF%CE%B1" target="_blank">Σαρδηνίας </a>ως το μόνο ανεξάρτητο και ως το μόνο με Ιταλό μονάρχη, τα παπικά κράτη, και τα υπόλοιπα να ανήκουν στην αυστριακή ή στην ισπανική επικράτεια. Διάφορες αποτυχημένες εξεγέρσεις, κυρίως κατά του καθεστώτος που είχε επιβληθεί από το <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BF_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%92%CE%B9%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82" target="_blank">Συνέδριο της Βιέννης</a>, μπορούν να θεωρηθούν ως οι ρίζες του εθνικού ιταλικού κινήματος. Δυο πολιτικές προτάσεις με στόχο την επίλυση του ιταλικού ζητήματος απέτυχαν, επίσης. Με τους κατάλληλους χειρισμούς τους, ο βασιλιάς του Πεδεμοντίου Βίκτωρ-Εμμανουήλ Β’ (Vittorio Emanuele II di Savoia) και ο πρωθυπουργός του Καμίλο Καβούρ (Camillo Benso conte di Cavour), έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη της Γαλλίας, και εκφράζοντας τις επιθυμίες της βιομηχανικής και εμπορικής τάξης για μια ενωμένη Ιταλία με συνταγματική μοναρχία και φιλελεύθερη οικονομία, κατόρθωσαν –και μέσω ενθαρρυντικών στρατιωτικών νικών κατά της Αυστρίας- τη σταδιακή και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα ενοποίηση της Ιταλίας (βλ. <i>Εικόνα 1</i>).</p>
<table border="0" cellspacing="0" cellpadding="0">
<tbody>
<tr>
<td valign="top" width="569"> <a href="https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/files/2023/10/Εικόνα1.png"><img class="aligncenter size-full wp-image-38" alt="Εικόνα1" src="https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/files/2023/10/Εικόνα1.png" width="396" height="531" /></a></td>
</tr>
<tr>
<td style="text-align: center" valign="top" width="569"><i>Εικόνα </i><i>1</i><i>: Οι φάσεις της Ιταλικής ενοποίησης (</i><i>Berstein</i><i> &amp; </i><i>Milza</i><i>, 1997, σελ. 122).</i><i></i></td>
</tr>
</tbody>
</table>
<p>Αντίθετα, στη Γερμανία η ενοποίηση προέκυψε όχι τόσο από πολιτικές προσπάθειες, αλλά κυρίως από την οικονομία: με πρωτοβουλία της Πρωσίας (οι οποία επικράτησε τελικά παραγκωνίζοντας σταδιακά την ανταγωνίστρια Αυστρία) ιδρύθηκε η «<a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%A4%CE%B5%CE%BB%CF%89%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CE%88%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7" target="_blank">Γερμανική Τελωνειακή Ένωση</a>», δημιουργώντας έτσι έναν ενιαίο οικονομικό χώρο που αποτέλεσε την ικανή βάση για την πολιτική ενοποίηση της Γερμανίας. Αυτή η ενοποίηση –και αυτή σε σύντομο χρονικό διάστημα (βλ. <i>Εικόνα 2</i>), όπως και η της Ιταλίας – επιτεύχθηκε μέσω των κατάλληλων χειρισμών του <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%8C%CF%84%CF%84%CE%BF_%CF%86%CE%BF%CE%BD_%CE%9C%CF%80%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA" target="_blank">Βίσμαρκ (Otto Eduard Leopold von Bismarck-Schönhausen)</a>, πρωθυπουργού της Πρωσίας, ο οποίος συνδύασε πολιτική ισχύος και αυταρχισμού με την κινητοποίηση της κοινής γνώμης και την αφύπνιση του εθνικού συναισθήματος, αξιοποιώντας παράλληλα εθνικό πόλεμο ενάντια στη Γαλλία (Ράπτης, 2000, σελ. 78-82˙ Berstein &amp; Milza, 1997, σελ. 114-141).</p>
<div align="center">
<table width="569" border="0" cellspacing="0" cellpadding="0">
<tbody>
<tr>
<td> <a href="https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/files/2023/10/Εικόνα2.png"><img class="aligncenter size-full wp-image-39" alt="Εικόνα2" src="https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/files/2023/10/Εικόνα2.png" width="401" height="305" /></a></td>
</tr>
<tr>
<td valign="top">
<p align="center"><i>Εικόνα </i><i>2</i><i>: Οι φάσεις της Γερμανικής ενοποίησης (</i><i>Berstein</i><i> &amp; </i><i>Milza</i><i>, 1997, σελ. 134).</i><i></i></p>
</td>
</tr>
</tbody>
</table>
</div>
<p><strong>Συζήτηση – συμπεράσματα</strong></p>
