Το χωριό μου ονομάζεται Συκολόγος. Η ονομασία του είναι αρχαίας προέλευσης. Προέρχεται από τις λέξεις «σύκο» και «λέγω» (= μαζεύω) και σημαίνει αυτός που μαζεύει σύκα. Είναι άγνωστος ο χρόνος και η αιτία για την ονομασία εκείνη. Κάποιοι λένε πως κάποτε ο τόπος είχε πολλές συκιές.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν το πρώτο χωριό της Κρήτης που κατοικήθηκε το 1669. Μετά άρχισαν σφαγές και πυρπολήσεις στα δάση και στις περιουσίες των κατοίκων του.
Στο κομμάτι της διοίκησης, την εποχή της επανάστασης του 1821 έως την Επανάσταση του 1866, ίσχυε το σύστημα των Αιρετών Δημογερόντων.
Στο υπέδαφος της περιοχής έχουν βρεθεί διάφορα ορυκτά και μεταλλεύματα, όπως γύψος και λιγνίτης, στο Πετρούνι και στον Πρίνο. Συμπεραίνουμε πως ο τόπος τούτος είχε διαμορφωθεί γεωλογικά πριν από πολλά εκατομμύρια χρόνια. Σε πολύ κοντινή απόσταση βρίσκεται το σπήλαιο της Απακουγής, δίπλα στα λείψανα του ναού της Αγίας Απακουγής. Η παράδοση λέει πως μία μέρα μπήκε μέσα στο σπήλαιο ένας γυπαετός και δεν κατάφερε να ξαναβγεί ποτέ. Ακόμα, υπάρχει και ο θρύλος πως η Αγία Υπακουγή, στη γιορτή της, έβγαζε το χέρι της απ’ την είσοδο του σπηλαίου και έδινε αντίδωρο στους πιστούς που βρίσκονταν εκεί.
Ο Συκολόγος είναι το νοτιοανατολικότερο και τελευταίο χωριό του νομού Ηρακλείου. Τα όρια του χωριού ξεκινούν απ’ τον κεντρικό δρόμο Βιάννου–Ιεράπετρας έως το χωριό Τερτσών. Το κλίμα του είναι ήπιο, γι’ αυτό έχει πολλά θερμοκήπια, αν και το υψόμετρο, που είναι 580 μέτρα, δεν βοηθάει.
Στο χωριό μου πηγαίνω κάθε Σαββατοκύριακο και στις διακοπές. Κάθε χρόνο περνάω πολύ ωραία, διότι κατεβαίνουν τα ξαδέλφια μου και οι αδελφικοί μου φίλοι. Γι’ αυτό οι διακοπές μου εκεί είναι αξέχαστες. Τα Σαββατοκύριακα που πηγαίνουμε εκεί ψήνουμε ψωμί στο φούρνο του θείου, παίζουμε με τον αργαλειό της γιαγιάς και εξερευνούμε τα εγκαταλελειμμένα σπίτια. Θα ήθελα, όμως, να ξαναλειτουργήσουμε το καφενείο του προπάππου μου, για να ’χει και ένα καφενείο το χωριό. Τουλάχιστον λειτουργεί ο φούρνος του θείου.
Στις διακοπές των Χριστουγέννων πηγαίνουμε στις ελιές για να τις μαζέψουμε. Από την άλλη, το καλοκαίρι κάθε μέρα πηγαίνουμε και σε άλλη παραλία. Το γλέντι του χωριού κανονικά κρατάει μία ημέρα, αλλά για την παρέα μας (30 άτομα), αναλόγως τα κέφια μας, είναι και μέρες που κρατάει το γλέντι, συνήθως 5–6 μέρες, χωρίς δευτερόλεπτο ύπνο. Η παράδοση είναι όποιος φύγει νωρίς (4–5 η ώρα την πρώτη μέρα) να πηγαίνουμε στο σπίτι του και να τον ξυπνάμε. Μετά στον επόμενο, και πάει λέγοντας. Κάθε χρόνο περνάμε αξέχαστα στο χωριό μου.
Γεώργιος Φουκαράκης, Α4, 3ο Γυμνάσιο Ηρακλείου



