ΓΚΕΡΜΠΟΥΡΑ ΕΥΑΝΘΙΑ – ΔΡΟΣΟΥ ΜΑΡΙΑ -ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ
Κάποτε, σε ένα μακρινό νησί του Αιγαίου ζούσε ανέμελα μαζί με την οικογένειά της ένα μικρό κορίτσι η Αμέλια. Εκεί, αυτή και η οικογένειά της ήταν ευτυχισμένοι και εκείνη έπαιζε καθημερινά με τους καλύτερούς της φίλους. Μια μέρα, αφού γύρισε η Αμέλια από το σχολείο, οι γονείς της τής ανακοίνωσαν πως αποφάσισαν να μετακομίσουν στην Αθήνα, διότι ο πατέρας της βρήκε μια καλύτερη δουλειά. Το κοριτσάκι ακούγοντας την είδηση στεναχωρήθηκε πολύ, γιατί θα έχανε όλους τους φίλους της και το πανέμορφο νησί της. Λίγες μέρες αργότερα, κατέφτασε μαζί με τους γονείς της στην πολύβουη Αθήνα. Αφού εγκαταστάθηκαν στο καινούργιο τους σπίτι, η Αμέλια πήγε μαζί με τους δικούς της να γνωρίσει το νέο της σχολείο.
Τα πράγματα όμως ήταν χειρότερα από ό,τι περίμενε. Τα παιδιά δεν την υποδέχτηκαν με χαρά, ούτε την καλοδέχτηκαν στην τάξη. Δεν της μιλούσαν καν, την κορόιδευαν, την αγνοούσαν και η Αμέλια περνούσε τις ώρες της εκεί απομονωμένη και δυστυχισμένη. Γύριζε στο σπίτι της, κλεινόταν στο δωμάτιο της και έκλαιγε. Πήγαινε στο σχολείο με το ζόρι αλλά δεν έλεγε τίποτε στη μαμά της και στον μπαμπά της, ούτε στις δασκάλες της. Ήταν τόσο θλιμμένη και μελαγχολική! Νοσταλγούσε τις όμορφες μέρες στο νησάκι της! Της έλειπαν τόσο οι συμμαθητές της! Μια μέρα, την ώρα που σχόλασαν, τα παιδιά πήραν την σχολική τσάντα της Αμέλιας και την πέταξαν στον κάδο των απορριμμάτων. Εκείνη προσπαθούσε, μάταια, να τη βγάλει από εκεί και οι «δράστες» την περιγελούσαν. Όμως δεν αντέδρασε. Έκλαιγε βουβά και προσπαθούσε να πάρει την τσάντα της και να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Εκείνη όμως τη στιγμή, έφτασε ο πατέρας της. Της φώναξε για να πάει κοντά του. Η Αμέλια έτρεξε γρήγορα προς το μέρος του και χώθηκε στην αγκαλιά του. Ο μπαμπάς της τη ρωτούσε τι έχει αλλά εκείνη δεν έλεγε τίποτα….. Μόνο έκλαιγε ασταμάτητα.
Ένας μαθητής από μία μεγαλύτερη τάξη που έβλεπε καθημερινά την άσχημη συμπεριφορά των συμμαθητών της Αμέλιας απέναντί της , πήρε το θάρρος και πήγε να τα πει όλα στον πατέρα της.
Τα παιδιά βλέποντας τη σκηνή αυτή φοβήθηκαν τις συνέπειες και έφυγαν ντροπιασμένα. Η Αμέλια παρακάλεσε τον πατέρα της να μην πει τίποτε ακόμη στην δασκάλα της κι εκείνος της το υποσχέθηκε, με την προϋπόθεση ότι δεν θα το άφηνε έτσι, αν αυτή η συμπεριφορά συνεχιζόταν.
Την επόμενη μέρα, που η Αμέλια πήγε στο σχολείο και οι συμμαθητές της είδαν ότι δεν έγινε θέμα και δεν έφτασε στα αυτιά της δασκάλας τους, ένιωσαν ντροπή για ότι όσα της έκαναν και εκτίμησαν τον χαρακτήρα και τη χρυσή καρδιά της. Στο πρώτο διάλειμμα της ζήτησαν συγνώμη, της είπαν πόσο άσχημα νιώθουν για όλα και της ζήτησαν να κάνουν μία καινούργια αρχή. Τότε το πρόσωπο της Αμέλιας έγινε χαρούμενο και δέχτηκε με πολλή χαρά ό,τι άκουσε.
Από εκείνη την ημέρα, λοιπόν, έγιναν μια μεγάλη παρέα, αγαπημένη και δεμένη. Η Αμέλια ένιωθε και πάλι όμορφα, όπως τότε που ζούσε στο μικρό νησάκι της.