<p>Ο εθνικισμός, φαινόμενο του 19<sup>ου</sup> αιώνα, φαίνεται να συνδέεται αρχικά με τη δημοκρατία και την ελευθερία, αντλώντας στοιχεία της Γαλλικής Επανάστασης. Εμφανίστηκε, καλλιεργήθηκε και αξιοποιήθηκε ως ιδεολογία με ιδανικό το έθνος, στην προσπάθεια κοινωνικών συνόλων να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους ή/και ακόμη και την ίδια την ύπαρξή τους, στο πλαίσιο των ανακατατάξεων στον πολιτιστικό-οικονομικό-πολιτικό χάρτη της Ευρώπης. Δέχθηκε ισχυ­ρή ώθηση από την ιταλική και τη γερμανική ενοποίηση, η οποία είχε εδαφικό και διπλωματικό κόστος για την Αυστρία, και άλλαξε τον μέχρι τότε συσχετισμό των δυνάμεων στην Ευρώπη, με τη δημιουργία της ενιαίας και ισχυρής Γερμανίας. Παράλληλα, μικρότερου εύρους εθνικά κινήματα οδήγησαν στη δημιουργία νέων, εθνικών πλέον κρατών, τα περισσότερα από τα οποία υφίστανται μέχρι και σήμερα.</p>
<p><strong>Βιβλιογραφικές αναφορές</strong></p>
<p>Berstein, S., Milza, P. (1997). <i>Ιστορία της Ευρώπης 2. Η Ευρωπαϊκή συμφωνία και η Ευρώπη των εθνών1815-1919, </i>τ. 2.<i> </i>Αθήνα: Αλεξάνδρεια.</p>
<p>Blanning, T.C.W. (2009). Η εμπορευματοποίηση και η ιεροποίηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού τον 19<sup>ο</sup> αιώνα. Στο: T.C.W. Blanning (Επιμ.), <i>Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης </i>(σελ. 177-212). Αθήνα: Εκδόσεις Τουρίκη.</p>
<p>Braudel, F. (2010). <i>Γραμματική των πολιτισμών</i>. Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ..</p>
<p>Burns, E. (1983). <i>Ευρωπαϊκή Ιστορία, Εισαγωγή στην Ιστορία και τον Πολιτισμό της Δυτικής Ευρώπης</i>, τόμος B΄. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής.</p>
<p>Hobsbawm, E. J. (1994). <i>Έθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα. Πρόγραμμα, μύθος, πραγματικότητα</i>. Αθήνα: Εκδόσεις Καρδαμίτσα.</p>
<p>Roberts, J. (2009). Επανάσταση από τα πάνω και από τα κάτω: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης από τη Γαλλική Επανάσταση έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο: T.C.W. Blanning (Επιμ.), <i>Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης </i>(σελ. 31-68). Αθήνα: Εκδόσεις Τουρίκη.</p>
<p>Trebilcock, T. (2009). Η εκβιομηχάνιση της Ευρώπης, 1759-1914. Στο: T.C.W. Blanning (Επιμ.), <i>Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης </i>(σελ. 69-106). Αθήνα: Εκδόσεις Τουρίκη.</p>
<p>Ράπτης, Κ. (2000). <i>Γενική Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 19<sup>ο</sup> και 20<sup>ο</sup> αιώνα</i>, τ. Β΄. Πάτρα: Ε.Α.Π..</p>
<p>Ράπτης, Κ., <i>Γενική ιστορία της Ευρώπης, 19ος</i><i> </i><i> – 20ός αιώνας</i> (ενότητα 21.1), Πάτρα: ΕΑΠ, 2000</p>
<p>Αρβελέρ, Ε. – Aymard, M. (επιμ.), <i>Οι Ευρωπαίοι, Νεότερη και σύγχρονη εποχή</i>, τομ. Β΄ (ιδίως το άρθρο του Robert Frank, «Εμφύλιοι ευρωπαϊκοί πόλεμοι»), Αθήνα: Σαββάλας, 2003</p>
<p>Berstein, S. – Milza, P., <i>Ιστορία της Ευρώπης </i>(τ. 3), <i>1919 έως σήμερα: Διάσπαση και ανοικοδόμηση της Ευρώπης</i> (κεφ. 3), Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 1997</p>
<p>Blanning, T.C.W., <i>Ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης</i> (ιδίως το άρθρο του Paul Preston, «Ο Μεγάλος Εμφύλιος Πόλεμος: Πολιτική ιστορία της Ευρώπης, 1914-1945), Αθήνα: Εκδόσεις Τουρίκη, 2009</p>
<p>Burns, E.M.,<i> Ευρωπαϊκή ιστορία: Ο Δυτικός Πολιτισμός</i>, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο, 2006, κεφ.16.</p>
<p>E.J. Hobsbawm<i>, Η εποχή των άκρων: Ο σύντομος 20ός αιώνας, 1914-1991</i> (κεφ. 4), Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1999</p>
<p>Joll, J., <i>Η Ευρώπη, 1870-1970 </i>(μτφρ. E.Βόγλη), Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 2006.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?feed=rss2&#038;p=37</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[Τεύχος 2023 2024]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Στοιχεία της -μέσα από οπτικές της φυσικής φιλοσοφίας και της Χριστιανικής θεολογίας- αντιμετώπισης βασικών φιλοσοφικών ζητημάτων από τους αρχαίους χρόνους μέχρι και το Μεσαίωνα.</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?p=33</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?p=33#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 26 Oct 2023 07:46:58 +0000</pubDate>
		<dc:creator>ΚΟΛΤΣΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ</dc:creator>
				<category><![CDATA[STEAM]]></category>
		<category><![CDATA[Ιστορικά]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?p=33</guid>
