Τοπικό Ιδίωμα

Λέξεις και εκφράσεις του Ευρώτα

Εισαγωγή

Το παρόν λεξιλόγιο αποτελεί καρπό συλλογικής εργασίας μαθητών και μαθητριών της Γ΄ Γυμνασίου του Δήμου Ευρώτα, στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Γλώσσας. Με αφορμή τη διδασκαλία της γλώσσας και τη σύνδεσή της με την προφορική παράδοση, οι μαθητές και οι μαθήτριες κατέγραψαν λέξεις, φράσεις και εκφράσεις που άκουγαν στο οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον: από παππούδες, γιαγιάδες, συγγενείς και ανθρώπους της καθημερινότητας.

Οι λέξεις αυτές ανήκουν στο τοπικό ιδίωμα της περιοχής του Δήμου Ευρώτα και αποτυπώνουν έναν πλούτο γλωσσικό αλλά και πολιτισμικό. Μέσα από αυτές αναδεικνύονται τρόποι ζωής, αγροτικές και κτηνοτροφικές ασχολίες, συναισθήματα, χιούμορ, αυστηρότητα, τρυφερότητα και σοφία μιας άλλης εποχής. Η εργασία αυτή δεν έχει μόνο γλωσσικό χαρακτήρα· λειτουργεί και ως μια μικρή πράξη διάσωσης της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου μας.

Για λόγους μελέτης και οργάνωσης, το υλικό ταξινομήθηκε σε τρεις βασικές κατηγορίες: ουσιαστικά, εκφράσεις και λέξεις/τύπους ντοπιολαλιάς.


Ουσιαστικά

Αερικό · Αγιογδύτης · Αγιάτικος · Βαγιούλι · Γέννημα · Γιούκος / Μπανοκασέλα · Γκερεμές (τζερεμές) · Διακονιάρης · Κακάβι · Κακαβολύθρι · Καμαρούλα · Καμουτσίκι · Καντάρι · Κατώι · Κοπανέλι · Κουμάντο · Κουτούκι · Κούρσα · Μανάρι · Μαρκάλημα · Μέρος · Μοσχόπουλο · Μπουρούσι · Μπιμπελό · Μπούζι · Νεροτριβή · Ντουρβάς · Προσκέφαλο / Προσκεφάλι · Σάλα · Σκάφη · Σκαφίδι · Σκουτιά · Σοφράς · Σούδα · Στόφα · Ταγάρι · Τέμπλα · Τέτζερας · Τσέλιγκας · Τσιούπα / Τσιουπί · Τσουράπι · Χτικιάρης · Γιαλός


Εκφράσεις

Σούρνει τα πόδια του · Τσακίρ κέφι · Πασά μου / κοκόνα μου · Κακός μπελάς · Καμάρι μου · Να ’σαι γέρος / γερή · Κάτσε χάμω · Παλουκώσου κάτω · Σίμπησε τη φωτιά · Κάργα γεμάτη · Τα παιδιά είναι μπίτι άφταιγα · Κάνει λάβρα · Η μύτη σου τρέχει καντάρια · Θα σε περονιάσει · Θα πλευριτωθείς · Σβήνει το καντήλι μου · Τρω ψίο · Μια δόση · Μπίτι για μπίτι


Λέξεις και τύποι ντοπιολαλιάς

Αγναντεύω · Αντάρα · Αραδιασμένα · Άφταιγος · Δε νογάς · Εφτούνο / Εφτούνος · Ζο / Ζα · Ξαστεριά · Ξεγερεύω · Ξενοαδερφός / Ξενοαδερφή · Ξεσυνερίζομαι · Ξημερώματα · Παραμύθιζα · Πελεκάω · Πιλαλάω · Πιτσιρικάς / Πιτσιρίκι · Σκιάχτηκα · Σκανταλιάρης · Σμπαράλια · Συμμάζεψε · Τσαχπίνης · Τυλώνομαι · Φαρμακώνω


Η εργασία αυτή δείχνει πως η γλώσσα δεν είναι μόνο σχολικό αντικείμενο, αλλά ζωντανή εμπειρία που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά και συνδέει το παρελθόν με το παρόν.

Αλφαβητική λίστα

Αερικό = η νεράιδα, το πνεύμα
Αγιογδύτης = άπληστος, εκμεταλλευτής
Αγιάτικος = ανεπρόκοπος
Αγναντεύω = ατενίζω · αγνάντεμα = σημείο θέας
Αντάρα = χαμηλά σύννεφα σε κακοκαιρία
Αραδιασμένα = απλωμένα πράγματα
Άφταιγος = αυτός που δεν φταίει (κυρίως για παιδιά)

Βαγιούλι = πάνινη πετσέτα

Γέννημα = το σιτάρι
Γιούκος / Μπανοκασέλα = μπαούλο με στρώσεις προίκας
Γκερεμές (τζερεμές) = κατεργάρης

