«Ένα ταξίδι στο παρελθόν της πόλης μας»
Στο πλαίσιο της δράσης του ενεργού πολίτη, η οποία υλοποιήθηκε μέσω των μαθημάτων της Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής και των Εργαστηρίων Δεξιοτήτων,«η τοπική ιστορία» έγινε η αφορμή για τους μαθητές της Γ΄ Γυμνασίου να ανακαλύψουν αλλά και να δημιουργήσουν.
Οι μαθητές εστιάζοντας σε κτίσματα της περιοχής μας, ερεύνησαν το παρελθόν τους και ανέδειξαν τη σημασία τους για την ταυτότητα του τόπου. Κατόρθωσαν να συνδυάσουν τη γνώση με την καλλιτεχνική έκφραση, καθώς κάποιοι αποτύπωσαν τα κτίσματα μέσα από ζωγραφιές, προσδίδοντάς τους μια προσωπική ματιά. Η δράση αυτή αποτέλεσε μια ουσιαστική εμπειρία, που έφερε τους μαθητές πιο κοντά στην ιστορία του τόπου τους και ενίσχυσε την ενεργή συμμετοχή τους στη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Οι μικροί αυτοί καλλιτέχνες μας παρουσιάζουν μέσα από τα έργα τους τον Πύργο του ρολογιού, τον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το Λαογραφικό μουσείο, την Τσανάκλειο και to Ιμαρέτ.

Φιλιππίδου Χρύσα
Ο πύργος του ρολογιού
Βρίσκεται στο κέντρο της πόλης- στην καρδιά της ιστορικής αγοράς της Κομοτηνής- δίπλα στο Γενί Τζαμί, άλλωστε αποτελούσε μέρος του συγκροτήματός του.
Έχει ύψος 25μ και διαθέτει τέσσερις ωρολογόπλακες ώστε να είναι εμφανής η ώρα από όλες τις πλευρές. Είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ιστορικά μνημεία της πόλης αλλά έχει χαρακτηριστεί ως «ιστορικός τόπος» από το Υπουργείο Πολιτισμού.
Χρονολογείται από τον 19ο αι. και αποτελεί δείγμα του οθωμανικού εκσυγχρονισμού του 1884 (Τανζιμάτ). Συγκεκριμένα κατασκευάστηκε την περίοδο 1884-1885 μάλλον από τον Αμπντούλ Καδίρ Κεμάλ Πασά και το έργο αφιερώθηκε στον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β’. Στον πύργο υπήρχε και οθωμανική επιγραφή στα αραβικά, αφιερωμένη στον σουλτάνο.
Χτίστηκε για να βοηθά στον συντονισμό των θρησκευτικών προσευχών αλλά και των εμπορικών δραστηριοτήτων.
Σημαντικές αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις έγιναν τη δεκαετία του 1950 και ο πύργος του ρολογιού πήρε τη σημερινή του μορφή.

Τερζίδου Δήμητρα
Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Βρίσκεται μέσα στα ερείπια του Φρουρίου της Κομοτηνής.
Η ανοικοδόμησή του έγινε το 1800-1830 αφού δόθηκε ειδική άδεια από τις οθωμανικές αρχές.
Πιθανόν να χτίστηκε πάνω στα ερείπια μιας μεταβυζαντινής εκκλησίας του 1548 ενώ η χρηματοδότηση έγινε από Έλληνες εμπόρους και τοπικές συντεχνίες.
Έπρεπε να κατασκευαστεί «διακριτικά» δηλ δεν έπρεπε να είναι επιβλητική εξωτερικά και να μην υπερβαίνει οπτικά τα μουσουλμανικά τεμένη γι΄αυτό και είχε χαμηλό εσωτερικό ύψος, δεν είχε επιβλητικό τρούλο και καθόλου καμπαναριό, το οποίο προστέθηκε στη συνέχεια και σε απόσταση από τον ναό.
Παρά τους περιορισμούς η εκκλησία αποτέλεσε βασικό κέντρο του ελληνισμού της περιοχής.
Ο ναός γιορτάζει τον Δεκαπενταύγουστο με την περιφορά της εικόνας της Παναγίας την παραμονή σε κεντρικούς δρόμους της πόλης.
Από την παραμονή της 14ης Μαΐου και για λίγες μέρες, κάθε χρόνο, ο ναός φιλοξενεί τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Βαθυρρύακος, σημαντικό θρησκευτικό γεγονός στην πόλη.
Μεγάλη συντήρηση στον ναό έγινε το 2020 που ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2024.