		<description><![CDATA[Τα κύρια σημεία της αριστοτελικής κοσμολογίας Οι προϊστορικές αντιλήψεις για τη φύση εξελίχθηκαν σταδιακά μέσα στους αιώνες[1] στη φυσική φιλοσοφία των προσωκρατικών φιλοσόφων[2], περίπου τον <a class="mh-excerpt-more" href="https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?p=33" title="Στοιχεία της -μέσα από οπτικές της φυσικής φιλοσοφίας και της Χριστιανικής θεολογίας- αντιμετώπισης βασικών φιλοσοφικών ζητημάτων από τους αρχαίους χρόνους μέχρι και το Μεσαίωνα.">[...]</a>]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Τα κύρια σημεία της αριστοτελικής κοσμολογίας</strong></p>
<p>Οι προϊστορικές αντιλήψεις για τη φύση εξελίχθηκαν σταδιακά μέσα στους αιώνες[1] στη φυσική φιλοσοφία των <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF_%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%B9#:~:text=%CE%A9%CF%82%20%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF%20%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%B9%20%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B9%20%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%B9,%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CF%84%CE%B7%CF%82%20%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82%20%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1%CF%82%20%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B1." target="_blank">προσωκρατικών φιλοσόφων</a>[2], περίπου τον 6<sup>ο</sup> π.Χ. αιώνα. Μέσα σε έναν πολιτισμό ακόμα διαποτισμένο από τη μυθολογία, οι νέου είδους πνευματικές αναζητήσεις αποτέλεσαν την έναυση της φυσικής φιλοσοφίας, με σημαντικότερους εκπροσώπους τον <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%82" target="_blank">Θαλή</a>[3], τον <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%85%CE%B8%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%82" target="_blank">Πυθαγόρα</a>[4] και τον <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%82" target="_blank">Ηράκλειτο</a>[5] (Lindberg, 1997, σελ. 1-49).</p>
<p>Σύμφωνα με τον Lindberg (1997, σελ. 49-63), μετά τον θάνατο του <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%89%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82" target="_blank">Σωκράτη</a>[6] στο τέλος του 5<sup>ου</sup> π.Χ. αιώνα, το κέντρο βάρους της ελληνικής φιλοσοφίας μετατοπίστηκε από τα κοσμολογικά ενδιαφέροντα προς ηθικά και πολιτικά ζητήματα. Ο <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%BB%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD" target="_blank">Πλάτων</a>[7], με το συγγραφικό φιλοσοφικό του έργο που ασκεί σημαντικές επιρροές μέχρι και σήμερα, εισήγαγε τη θεωρία των ιδεών κατά την οποία ο κόσμος χωρίζεται σε δυο σφαίρες ύπαρξης, μια υλική και μία ιδεατή<i>. </i></p>
<div id="attachment_34" class="wp-caption alignleft" style="width: 239px"><a href="https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/files/2023/10/800px-Sanzio_01_Plato_Aristotle.jpg"><img class="size-medium wp-image-34" alt="Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης. Λεπτομέρεια της Σχολής των Αθηνών του Ραφαήλ." src="https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/files/2023/10/800px-Sanzio_01_Plato_Aristotle-229x300.jpg" width="229" height="300" /></a><p class="wp-caption-text">Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης. Λεπτομέρεια της Σχολής των Αθηνών του Ραφαήλ.</p></div>
<p>Η φιλοσοφία που αναπτύχθηκε από τον <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CF%82" target="_blank">Αριστοτέλη</a>[8] επηρέασε ισχυρά τη δυτική φιλοσοφική και επιστημονική μέχρι και την <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7" target="_blank">Αναγέννηση</a>. Αντίθετα προς τον ιδεατό κόσμο του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης εισήγαγε μια αντίληψη κοινού νου (λογικής) μέσω της αισθητηριακής εμπειρίας, αναζητώντας ένα αίτιο για κάθε τι. Υποστήριξε έναν κόσμο οργανωμένο, με σχέσεις αιτίας-αιτιατού, στον οποίο κάθε τι εξελίσσεται προς το τέλος που καθορίζει η φύση του. Αρνήθηκε την υπόθεση της αρχής του Σύμπαντος, επιμένοντας σε ένα αιώνιο Σύμπαν, χωρισμένο σε δυο σφαίρες, την υποσελήνια και την υπερσελήνια, με ποικιλία επιχειρημάτων και εισάγοντας τη δική του θεωρία για τις επίγειες και ουράνιες κινήσεις. Ο Αριστοτέλης, με τη φυσική του φιλοσοφία, αντιμετώπισε επιτυχώς – για τα τότε, αλλά και των επόμενων αιώνων δεδομένα- τα κυριότερα ζητήματα που είχαν τεθεί από τους προσωκρατικούς φιλόσοφους και τον Πλάτωνα σχετικά με τη δημιουργία του Σύμπαντος και τις μεταβολές σε αυτό, την αιτιότητα, τη σχέση του θείου με τα υλικά πράγματα, επικρατώντας μέσω της πειθούς και όχι του εξαναγκασμού (Lindberg, 1997, σελ. 67-96).</p>
