Μάρτης μήνας ήταν
καθώς ξημέρωνε, πρωί.
Το τρένο είχε πάρει ήδη
τον δρόμο για επιστροφή.
Γέροι, νέοι και παιδιά
γέμιζαν τα βαγόνια με ελπίδα και χαρά.
Γεμάτοι με όνειρα και αισιοδοξία.
μα πού να ήξεραν πως θα “ρθει η δυστυχία.
Κοιτώντας στο παράθυρο το βράδυ
περίμεναν η ώρα να περάσει
για να σμίξουν ξανά
με τα άτομά τους τα αγαπητά.
Λίγα χιλιόμετρα πριν φτάσουν
ποιος φανταζόταν έτσι άδοξα πως τη ζωή θα χάσουν.
Τηλέφωνα, μηνύματα και κινητά χτυπούσαν
μα του φόβου τα συναισθήματα επικρατούσαν.
Θα σε πάρω όταν φτάσω
ήταν η τελευταία φράση.
Μα αυτή η μάνα το παιδί της
με τι καρδιά θα θάψει.
Σπίτια γεμάτα ζεστασιά
γέμισαν πόνο κι έναν κόμπο στην καρδιά.
Μα μην ανησυχείς, μαμά,
θα τα ξαναπούμε κάποτε εκεί ψηλά.
Στεφανία, Θένια (Γ2)