Μιχαηλίδη Ιωάννα
Τσανάκλειος (Μέγαρο Τσανακλή)
Επιβλητικό οικοδόμημα της τελευταίας περιόδου του εκλεκτικισμού στην οδό Δημοκρίτου 17, που ανεγέρθηκε για να χρησιμεύει ως εκπαιδευτήριο με δαπάνες του απόδημου Κομοτηναίου ευεργέτη Νέστωρα Τσανακλή. Το κτίριο εγκαινιάστηκε το 1907 και στη συνέχεια, στεγάστηκαν εκεί διαδοχικά το Ορφανοτροφείο (1919), η Γενική Διοίκηση Θράκης (1922-1945), η Νομαρχία Ροδόπης (1945-1972) και η Πρυτανεία του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης ως το 2000. Σήμερα στεγάζεται βιβλιοθήκη που έχει πολλά βιβλία και περιοδικά για όλες τις ηλικίες, καθώς και έναν ήσυχο χώρο για διάβασμα. Στον δεύτερο όροφο, στεγάζεται το μουσείο Καραθεοδωρή όπου εκτίθεται μια σπάνια συλλογή που αναδεικνύει την παγκόσμια εμβέλεια του Έλληνα μαθηματικού. Τα κύρια εκθέματα περιλαμβάνουν: χειρόγραφη αλληλογραφία σπάνιες εκδόσεις, προσωπικά αντικείμενα, οικογενειακό αρχείο, ερευνητικό υλικό.
Ραψωμανίκης Απόστολος
Λαογραφικό Μουσείο Κομοτηνής
Το Λαογραφικό Μουσείο Κομοτηνής ανήκει στο Μορφωτικό Όμιλο Κομοτηνής και λειτουργεί από το 1962. Από το 1989 στεγάζεται στο αρχοντικό Πεΐδη, που είναι χαρακτηριστικό δείγμα τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής και αναστηλώθηκε υποδειγματικά. Οι εγκαταστάσεις του Μουσείου επεκτάθηκαν στο όμοιας αρχιτεκτονικής μορφής αρχοντικό της οικογένειας Ψαρά, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι.
Μέσα από τα εκθέματά του αναβλύζει η ζωντάνια και η ομορφιά της θρακιώτικης τέχνης των πόλεων και της υπαίθρου. Τα αντικείμενα της πλούσιας συλλογής του απλώνονται στους δύο ορόφους, το υπόγειο και το υπόστεγο της αυλής. Οι παραδοσιακές φορεσιές, τα κεντήματα, τα κομψοτεχνήματα από χαλκό, ξύλο, πυλό και ασήμι, τα γεωργικά εργαλεία, τα σύνεργα της τέχνης παραδοσιακών επαγγελμάτων, τα είδη οικιακής χρήσης που συγκεντρώθηκαν με πολύ προσοχή, δίνουν ανάγλυφα την εικόνα της παραδοσιακής ελληνικής Θράκης. Πολλά από αυτά όμως προέρχονται και από την Ανατολική και Βόρεια Θράκη καθώς και από τις αλησμόνητες περιοχές της Μ. Ασίας.
Ξεχωριστή θέση κατέχουν τα προσωπικά κειμήλια του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου του από Τραπεζούντος (γεννήθηκε στην Κομοτηνή), εικόνα μεγάλων διαστάσεων του 18ου αι. με απεικόνιση του Χριστού, της Παναγίας, της Αγίας Άννας και Προφητών, καθώς και ασημένια λειψανοθήκη άριστης τέχνης.

Καφαλής Χρήστος
Ιμαρέτ
Αξιόλογο κτίσμα με ιστορική και αρχιτεκτονική αξία, που βρίσκεται στα δυτικά της οδού Φιλικής Εταιρείας στην Κομοτηνή. Μάλλον πρόκειται για έργο των Ελλήνων χτιστών. Σύμφωνα με παλιά τοπική παράδοση στο σημείο αυτό υπήρχε ναός της Αγίας Σοφίας, και φαίνεται ότι τμήματα του ναού ενσωματώθηκαν στο κτίσμα αυτό που ίδρυσε στην Κομοτηνή ο πορθητής της, εξισλαμισμένος χριστιανός, Γαζί Εβρενός Μπέη (1363) κοντά στα ανατολικά τείχη του βυζαντινού κάστρου των Κουμουτζηνών.
Το Ιμαρέτ (Πτωχοκομείο) παρείχε δωρεάν τροφή ακόμα και σε ταξιδιώτες. Φιλοξένησε αρκετούς Οθωμανούς περιηγητές, ανάμεσα τους και τον Εβλιγία Τσελεμπί. Το 19ο αιώνα και κατά την διάρκεια της κατοχής της πόλης από τους Βούλγαρους το ανατολικό διαμέρισμα του Ιμαρέτ μετατράπηκε σε εκκλησία.
Από το 1999 στο μνημείο αυτό στεγάζεται το Εκκλησιαστικό Μουσείο Ιεράς Μητρόπολης Μαρωνείας και Κομοτηνής.