<p><strong>Η εδραίωση του «<a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82" target="_blank">σχολαστικισμού</a>» και η οργάνωση και εξέλιξη του μεσαιωνικού Πανεπιστημίου</strong></p>
<p>Σύμφωνα με τον Lindberg (1997, σελ. 212), από την εποχή της ύστερης <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CE%AE_%CE%91%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1" target="_blank">Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας</a>, ο <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82" target="_blank">Χριστιανισμός </a>άρχισε να έχει έναν ισχυρό θρησκευτικό ρόλο. Κατά τη διάρκεια του Πρώιμου <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%AF%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82" target="_blank">Μεσαίωνα </a>(5<sup>ος</sup>-9<sup>ος</sup> αι.) καταγράφεται παρακμή της φιλοσοφικής σκέψης και της μελέτης της φυσικής φιλοσοφίας, με τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα να διαβάζονται με όρους πρακτικότητας/χρηστικότητας, αν και δεν λείπουν παραδείγματα όπως αυτά των Ισίδωρου και Βέδα, λογίων που προσπάθησαν να διασώσουν τα υπολείμματα κλασικής παιδείας και να τα μεταδώσουν –σε χρήσιμη μορφή- στο χριστιανικό κόσμο του Μεσαίωνα (Lindberg, 1997, σελ. 223-225). Ο ρόλος του <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%81%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CE%BF%CF%82" target="_blank">Καρλομάγνου</a>[9] θεωρείται πολύ σημαντικός για την επαναφορά στο προσκήνιο της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, καθώς ανάμεσα στα μέτρα που πήρε ήταν και το αυτοκρατορικό διάταγμα με το οποίο ιδρύονταν καθεδρικές και μοναστικές σχολές, οι οποίες μακροπρόθεσμα συνέβαλαν στη διάδοση της –αν και προσανατολισμένης προς τον κλήρο- παιδείας και έθεσαν τις βάσεις της μελλοντικής λόγιας δραστηριότητας (Lindberg, 1997, σελ. 262-264).</p>
<p>Κατά τη διάρκεια των Μέσων Χρόνων (10<sup>ος</sup>-11<sup>ος</sup> αι.) καταγράφεται η άνθιση της αραβικής επιστήμης. Το <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%83%CE%BB%CE%AC%CE%BC" target="_blank">Ισλάμ </a>(7<sup>ος</sup>-11<sup>ος</sup> αι.) έγινε ο κύριος μοχλός συντήρησης και διάδοσης της<a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1" target="_blank"> αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας</a>, με τη μετάφραση και μελέτη των αρχαίων ελληνικών συγγραμμάτων[10]. Συγχρόνως, στην Ευρώπη το ενδιαφέρον για τη φυσική φιλοσοφία ήταν περιορισμένο, κυρίως λόγω της <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B5%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1" target="_blank">φεουδαρχίας</a>.</p>
<p>Κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα (12<sup>ος</sup>-15<sup>ος</sup> αι.) καταγράφεται η ανάπτυξη των Πανεπιστημίων και η μεταφορά του κέντρου της πνευματικής ζωής στην Κεντρική Ευρώπη˙ από το μοντέλο της τυπικής σχολής του Πρώιμου Μεσαίωνα, με την ανάπτυξη πλέον των αστικών κέντρων και ενός νέου αστικού εκπαιδευτικού συστήματος (Lindberg, 1997, σελ. 268-276) δημιουργούνται νέου τύπου σχολές, στις οποίες παρατηρείται και μια έντονη προσπάθεια ανάκτησης και μελέτης των Λατίνων κλασικών και –μέσω των μεταφράσεών τους στη λατινική- των Ελλήνων κλασικών. Στα Πανεπιστήμια που σταδιακά εμφανίστηκαν γινόταν κριτική εξέταση των ισχυρισμών γνώσης με τη βοήθεια της αριστοτελικής λογικής. Η εφαρμογή αυτής της μεθόδου δημιούργησε ένα σύστημα πεποιθήσεων που εναρμόνισε το περιεχόμενο της ελληνικής και αραβικής παιδείας με τους ισχυρισμούς της χριστιανικής