της Συντακτικής Ομάδας
«Φτωχιά μου, Νέα Ιωνία, στα μάτια σου είδα το φως, στους δρόμους και στα καφενεία ο κάθε φίλος, αδελφός. Και μου λέγανε ιστορίες στη μικρή μου την αυλή δυο γερόντοι από τον Πόντο, μια γριούλα από το Αϊβαλί Γλυκιά μου, Νέα Ιωνία, ποτέ μου δεν θα σ” αρνηθώ, μέσα στα γκρίζα δειλινά σου πάντα θα υπάρχω και θα ζω».
O Στέλιος Καζαντζίδης τραγούδησε τους καημούς, τα όνειρα, τις ελπίδες, την Ιστορία της πόλης μας, της Νέας Ιωνίας, της προσφυγούπολης που εξελίχθηκε σε αυτή που είναι σήμερα.
Η ιστορία της πόλης μας είναι πλούσια σε πόνο, φτώχεια, αγώνα αλλά και κουράγιο, δύναμη, κοινωνική αντοχή και μεγάλες επιτυχίες. Όλα ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 1922, όταν οι κάτοικοι της Σπάρτης της Μικράς Ασίας αναγκάζονται να αφήσουν τα σπίτια τους και να ακολουθήσουν το υπόλοιπο προσφυγικό ρεύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Έπειτα από μια περιπετειώδη πεζοπορία οκτώ ημερών, οι Σπαρταλήδες, υπό την ηγεσία του ιερέα Παπαϊωακείμ Πεσματζόγλου, φτάνουν σώοι στην Αττάλεια και από εκεί, περνούν στην Ελλάδα.
Τον πρώτο καιρό μένουν όπου βρουν, όπως οι υπόλοιποι, σε πλατείες, σχολεία, θέατρα και τον Μάρτιο του 1923 εγκαταστάθηκαν στους Ποδαράδες, τη σημερινή Νέα Ιωνία, όπου τότε έμεναν μόλις οκτώ οικογένειες, βοσκοί και καλλιεργητές του κτήματος
Οι πρώτες 500 οικογένειες του 1923 έγιναν μέσα σε λίγα χρόνια 16.382 κάτοικοι. Λέγεται ότι η ανάπτυξη ενός ταπητουργικού κέντρου στον προσφυγικό καταυλισμό ήταν εξαρχής στο μυαλό των προσφύγων και της ΕΑΠ, γι” αυτό και διάλεξαν τη συγκεκριμένη περιοχή απ” όπου περνούσε ο ποταμός Ποδονίφτης και είχε πολλά νερά, απαραίτητο στοιχείο για τη δημιουργία των χαλιών.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 η Νέα Ιωνία διαθέτει 28 ταπητουργεία, και 1.000 εργάτες, χωρίς να υπολογίζονται αυτοί που δουλεύουν στα «φασόν». Κάπου εκεί, όμως, η ταπητουργία της Ν. Ιωνίας θα δεχτεί μεγάλο πλήγμα από την οικονομική κρίση στις ΗΠΑ και τον ανταγωνισμό των τουρκικών και περσικών χαλιών. Παρ” όλα αυτά, η βιομηχανική ζώνη της Ελευθερούπολης θα επιδείξει μεγάλη προσαρμοστικότητα και θα επιβιώσει, κάνοντας στροφή στη βαμβακουργία.
Εκείνη την εποχή η Νέα Ιωνία έχει φθάσει τους 24.000 κατοίκους.. Λίγα χρόνια μετά προστίθεται στα όρια του δήμου και η Καλογρέζα. Η εικόνα της Νέας Ιωνίας ως «Μάντσεστερ της Ελλάδας» φθάνει στην ακμή της μετά τον Εμφύλιο.
Στην αρχή της δεκαετίας του 1950 λειτουργούσαν περίπου 500 εργοστάσια και βιοτεχνίες στην περιοχή με 7.000 εργατικό προσωπικό, μιλάμε για βιομηχανική εργατούπολη.
Η φυσιογνωμία της περιοχής αλλάζει σιγά-σιγά. Η συγκέντρωση πολλών εσωτερικών μεταναστών αλλοιώνει τον προσφυγικό χαρακτήρα, ενώ με την εμφάνιση του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου στην πόλη το 1956 και τη δημιουργία τριών σταθμών (Νέα Ιωνία, Πευκάκια, Περισσός) ξεκινά να αναπτύσσεται μια αγορά που εμφανίζει υπερτοπικά χαρακτηριστικά.
Όμως η αντιπαροχή εκτοπίζει τις προσφυγικές κατοικίες χάριν των πολυκατοικιών και των εμπορικών κέντρων. Έχουν εμφανιστεί ήδη κοσμικά κέντρα, κινηματογράφοι, τράπεζες, εφημερίδες, καλλιτεχνικοί και αθλητικοί όμιλοι κ.ά.
Τη δεκαετία του 1980 έρχεται η αποβιομηχανοποίηση και η στροφή προς τις υπηρεσίες. Είναι η δεύτερη μεταμόρφωση της πόλης που ξεκίνησε ως προσφυγικός καταυλισμός, εξελίχθηκε σε βιομηχανική εργατούπολη και κατέληξε εμπορικό κέντρο. Η προσαρμοστικότητα και η ανθεκτικότητά της είναι αξιοθαύμαστη σε όλα στα στάδια της ζωής της.