Μαρία Λυδία Δεμερτζίδη
Το Εσκί Τζαμί
-
Οθωμανικό μνημείο που βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόλης και αποτελεί σύμβολο της πολυπολιτισμικότητας της Θράκης στην οποία και συνυπάρχουν διαφορετικές θρησκείες και πολιτισμοί
-
Ονομάζεται «παλαιό» αν και είναι νεότερο από το Γενί Τζαμί. Χρονολογείται από το 1608/9 ή το 1677/78 (σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπή). Πιθανόν να είναι το πρώτο Τζαμί της πόλης που αρχικά ιδρύθηκε ως χώρος προσευχής των μουσουλμάνων (μεστζίτ) από τον Γαζή Αχμέτ Εβρενός
-
Σύμφωνα με απογραφή της Αδριανούπολης του 1892, στο τζαμί υπήρχε μια επιγραφή- σε γραφή που δεν ήταν οθωμανική- πράγμα που πιθανολογεί την ύπαρξη βυζαντινού ναού στη θέση του αρχικού χώρου προσευχής από τον Εβρενός
-
Ανακαινίστηκε το 1854
-
Επί Βουλγαρικής κατοχής το τέμενος μετατράπηκε σε εκκλησία ενώ καταστράφηκε μέρος του μιναρέ
-
Κατά τη γαλλική διοίκηση στην πόλη, επιστράφηκε στη μειονότητα (1919-1920) και ξανακτίστηκε ο κατεστραμμένος μιναρές και οι δυο εξώστες του. Αυτό που του προσδίδει μια ιδιαίτερη μοναδικότητα είναι ότι είναι το μόνο τζαμί που ο μιναρές του έχει δύο εξώστες.
Λέσχη Κομοτηνής
Η λέσχη Κομοτηναίων ξεκίνησε να λειτουργεί από το 1921 δηλαδή εδώ και 105 χρόνια. Το κτίριο ξεκίνησε ως σημείο συνάντησης του συλλόγου «Η ένωσις» και αποτελούσε σημείο αναφοράς της πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της Κομοτηνής. Ήταν ένα ιδιωτικό καφέ, ένας χώρος συνάθροισης. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, χτισμένο τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας. Σήμερα θεωρείται μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας. Εντός του κτηρίου υπάρχουν εντυπωσιακές κολόνες, εντυπωσιακές σκάλες και μεγάλα παράθυρα. Στον χώρο αυτό γίνονται συχνά εκδηλώσεις, πολλές παρουσιάσεις βιβλίων και θεατρικές βραδιές.
Σιδηροδρομικός σταθμός Κομοτηνής
Η πρώτη κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής για την ένωση της Βόρειας Ελλάδας άρχισε το 1874 με γραμμή Θεσσαλονίκης – Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη) έως Κωνσταντινούπολη. Η χρηματοδότηση των έργων κατασκευής εξασφαλίστηκε από την εταιρία που ίδρυσε ο Βαρόνος Maurice de Hirsch, τραπεζίτης με διεθνείς διασυνδέσεις.
Το 1896 ολοκληρώθηκε το σιδηροδρομικό δίκτυο κι έτσι η Θεσσαλονίκη εξασφάλισε κατευθείαν σύνδεση με την Κωνσταντινούπολη μέσω των μεγάλων οικονομικών κέντρων Σερρών, Δράμας, Ξάνθης, Κομοτηνής, Σουφλίου, Διδυμοτείχου, Αδριανούπολης αλλά και με τα μεγάλα αστικά κέντρα της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης
Η δημιουργία της σιδηροδρομικής γραμμής στη Θράκη έγινε με σκοπό τη γρήγορη μεταφορά των στρατιωτών στα βαλκανικά μέτωπα και την αποφυγή θαλάσσιων επιθέσεων γι΄αυτό και όλοι οι ενδιάμεσοι σταθμοί βρίσκονται μακριά από τη θάλασσα.
Ο σταθμός της πόλης μας άρχισε επίσημα τη λειτουργία του το 1900 ως μέρος αυτής της σιδηροδρομικής γραμμής ενισχύοντας το εμπόριο, την επικοινωνία και την κινητικότητα των κατοίκων ενώ βοήθησε και στην αστική ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της Κομοτηνής. Διέθετε δυο αποβάθρες και πέντε γραμμές.
Στα πρώτα χρόνια εξυπηρετούσε κυρίως εμπορικές και στρατιωτικές ανάγκες, καθώς το τρένο αποτελούσε βασικό μέσο μεταφοράς ανθρώπων και προϊόντων.
Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και την ενσωμάτωση της Θράκης στον εθνικό κορμό ο σταθμός εντάχθηκε στο εθνικό σιδηροδρομικό δίκτυο και συνέχισε να αναπτύσσεται.
Το 1971 ο σταθμός πέρασε στον ΟΣΕ ενώ σήμερα υπάρχει μόνο το κτίριο που θυμίζει την παλιά σημαντική λειτουργία του καθώς δεν κυκλοφορεί πλέον κανένα τρένο από Ξάνθη μέχρι Αλεξανδρούπολη.
Εκτός από τον σημαντικό τους ρόλο στην ανάπτυξη της Βόρειας Ελλάδας, οι σιδηροδρομικοί σταθμοί υπήρξαν σημεία άφιξης και η πρώτη εικόνα που αντίκριζε κάθε ιστορική μορφή που επισκεπτόταν ένα τόπο.
https://komotini.gr/istoria-politismos/istoriki-anadromi
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BD%CE%AE