θεολογίας (Lindberg, 1997, σελ. 297). Τον 13<sup>ο</sup> αιώνα τα πανεπιστήμια, υποστηριζόμενα κατά κανόνα από την παπική εξουσία, έχουν νομικά τη μορφή της συντεχνίας και λογίους με αυξημένο κύρος (Ασημακόπουλος &amp; Τσιαντούλας, 2008, σελ. 91-126). Ως μέθοδος απόδειξης χρησιμοποιούνταν η διαλεκτική, ένα σύνολο διαδικασιών μέσω των οποίων το αντικείμενο της γνώσης μετατρέπονταν σε πρόβλημα και συζητιόταν μέσα από διάλογο αντιτιθέμενων πλευρών. Καλλιεργήθηκε όμως τελικά η λεγόμενη σχολαστική φιλοσοφία, που κυρίως ασχολήθηκε με τη μελέτη και την κριτική των έργων του Αριστοτέλη, με βάση τη γραμματική, δίνοντας όμως έμφαση στο γράμμα και όχι στην ουσία της φιλοσοφίας του. Αυτός ο σχολαστικισμός καλλιεργήθηκε από Ρωμαιοκαθολικούς μοναχούς, με σημαντικότερους ανάμεσά τους τους: <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%91%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82" target="_blank">Πέτρο Αβελάρδο</a> (1079-1142), <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%91%CF%83%CE%AF%CE%B6%CE%B7%CF%82" target="_blank">Φραγκίσκο της Ασίζης</a> (1182-1226), <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CF%8C%CF%84%CE%B6%CE%B5%CF%81_%CE%9C%CF%80%CE%AD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD" target="_blank">Ρογήρο Βάκωνα</a> (1214-1294), <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1_%CE%9A%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%B9" target="_blank">Μποναβεντούρα</a>[11] (1221-1274) και τον Θωμά τον Ακινάτη[12] (1225-1274).</p>
<p><strong>Οι προσπάθειες εναρμόνισης της αριστοτελικής κοσμοεικόνας με τη <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1" target="_blank">Χριστιανική θεολογία</a> στη διάρκεια του Μεσαίωνα</strong></p>
<p>Σύμφωνα με τον Lindberg (1997, σελ. 303-342), κατά τον 11<sup>ο</sup> και τον 12<sup>ο</sup> αιώνα συντελέστηκε μια εκπαιδευτική αναβίωση, η οποία, με την πρόσληψη νέων πηγών, εντάθηκε στο τέλος αυτής της περιόδου. Κατά τον 13<sup>ο</sup> αιώνα, το νέο διαθέσιμο σύνολο γνώσεων αποτελούσε χαρακτηριστικό της διανόησης και απασχολούσε τους μεγαλύτερους λόγιους της εποχής. Αυτοί προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν και να εξερευνήσουν το περιεχόμενο των νέων –πολύ ενδιαφερόντων- γνώσεων και την εφαρμογή τους σε ζητήματα της εποχής. Η προσέγγιση των λογίων στις νέες προκλήσεις συνέβαλε στη διαμόρφωση της δυτικής σκέψης. Τα κείμενα του Αριστοτέλη αποτέλεσαν πεδίο ιδιαίτερης μελέτης και έτυχαν διαφορετικής υποδοχής από τα διάφορα Πανεπιστήμια˙ ενδεικτικά, θετικής στην Οξφόρδη, αρνητικής στο Παρίσι. Η παπική εξουσία, αναγνωρίζοντας συγχρόνως και ωφέλειες αλλά και κινδύνους από τα κείμενα αυτά, έφτασε μέχρι και σε διατάγματα απαγορεύσεών τους. Τα έργα του Αριστοτέλη ήταν δύσκολα κατανοήσιμα, και κατά περίπτωση –μέσω των μεταφράσεών τους- με αλλοιωμένα νοήματα. Εντοπίστηκαν σε αυτά αντιθέσεις με την παραδοσιακή χριστιανική σκέψη. Για παράδειγμα, η αιωνιότητα του Σύμπαντος κατά τον Αριστοτέλη έρχονταν σε φαινομενική τουλάχιστον αντίθεση με το χριστιανικό δόγμα της Δημιουργίας. Η αιτιοκρατία της φυσικής φιλοσοφίας και το Πρώτο Κινούν του Αριστοτέλη έρχονταν σε αντίθεση με τη χριστιανική πίστη σε θαύματα. Κατά συνέπεια, τα αιτιοκρατικά στοιχεία της αριστοτελικής φυσικής φιλοσοφίας φαίνονταν ασύμβατα, άρα και αντίθετα και επικίνδυνα προς το χριστιανικό δόγμα καθώς σε αυτή τη φιλοσοφία δεν ταίριαζε η πίστη στην ελευθερία και παντοδυναμία του θεού, στη θεία πρόνοια και στα θαύματα.</p>
<p>Η είσοδος της φιλοσοφίας και στις θεολογικές σχολές άρχισε να επηρεάζει και τη θεολογική μέθοδο. Και ενώ από μερίδα λογίων η είσοδος της φιλοσοφικής αυστηρότητας στη θεολογική συζήτηση θεωρούνταν πρόοδος, μια άλλη μερίδα με παραδοσιακές αντιλήψεις επέμενε στο σαφή διαχωρισμό της αποστολής της φιλοσοφίας και της αποστολής της θεολογίας. Παρόλα αυτά, η αριστοτελική φιλοσοφία, ούσα ιδιαίτερα ελκυστική, δεν κατέστη δυνατό να απαγορευθεί μόνιμα. Καθώς υπήρχε πλέον πρόσβαση στα πλήρη κείμενα του Αριστοτέλη, οι μελετητές του έβρισκαν σε αυτά μια πλήρη θεωρία για την εξήγηση και ανάλυση του Σύμπαντος. Αναζητούνταν λοιπόν η εξομάλυνση των σημείων τριβής, ώστε η αριστοτελική φιλοσοφία να γίνει συμβατή με τη χριστιανική θεολογία και να δρα ως θεραπαινίδα αυτής. Ενδεικτικά, ο Βάκων υποστήριξε ότι η επιστήμη μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B3%CE%AF%CE%B1_%CE%93%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE" target="_blank">Αγίας Γραφής</a> και ότι η θεολογία δεν καταπιέζει τις επιστήμες, αλλά τις αξιοποιεί και τις κατευθύνει προς τους προορισμούς τους.</p>
<p>Ο <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CF%89%CE%BC%CE%AC%CF%82_%CE%91%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82" target="_blank">Θωμάς ο Ακινάτης </a>πίστευε ότι μπορούσε να λύσει το παραπάνω πρόβλημα συμβατότητας, μέσω του καθορισμού της ορθής σχέσης μεταξύ της εθνικής παιδείας και της χριστιανικής θεολογίας. Υποστήριξε ότι οι δυο –μεθοδολογικά διακριτές- θεωρήσεις είναι δυο συμβατές μεταξύ τους οδοί προς την αλήθεια, οδηγώντας ενδεχομένως σε διαφορετικές αλλά όχι αντιφατικές αλήθειες. Ενδεικτικό της παραπάνω περιγραφόμενης προσέγγισης του Θωμά του Ακινάτη είναι το εδάφιο από το κείμενό του: Summa Contra Gentiles, II, 4. Σε αυτό, και σε απολογητικό τόνο, ο Θωμάς υπερασπίζεται τη χριστιανική αλήθεια απέναντι σε αντίθετα πιστεύω, χρησιμοποιώντας κατάλληλα επιχειρήματα.  Για παράδειγμα, αναφερόμενος στη μελέτη των δημιουργημάτων υποστηρίζει πως η επιστήμη τα μελετά αυτά καθαυτά, ως είναι, ενώ η θεολογία μελετά τη σχέση τους με το θεό. Αποδίδει δηλαδή διαφορετικούς ρόλους στη φυσική φιλοσοφία και στη θεολογία κατά τη μελέτη κάθε ζητήματος, σε μια προσπάθεια να τις παρουσιάσει ως συμπληρωματικές και όχι ως ασύμβατες μεταξύ τους.</p>
<p><strong>Η κρίση του 1277, η σταδιακή αποσύνθεση της αριστοτελικής φιλοσοφίας και η ανάδυση της Via moderna του 14<sup>ου</sup> αιώνα</strong></p>
<p>Όπως αναφέρει ο Lindberg (1997, σελ. 349-353), η κοσμολογική εικόνα που υπήρχε από τις λίγες διαθέσιμες πηγές ως το 12<sup>ο</sup> αιώνα, εμπλουτίστηκε στη συνέχεια από τις  μεταφράσεις μεγάλου αριθμού ελληνικών και αραβικών πηγών. Σταδιακά, κεντρική θέση κατέλαβε η αριστοτελική παράδοση, εκτοπίζοντας σιγά-σιγά την πλατωνική και την πρώιμη μεσαιωνική θεώρηση του κόσμου. Πολλά χαρακτηριστικά της αριστοτελικής κοσμολογίας συγχωνεύθηκαν με τις προϋπάρχουσες κοσμολογικές πεποιθήσεις, διαμορφώνοντας την ύστερη μεσαιωνική κοσμολογία. Ενώ όμως κάποιοι –όπως ο Θωμάς ο Ακινάτης- προσπαθούσαν να αναπτύξουν μια φιλοσοφία συμβατή με τη θεολογία, κάποιοι άλλοι ριζοσπαστικοί –όπως ο Σίγκερ[13], που υποστήριξε ότι η αλήθεια της ορθολογιστικής γνώσης μπορεί να έρθει σε αντίθεση με την αλήθεια της θρησκευτικής αποκάλυψης- έφτασαν σε σημείο να αναπτύσσουν φιλοσοφία χωρίς να λαμβάνεται καθόλου υπόψη η θεολογία. Καθώς η ανάπτυξη ακραίου αριστοτελισμού ερχόταν σε έντονη αντίθεση με την ισχυρά εδραιωμένη εκκλησία και θεολογία – οδηγώντας σε κρίση, το 1277 εκδόθηκαν από τον επίσκοπο του Παρισιού –και μετέπειτα αντίστοιχα στην Αγγλία- δυο καταδίκες, με 219 συνολικά απαγορευμένες προτάσεις, πολλές εκ των οποίων αφορούσαν την αριστοτελική φιλοσοφία, αποτελώντας «…<i>επίθεση κατά της αριστοτελικής αιτιοκρατίας και διακήρυξη της παντοδυναμίας και της ελευθερίας του Θεού</i>…» (Lindberg, 1997, σελ. 335).</p>
<p>Οι καταδίκες αυτές, μη έχοντας ως κύριο στόχο την εξάλειψη του αριστοτελισμού, αλλά την επιβολή πειθαρχίας, από τη μια μεριά απέδειξαν το εύρος του συντηρητισμού που ακόμη επικρατούσε, από την άλλη όμως μεριά αναγνώρισαν ό,τι είχε προηγηθεί (σχετικά με την ανάπτυξη της φυσικής φιλοσοφίας). Συγχρόνως, έθεσαν νέα  και επείγοντα ζητήματα, για τα οποία απαιτούνταν περαιτέρω ανάλυση. Στις αρχές του 14<sup>ου</sup> πλέον αιώνα, ο αριστοτελισμός συνεχίζει να υπάρχει, καθώς ανακαλούνται σχετικές με τον Ακινάτη απαγορεύσεις και η αριστοτελική φιλοσοφία εντάσσεται επίσημα σε προγράμματα σπουδών του –σημαντικότερου περί των θεολογικών, της εποχής- πανεπιστημίου του Παρισιού. Συγχρόνως όμως, τίθεται βαθμιαία υπό αμφισβήτηση και αντιμετωπίζεται πλέον με σκεπτικισμό η δυνατότητα της φιλοσοφίας να διατηρήσει το επίπεδο βεβαιότητας των παραδοσιακών αριστοτελικών προτύπων και εξαναγκάζονται η φιλοσοφία και η θεολογία σε μεταξύ τους απεμπλοκή. Επίσης, οι φυσικοί φιλόσοφοι –και οι θεολόγοι- του 14<sup>ου</sup> αιώνα στρέφουν τις αναζητήσεις τους σε ζητήματα σχετικά με τη θεία παντοδυναμία. Σταδιακά, τόσο η φιλοσοφία όσο και η θεολογία απομακρύνονται –προσωρινά- από τα μεγάλα ζητήματα της μεταφυσικής.</p>