Δε νογάς = δεν καταλαβαίνεις
Διακονιάρης = ζητιάνος · διακονεύω = ζητιανεύω

Εφτούνο / εφτούνος = αυτό / αυτός

Ζο / Ζα = το ζώο / τα ζώα

Η θεριστική = (στη χρήση της γιαγιάς) πολυβόλο
Θα σε περονιάσει = θα σε διαπεράσει το κρύο/η υγρασία
Θα πλευριτωθείς = το κρύο θα σε χτυπήσει στα πλευρά

Κακός μπελάς = μεγάλος μπελάς
Κακάβι = μικρό καζάνι
Κακαβολύθρι = πέτρες-σιδεροστιές για καζάνια
Καμάρι μου = πολύ τρυφερή προσφώνηση
Καμαρούλα = μικρό υπνοδωμάτιο
Καμουτσίκι = μαστίγιο με λαβή
Κάνει λάβρα = κάνει ζέστη
Καντάρι = μεγάλη ποσότητα (παλιά μονάδα βάρους)
Κάργα = τελείως, πάρα πολύ
Κατώι = υπόγειο
Κοπανέλι = ξύλινο σφυρί
Κοτζάμ = πολύ μεγάλος
Κουμάντο = ευθύνη, διαχείριση
Κουτούκι = γεμάτος, χοντρός άνθρωπος
Κούρσα = σεντάν αυτοκίνητο

Μανάρι = πρόβατο ή κατσίκι
Μαρκάλημα = ζευγάρωμα ζώων / πείραγμα
Μέρος = τουαλέτα (παλιά εκτός σπιτιού)
Μια δόση = μία φορά
Μοσχόπουλο = καλό παιδί
Μπουρούσι = καρούμπαλο
Μπιμπελό = διακοσμητικό
Μπούζι = παγωμένο (μόνο για νερό)

Να ’σαι γέρος / γερή = ευχή
Νεροτριβή = γούρνα πλυσίματος με ορμή νερού
Ντουρβάς = φορητός σάκος σίτισης ίππων

Ξαστεριά = καθαρός νυχτερινός ουρανός
Ξεγερεύω = παχαίνω
Ξενοαδερφός / ξενοαδερφή = ετεροθαλής αδελφός/ή
Ξεσυνερίζομαι = θυμώνω, ενοχλούμαι
Ξημερώματα = πολύ νωρίς το πρωί

Παλάτζα → Παλάντζα = ζυγαριά χειρός
Παλουκώσου κάτω = κάτσε κάτω (επιτακτικά)
Παραμύθιζα = έλεγα ιστορίες
Πασά μου / κοκόνα μου = χαϊδευτικά
Πελεκάω = χτυπώ · «πελέκα το φαΐ» = φά’ το όλο
Πιλαλάω = τρέχω · πιλάλα = τρέξιμο
Πιτσιρικάς / πιτσιρίκι = παιδί
Προσκέφαλο / προσκεφάλι = μαξιλάρι

Σάλα = σαλόνι
Σβήνει το καντήλι μου = πλησιάζει το τέλος της ζωής
Σία κάτου = εκεί κάτω
Σία πέρα = εκεί πέρα
Σίμπησε τη φωτιά = αναζωπύρωσε τη φωτιά
Σκαφίδι = δοχείο ζύμωσης
Σκάφη = δοχείο πλυσίματος ρούχων
Σκανταλιάρης = αυτός που κάνει αταξίες
Σκιάχτηκα = φοβήθηκα
Σκουτιά = καθημερινά ρούχα
Σμπαράλια = εντελώς χαλασμένο
Σοφράς = χαμηλό τραπέζι
Σούδα = στενό κενό ανάμεσα σε σπίτια
Σούρνει (σέρνει) τα πόδια του = περπατά βαριά
Στόφα = ξυλόσομπα–φούρνος
Συμμάζεψε = τακτοποίησε

Τα σφαχτά = σφαγμένα ζώα
Ταγάρι = παλιά τσάντα χωραφιού
Τέκνον μου = τρυφερή προσφώνηση
Τέμπλα = ξύλινο ραβδί για ελιές
Τέτζερας = χάλκινη κατσαρόλα
Τσακίρ κέφι = πολύ καλή διάθεση
Τσαχπίνης = ζωηρός
Τσέλιγκας = κτηνοτρόφος
Τσιούπα / τσιουπί = κορίτσι
Τρω ψίο = τρώω χωρίς ψωμί
Τσουράπι = κάλτσα

Τυλώνω = χορταίνω
Φαρμακώνω = δηλητηριάζω / πικραίνομαι / κάνει πολύ κρύο

Χτικιάρης = πάσχων από φυματίωση

Γιαλός = ακτή

Αφήστε το σχόλιο σας στο "Τοπικό Ιδίωμα"

Σχολιάστε

Όροι Χρήσης schoolpress.sch.gr | Δήλωση προσβασιμότητας
Top