Το υφάδι χάρισε η γενιά κι η φύση το στημόνι,
Μα είναι η γλώσσα που ακουμπά
Σαν μια νεράιδα, σαν ξωθιά·
Με το ραβδί της λές χτυπά και τα απογειώνει.
Η γλώσσα στήνει γέφυρες, ανοίγει μονοπάτια,
Κι απ’ τις φωνήσεις του μωρού
Δίνει πατήματα στο νου,
Νόημα στο χαμόγελο και προσδοκία στα μάτια.
Το κλάμα ή τα βαβίσματα στήνουν το πρώτο αδράχτι,
Κι έρχεται η γλώσσα η μητρική
Σαν μελωδία, σαν μουσική,
Στο νου σαν νήμα και κεντά στης σημασίας το χάρτη.
Με χαμογέλιο το μωρό ζητά την προσοχή μας,
Κι αρχίζει το τερέτισμα,
Σε μιας ορχήστρας ταίριασμα·
Κι η προσωδία αισθήματα γεμίζει την ψυχή μας.
Αγάλια – αγάλι γίνεται η μίμηση ομιλία,
Χειρονομίες και μορφασμοί,
Μη λεκτικοί φτερουγισμοί
Κι ως θαύμα αναδύεται η επικοινωνία.
Πλούτος στο λεξιλόγιο νοήματα αρθρώνει·
Η λέξη-φράση ακροβατεί,
Μα η κατανόηση υστερεί,
Ώσπου να γίνει χείμαρρος, καταιγισμός, σιφόνι.
Κι εμείς οι γύρω βλέπουμε το νόημα ν’ αναβλύζει·
Λέξεις, μηνύματα σειρά,
Κι ο λόγος γίνεται σπορά·
Βλασταίνουν τα σοφίσματα κι η φύση ζωγραφίζει.
Μια ύπαρξη τόσο μικρή, που πλούτος κρύβει εντός της,
Μια δύναμη πυρηνική
Που μένει χρόνια ανενεργή,
Μα αν ωριμάσει ιερουργεί, παντού σκορπά το φως της.
Γλώσσα μου αλήθεια ανέγγιχτη, ερμητικά κλεισμένη·
Σκύβω στο ερμάρι σου να ιδώ,
Μα είναι το φως σου λαμπερό
Και μένει η εικόνα σου θολή και παραμορφωμένη.
Κορίνα Μοσχοβάκη, 3ο Γυμνάσιο Ηρακλείου