<p>Τελικά, με προσεγγίσεις όπως αυτές του <a href="https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%AD%CE%BB%CE%BC%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BC" target="_blank">Όκκαμ</a>[14], συντελείται κατά τον 14<sup>ο</sup> αιώνα μια αποσύνθεση της σύνθεσης που είχε επιχειρηθεί κατά τον 13<sup>ο</sup>. Σχηματίζονται νέες συνάφειες, η επονομαζόμενη Via Moderna των Οκκαμιστών, και η –εντυπωσιακή- πρόοδος πλέον συντελείται στα μαθηματικά, στη φυσική θεωρία και στη λογική. Από τα παραπάνω διαφαίνεται ότι κατά την χρονική αυτή περίοδο υποβαθμίστηκε –χωρίς όμως να αποσυντεθεί πλήρως- η αριστοτελική φυσική φιλοσοφία αλλά συγχρόνως κατέλαβε μόνιμη και καθοριστική θέση ανάμεσα στα βασικά εργαλεία της ανθρώπινης διανόησης για την αντιμετώπιση κοσμολογικών ζητημάτων.</p>
<p><strong>Βιβλιογραφικές αναφορές</strong></p>
<p>Lindberg D. C. (1997), <i>Οι απαρχές της δυτικής επιστήμης</i>, μτφρ. Η. Μαρκολέφας, Αθήνα: Παν/κές Εκδόσεις Ε.Μ.Π..</p>
<p>Nicholas, D. (2000). <i>Η Εξέλιξη του Μεσαιωνικού Κόσμου: Κοινωνία, Διακυβέρνηση και Σκέψη στην Ευρώπη (312-1500). </i>Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ..</p>
<p>Ασημακόπουλος Μ. και Τσιαντούλας Α. (2008). <i>Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη</i> (Τόμος Α’). Πάτρα: Ε.Α.Π..</p>
<div>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p>[1] Σημαντικός αναδείχθηκε ο ρόλος της εμφάνιση της γραφής, ειδικά της αλφαβητικής.</p>
</div>
<div>
<p>[2] Διαμόρφωσαν το γνωσιοθεωρητικό υπόβαθρο για τη μετάβαση από τον μύθο στον λόγο, στην προσπάθεια ερμηνείας της δημιουργίας του κόσμου ή και των φυσικών φαινομένων και στη μελέτη προβλημάτων όπως αυτό της μεταβολής.</p>
</div>
<div>
<p>[3] Θαλής ο Μιλήσιος (630/635-543), ιδρυτής της Μιλησιακής σχολής της φυσικής φιλοσοφίας.</p>
</div>
<div>
<p>[4] Πυθαγόρας ο Σάμιος (570–490), θεμελιωτής των ελληνικών μαθηματικών.</p>
</div>
<div>
<p>[5] Ηράκλειτος ο Εφέσιος (544–484), υποστηρικτής της «συνεχούς αλλαγής» στη φύση.</p>
</div>
<div>
<p>[6] Σωκράτης (470-399), Αθηναίος φιλόσοφος, σημαντικότατη φυσιογνωμία του ελληνικού και παγκόσμιου πνεύματος και πολιτισμού και ένας εκ των ιδρυτών της Δυτικής φιλοσοφίας.</p>
</div>
<div>
<p>[7] Πλάτων (427–347) Αθηναίος φιλόσοφος, μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη.</p>
</div>
<div>
<p>[8] Αριστοτέλης (384-322), Έλληνας φιλόσοφος, μαθητής του Πλάτωνα.</p>
</div>
<div>
<p>[9] Κάρολος ο Μεγάλος ή Καρλομάγνος (742-814), ο σπουδαιότερος βασιλιάς της ομώνυμης δυναστείας (8<sup>ος</sup>–9<sup>ος</sup> αι.) (Nicholas, 2000, σελ. 186).</p>
</div>
<div>
<p>[10] Οι ξένες επιστήμες δεν αξιοποιήθηκαν τελικά από το ίδιο το Ισλάμ, αλλά κατάφεραν –μέσω αυτού- να μεταδοθούν στη χριστιανική Δύση πριν την παρακμή του (Lindberg, 1997, σελ. 255-256).</p>
</div>
<div>
<p>[11] Ενδεικτικά, ο Μποναβεντούρα, αντιτιθέμενος στον αριστοτελισμό, δόμησε ένα συνεκτικό σύστημα απόψεων στηριγμένο στα βασικά αξιώματα της χριστιανικής παράδοσης.</p>
</div>
<div>
<p>[12] Ενδεικτικά, ο Θωμάς ο Ακινάτης αξιοποίησε στη θεολογία τον Αριστοτέλη για τη μελέτη της Αποκάλυψης μέσω αυστηρών επιστημονικών μεθόδων.</p>
</div>
<div>
<p>[13] Σίγκερ ντε Μπραμπάν (1235-1282), καθηγητής της σχολής τεχνών του πανεπιστημίου του Παρισιού.</p>
<p>[14] Γουλιέλμος του Όκκαμ (1280-1349).</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?feed=rss2&#038;p=33</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[Τεύχος 2023 2024]]></series:name>
	</item>
		<item>
		<title>Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912</title>
		<link>https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?p=30</link>
		<comments>https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?p=30#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 25 Oct 2023 18:34:03 +0000</pubDate>
