«H Κυρία Σμύρνη – Ειρήνη» – Με μοναδικό «όπλο» το μολύβι μας…

Μέσα στα πλαίσια του προγράμματος που διενεργείται στην Δ” τάξη του Σχολείου μας με τίτλο:» Ανακαλύπτω τη διαφορετικότητα και τη μοναδικότητα του εαυτού και τη δύναμη της ομάδας» ξεκινήσαμε ένα «ταξίδι» στην ιστορία, στην λογοτεχνία και στην ποίηση, με σκοπό να ανακαλύψουμε τόσο τις ελληνικές όσο και τις αρμενικές ρίζες μας αλλά και τη δύναμη της γραφής και τον καταλυτικό ρόλο της στην αφύπνιση ενός λαού.
Μελετώντας τα γραπτά του Σεφέρη, του Ελύτη, του Μπαρούιρ Σεβάκ, του Κομιντάς, του Ναζίμ Χικμέτ αλλά και τη σύγχρονη λογοτεχνία και ποίηση προσεγγίσαμε τα ιστορικά γεγονότα που έθεσαν τα δύο έθνη σε καρμικά επίπονη, κοινή πορεία.

Η επαφή με την Τέχνη, τους πίνακες, τη μουσική και το σπάνιο φωτογραφικό υλικό  ενεργοποίησαν το χέρι μας προκειμένου να μας ενώσουν και να «μιλήσουμε»- όπως έπραξαν τόσοι λογοτέχνες και ποιητές ανά τους αιώνες- για όλα όσα αισθανόμαστε και θέλουμε να ακουστούν.

Ένα από τα βιβλία που επεξεργαστήκαμε ήταν το «Αντίο Σμύρνη» της Ιωάννας Μπαμπέτα… Η ανάγνωση του βιβλίου της, αλλά και οι εικόνες και τα ακούσματα παραδοσιακών τραγουδιών της εποχής, μάς έδωσε την έμπνευση και το μοναδικό έναυσμα για να δημιουργήσει ο καθένας ξεχωριστά, αλλά και όλοι μαζί τη δική μας  ξεχωριστή, προσωπική ιστορία.

Η εκπ/κός της Δ” τάξης
Μαγδαληνή (Λίνα) Μίνη

Ακολουθεί παραμύθι του μαθητή της Δ” τάξης Σ. Ζ.

H κυρία Σμύρνη-Ειρήνη

Τι όμορφα που περνούσα στην καταπληκτική Σμύρνη!

Μου άρεσε να χαζεύω το μεγάλο λιμάνι που φώτιζε τη θάλασσα, τους καλοντυμένους κύριους και τις εύμορφες κυρίες που κρατούσαν τις μοδάτες ομπρέλες τους. Η Σμύρνη ήταν μοναδική πόλη! Χαιρετάγαμε τους πάντες και απολαμβάναμε κάθε στιγμή!

Ζούσαμε σε ένα μικρό Παρίσι γεμάτο κόσμο από όλον τον κόσμο, μουσικές, έντονη φύση, καλούς φίλους κι ευωδίες που αναδύονταν από τα μυρωδάτα μαγαζιά και από τους μεγάλους φούρνους που πουλούσαν φρέσκα ψωμιά.

Είχα δύο πολύ καλούς φίλους! Τον Πόντιο τον φίλο μου, τον Γιώργη και τον Αρμένιο φίλο μου, τον Τιγκράν. Είχα κι έναν αδελφό, τον Άλεξ. Παίζαμε κάθε πρωί, όλοι μαζί στην αυλή!!!

Ξημέρωσε η 11η Σεπτεμβρίου και με ρώτησαν τα παιδιά: « Σαργκής, τι θα ήθελες για δώρο, μεθαύριο που είναι τα γενέθλιά σου;» και τους απάντησα όλο ενθουσιασμό: « Ένα μικρό αρκουδάκι!» Συγκινηθήκαμε πολύ!

12 Σεπτεμβρίου. Μόλις είχα ξυπνήσει. Ήθελα να βγω έξω να παίξω για να ετοιμαστώ και να πάω στο σχολείο, στις 09:00. Αλλά η οικογένειά μου ήρθε τρέχοντας μπροστά από την πόρτα του δωματίου μου και η μητέρα μου, με ρώτησε ταραγμένη: « Πού πας τέτοια ώρα;» και της απάντησα: « Εκεί που πάω πάντα! Να παίξω με τους φίλους μου, τους Πόντιους και τους Αρμένιους!!»

Η μητέρα μου δε με άφησε να βγω στην αυλή να παίξω. Αναστατωμένα μου είπε: «Ούτε οι φίλοι σου μπορούν να βγουν από το σπίτι τους γιατί οι γείτονες με την κόκκινη ημισέληνο «καθαρίζουν» τη Σμύρνη από τα ξένα στοιχεία κι έχουν αρχίσει να καίνε σπίτια Αρμενίων».

Ο αδελφός μου έκλαιγε ασταμάτητα κι εγώ ήμουν στεναχωρημένος πολύ κι ανησυχούσα για τον Τιγκράν που μπορεί να καιγόταν το σπίτι του. Η οικογένειά μου είχε οργή για τους Νεότουρκους που κατέστρεφαν την ομορφιά και τον πολιτισμό της Σμύρνης.

13 Σεπτεμβρίου. Ήταν τα γενέθλιά μου. Στις πέντε η ώρα με ξύπνησαν οι γονείς μου και μου προσέφεραν το δώρο που ήθελα, το αρκουδάκι αλλά δε μου είπαν «χρόνια πολλά». Μου το έδωσαν βιαστικά. Ξαφνικά ακούστηκε ένα δυνατός κρότος! Τι να ήταν άραγε;

Κοίταξα έξω από την μπαλκονόπορτα κι είδα να καίγεται όλη η πόλη γύρω από το σπίτι μου. Δεν πίστευα στα μάτια μου!  Αμέσως η οικογένειά μου, η αγαπητή, με τράβηξε από το χέρι και με πήγε στο σαλόνι. Μου είπαν: « Ένα ή δύο αντικείμενα πάρε μαζί σου, να φύγουμε από εδώ».