		<dc:creator>3ο Γενικό Λύκειο Αμπελοκήπων</dc:creator>
				<category><![CDATA[Ιστορικά]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?p=30</guid>
		<description><![CDATA[Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912 ήταν ένα σημαντικό γεγονός στην ιστορία της πόλης και της περιοχής, που σχετίζεται με την ευρύτερη ιστορία των Βαλκανίων, <a class="mh-excerpt-more" href="https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?p=30" title="Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912">[...]</a>]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912 ήταν ένα σημαντικό γεγονός στην ιστορία της πόλης και της περιοχής, που σχετίζεται με την ευρύτερη ιστορία των Βαλκανίων, του Βαλκανικού Πολέμου και της Ελληνικής Ιστορίας. Ας δούμε την ιστορία, τους πολέμους και τη σημασία της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης το 1912 πιο λεπτομερώς:</p>
<p>Ιστορία της Απελευθέρωσης:</p>
<p>Η Θεσσαλονίκη βρισκόταν υπό Οθωμανική κυριαρχία για αιώνες, μετά την κατάληψη των Οθωμανών το 1430. Κατά τη διάρκεια του Βαλκανικού Πολέμου, οι Βαλκανικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και του Μαυροβουνίου, συνεργάστηκαν για να απελευθερώσουν τις περιοχές που είχαν κατακτηθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.</p>
<p>Οι ελληνικές δυνάμεις, υπό την ηγεσία του βασιλιά Κωνσταντίνου, εισέβαλαν στη Μακεδονία και κατάληξαν στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου 1912. Αυτή η επιτυχία σηματοδότησε την επιστροφή της πόλης στην ελληνική κυριαρχία μετά από αιώνες τουρκικής κυριαρχίας.</p>
<p>Πολέμοι των Βαλκανίων:</p>
<p>Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι το 1912-1913 αντιπροσώπευσαν μια σειρά συγκρούσεων μεταξύ των Βαλκανικών χωρών που επιθυμούσαν να απελευθερώσουν τις εθνικές τους περιοχές από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος (1912) ήταν ο πρώτος βήμα προς αυτήν την απελευθέρωση. Ακολούθησε ο δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος το 1913, με συγκρούσεις μεταξύ των νεοσυσταθέντων βαλκανικών κρατών για τα σύνορα.</p>
<p>Σημασία της Απελευθέρωσης:</p>
<ol>
<li>Εθνική Ανεξαρτησία: Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης συμβόλιζε την εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδας. Ήταν ένας συμβολικός τρόπος να αποκατασταθεί η ελληνική κυριαρχία στην περιοχή και να απομακρυνθεί η Οθωμανική κυριαρχία.</li>
<li>Ενοποίηση της Μακεδονίας: Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης συνέβαλε στην ενοποίηση της μακεδονικής περιοχής υπό ελληνική κυριαρχία, με την αποκατάσταση του ελληνικού κράτους στην περιοχή και την ενοποίηση της ελληνικής κοινότητας.</li>
<li>Πολυπολιτισμικότητα: Η Θεσσαλονίκη ήταν πολυπολιτισμική και πολυθρησκευτική κατά την Οθωμανική περίοδο. Η απελευθέρωση δημιούργησε προκλήσεις σχετικά με τη συνύπαρξη διαφόρων κοινοτήτων στη νέα ελληνική πραγματικότητα.</li>
<li>Οικονομική Ανάπτυξη: Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ενίσχυσε την οικονομική ανάπτυξη της πόλης, καθώς ανακτήθηκε ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο και λιμάνι.</li>
<li>Πολιτιστική Κληρονομιά: Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης επηρέασε την πολιτιστική κληρονομιά της πόλης, με τη δημιουργία νέων κτιρίων και υποδομών και την εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού στην περιοχή.</li>
</ol>
<p>Συνολικά, η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912 είχε βαθιές και πολυδιάστατες επιπτώσεις στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ιστορία της πόλης και της περιοχής, καθώς και στην ευρύτερη ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα.</p>
<p>Πηγή: ChatGPT</p>
<p><a href="https://www.cnn.gr/focus/story/334376/san-simera-26-oktovriou-thessaloniki-mia-apeleftherosi-pou-paraligo-na-min-symvei-pote">Περισσότερα&#8230;</a></p>
<div id="gtx-trans"></div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://schoolpress.sch.gr/3lykampe/?feed=rss2&#038;p=30</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
	
		<series:name><![CDATA[Τεύχος 2023 2024]]></series:name>
	</item>
	</channel>
</rss>