Οι φλόγες από το πουθενά εμφανίστηκαν μπροστά μου και καίγονταν, σαν να ήταν από χαρτί, τα εύμορφα κτίρια της κάποτε φαντασμαγορικής Σμύρνης.

Με μια έκρηξη ακόμη που έγινε στην πόλη σταμάτησαν τα πάντα! Σταμάτησαν οι μουσικές, ο κόσμος άρχισε να τρέχει τρομοκρατημένος και οι μυρωδιές των γλυκών και των ψωμιών μετατράπηκαν σε αναθυμιάσεις φωτιάς που κυβερνούσαν την πόλη!

Ύστερα βγήκαμε από το σπίτι. Ήταν νύχτα! Μια τρομακτική και κακιά νύχτα για όλους τους κατοίκους της Σμύρνης. Ο κόσμος μαζευόταν στην προκυμαία του «Και». Μόλις βγήκαμε έξω από το σπίτι αντικρίσαμε καλύτερα τις φλόγες που ξεφύτρωναν δίπλα από κάθε οδό. Οι φλόγες ήταν τόσες πολλές που δεν είχαμε οξυγόνο και αναπνέαμε στάχτη.

Η γιαγιά μου, η Αϊκούς δεν άντεξε άλλο να αναπνέει καμένη πόλη και έτσι είπε: « Φύγετε εσείς! Στο καλό να πάτε. Εγώ θα μείνω εδώ! Η Σμύρνη είναι δικιά μου. Την πατρίδα μας δεν την αφήνω να καεί. Εσείς φύγετε! Φύγετε!» φώναζε η γιαγιά σε εμάς. Ο μπαμπάς μου δεν ήθελε να την αφήσει εκεί αλλά ούτε εκείνος άντεξε από τις αναθυμιάσεις τις φωτιάς, πνιγόταν, και κάθισε σε ένα παγκάκι μαζί με τη γιαγιά βλέποντας το σπίτι τους να καίγεται.

Η μητέρα μου κι εγώ τρέχαμε, τρέχαμε, τρέχαμε!!! Έως την Προκυμαία του «Και». Νομίζαμε ότι δεν προλαβαίναμε το βαρκάκι με τους Έλληνες, τους Πόντιους και τους Αρμένιους που στοιβάζονταν μέσα, αλλά κάναμε ένα μεγάλο άλμα και τα καταφέραμε. Εμείς σωθήκαμε, αλλά ο μπαμπάς και η γιαγιά; Ο Τιγκράν, ο Γιώργης; Τι απέγιναν αυτοί;

Ήταν τα χειρότερα γενέθλια που είχα κάνει στη ζωή μου! Ο αδελφός μου εξαφανίστηκε, δεν ήξερα που ήταν αλλά δεν ήταν μαζί μας, ούτε και τον έβλεπα πουθενά! Χιλιάδες δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου. Λυπημένος έκανα ασταμάτητα προσευχές για να φτάσουμε στην Ελλάδα ασφαλείς.

Φοβόμουν πολύ…

Φτάσαμε στη Ελλάδα. Ήταν βροχερή μέρα. Κοιμήθηκα για λίγο σε μια σκηνή μαζί με άλλους. Μόλις ξύπνησα αντίκρισα ένα πελώριο βουνό. Τι βουνό να ήταν άραγε αυτό; Αναρωτήθηκα! Και ήθελα να το εξερευνήσω. Πήρα τη μητέρα μου από το χέρι και περιπλανηθήκαμε στο άγνωστο και μυστηριώδες βουνό.

Μα αυτό έμοιαζε με ερειπωμένη, εγκαταλελειμμένη και καταστρεμμένη πόλη. Θύμιζε πολύ τη Σμύρνη μου. Πίσω από ένα βράχο εμφανίστηκαν οι τέσσερις αγαπημένοι μου, ο Γιώργος, ο Τιγκράν, η γιαγιάκα μου και ο μπαμπάκας μου.

Τρέχοντας πήγα να τους αγκαλιάσω σφιχτά και τους είπα: « Μου λείψατε πολύ! Σας αγαπώ! Μα πού είναι ο Άλεξ;»… Δεν ήξερα πού είναι ο Άλεξ! Αλλά από το πουθενά εμφανίστηκε δίπλα μου ακριβώς! Τότε αναδύθηκε ένα πολύχρωμο ουράνιο τόξο δίπλα από το βουνό και μια γοητευτική κυρία, η κυρία «Σμύρνη Ειρήνη» που έπαιζε ποντιακή λύρα, ντουντούκ, κανονάκι, βιολί και πιάνο μαζί με όλα τα πλάσματα της φύσης! Ήταν μία μαγική στιγμή!

Ευχαρίστησα την κυρία Σμύρνη Ειρήνη που μου επέστρεψε πίσω τους αγαπημένους μου. Παρατηρούσα τη Σμύρνη μου, την πόλη μου να ξαναζωντανεύει μπροστά στα μάτια μου, να έρχεται προς την Ελλάδα και να γίνεται ένα με όλο τον ελληνισμό.

Αλλά κατάλαβα πως όλα ήταν ένα φανταστικό όνειρο… Δεν είχα ονειρευτεί ποτέ κάτι τόσο συγκινητικό και όμορφο , ποτέ στη ζωή  μου…

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης