Ένα διαφορετικό τέλος στο διήγημα «Γιατί;»

Στο διήγημα του Γ. Μαγκλή «Γιατί;», που μελετήσαμε στην τάξη, αναδεικνύονται η ειρήνη κι ο ανθρωπισμός εναντίον του πολέμου και της θηριωδίας. Αναρωτιόμαστε ποιος είναι ο θύτης και ποιος το θύμα, ποιος είναι ο νικητής και ποιος ο νικημένος σ’ έναν πόλεμο. Ο παραλογισμός του πολέμου και η αλλοτρίωση του ανθρώπου συμβαίνουν ταυτόχρονα.

 Γιατί, τελικά, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τρόπο που προκαλεί πόνο και απομόνωση;

Οι μαθητές και οι μαθήτριες του Β3 φαντάστηκαν ένα διαφορετικό τέλος γι αυτό το διήγημα!

γ

 

Γιώργος Παπουτσής

Ο νέος στρατιώτης μετανιωμένος που πυροβόλησε τον άοπλο εχθρό στρατιώτη προσπάθησε  να κάνει ό,τι μπορεί για να τον βοηθήσει. Δεν φαινόταν να έχει ελπίδα ώσπου ξαφνικά ο εχθρός θυμήθηκε ξαφνικά πως είχε ένα κομμάτι από πανί στην τσάντα του. Με το πανί ο νέος στρατιώτης έδεσε το τραύμα και τελικά κατάφερε να σταματήσει την αιμορραγία. Χάρηκε πολύ κι άρχισε σιγά σιγά να ελπίζει ότι θα τον σώσει. Και πράγματι τελικά ο εχθρός φαινόταν να βρίσκει τις αισθήσεις του. Του ζήτησε συγγνώμη και του είπε πως δεν είναι φονιάς αλλά τον πυροβόλησε γιατί φοβόταν. Γιατί είχε χάσει την ανθρωπιά του μέσα στη δίνη του πολέμου. Ο εχθρός τον συγχώρεσε και συγκινημένοι οι δύο τους αγκαλιάστηκαν.

Χωρίς να προσέχουν γύρω τους δεν αντιλήφθηκαν έναν τρίτο στρατιώτη, που ήταν από το στρατόπεδο των εχθρών, καθώς σήκωσε το όπλο του και πυροβόλησε τον νεαρό στρατιώτη στο κεφάλι. Απαρηγόρητος ο φίλος του άρχισε να κλαίει γνωρίζοντας ότι αυτή η εικόνα θα στοιχειώνει την υπόλοιπη ζωή του.

Γιώργος Πάνκος

Ο νεαρός στρατιώτης μετά τη μάχη κατέβηκε στο ποτάμι για να πιει νερό δροσερό από την πηγή. Εκεί ξαφνιασμένος συνάντησε έναν άλλον στρατιώτη, που ήταν από το στρατόπεδο των αντίπαλων και ήταν άοπλος. Μόλις τον είδε έβγαλε ενστικτωδώς το όπλο και τον σημάδεψε. Καθώς ετοιμαζόταν να τραβήξει τη σκανδάλη όμως, σκέφτηκε ότι και ο αντίπαλος είναι ένας άνθρωπος τον οποίο τον περιμένει πίσω να γυρίσει η μητέρα του και ίσως η κοπέλα του. Βλέποντας τον αντίπαλο με τα χέρια ψηλά να παραδίνεται, η καρδιά του δεν άντεξε, κατέβασε το όπλο. Ο άλλος στρατιώτης τρομαγμένος άρχισε να κλαίει και ο ένας άρχιζε να πλησιάζει τον άλλον. Όταν έφτασαν δίπλα δίπλα αγκαλιάστηκαν και άρχισαν να μιλούν με όσα νοήματα μπορούσαν να κάνουν και με κάποια αγγλικά που ήξεραν. Αποφάσισαν ότι θέλουν όχι μόνο να μην αλληλοσκοτωθούν αλλά να βρεθούν, όταν τελειώσει ο πόλεμος. Έδωσαν το λόγο τους και υποσχέθηκαν πως θα συναντηθούν. Και πράγματι, έτσι έγινε. Βρεθήκαν μόλις τέλειωσε ο πόλεμος κι έδωσαν όρκο πως θα τα λένε συχνά. Άρχισαν να ανταλλάσσουν γράμματα και συχνά να επισκέπτεται ο ένας τον άλλον. Η φιλία τους εξελίσσονταν με τα χρόνια.

Έφτιαξαν οικογένεια και παντρεύτηκαν την ίδια μέρα και στην ίδια εκκλησία ταυτόχρονα. Έκαναν παιδιά και μαζί με όλη την οικογένειά τους, ο καθένας ευχαριστημένος από την επιλογή που είχε κάνει στον πόλεμο, έζησαν ευτυχισμένοι.

Θάνος Ταυρίδης

Ο νέος στρατιώτης ετοιμάστηκε να πατήσει τη σκανδάλη, όμως λύγισε όταν του φάνηκε ότι άκουσε τα λόγια του άοπλου εχθρού.

«Και οι δύο είμαστε άνθρωποι, ίδιοι μα διαφορετικοί, κανένας μας δεν ήθελε να έρθει στον πόλεμο, το ξέρω ότι σου λείπει η οικογένειά σου, και σε μένα το ίδιο. Μην τραβήξεις τη σκανδάλη, δεν χρειάζεται, είσαι καλύτερος από αυτό».

Ο νέος στρατιώτης τράβηξε το χέρι του μακριά από τη σκανδάλη, πέταξε το όπλο κάτω και ξανασκέφτηκε τα πάντα. Κάθισαν, τελικά, πάνω σε μια πέτρα δίπλα στην πηγή και αποφάσισαν να συνεργαστούν για να γυρίσουν στα σπίτια τους. Καθώς ήταν αφοσιωμένοι σε αυτά που έλεγαν, κάποιοι στρατιώτες εμφανίστηκαν και άρχισαν να τους πυροβολούν μη γνωρίζοντας ποιος είναι φίλος και ποιος είναι εχθρός. Ο νέος στρατιώτης άρχισε να αιμορραγεί στην πλάτη και ο εχθρός στο κεφάλι. Έπεσαν μαζί στο κρύο χώμα ακούγοντας πυροβολισμούς πριν την τελευταία τους πνοή.

π

Γιώργος Τσάλτας

Όταν ο άοπλος στρατιώτης είδε το νεαρό, αντίπαλο στρατιώτη οπλισμένο, τρόμαξε. Εκείνη την στιγμή ο οπλισμένος πέταξε το όπλο και ο άλλος παραξενεύτηκε, γιατί αντί να τον σκοτώσει τον λυπήθηκε. Άρχισαν να πλησιάζουν στην πηγή, να πίνουν νερό χωρίς να βγάλουν άχνα.

Αφού ξεδίψασαν, ο άοπλος στρατιώτης παίρνει το μαχαίρι από τον άλλον και του το καρφώνει στην καρδιά, ξεχνώντας ότι ο νεαρός στρατιώτης όχι μόνο δεν του επιτέθηκε ενώ μπορούσε, ξεχνώντας ότι ήταν συνάνθρωπος του, ότι είχε οικογένεια. Εκείνη τη στιγμή από το φόβο του δεν μπορούσε να υπολογίσει τίποτα. Μετά τη δολοφονία ξεκίνησε να φύγει, συνειδητοποιώντας  όμως τι έκανε και βρίσκοντας την ανθρωπιά του, γύρισε τρέχοντας προσπαθώντας να τον σώσει. Ήταν όμως ήδη αργά. Κάθισε δίπλα του κι  έκλαψε για πολλές ώρες. Τελικά, αυτοκτόνησε μη μπορώντας να αντέξει τον πόνο και τις τύψεις που θα ένιωθε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Με την ελπίδα ότι θα ξαναβρεθούν στον παράδεισο άφησε την τελευταία του πνοή.

Παρασκευή Σισμένογλου

Ο νέος στρατιώτης πανικοβλήθηκε μόλις αντίκρισε τον εχθρό. Έβγαλε ενστικτωδώς το όπλο του και στόχευσε τον αντίπαλο. Εκείνος τον κοίταζε με φόβο και λύπηση. Ήταν σαν να του έλεγε.

» Κοίταξε τον εαυτό σου. Δες πώς σε κατάντησε ο σκληρός πόλεμος. Έχασες στην ανθρωπιά σου. Πώς θα ζήσεις με τις τύψεις ότι σκότωσες έναν άοπλο άνθρωπο που κατέβηκε απλά κουρασμένος να πιει νερό;»

Λύγισε ο νέος στρατιώτης, κατέβασε το όπλο του και με τα μάτια βουρκωμένα στεκόταν και κοίταζε τον αντίπαλο. Έβλεπε μια υπερηφάνεια στα μάτια του. Σαν να σκεφτόταν τα ίδια πράγματα με αυτόν. Σαν να ήξερε ότι δεν ήταν δολοφόνος. Σαν να τον ένιωθε, σαν να τον καταλάβαινε. Εξάλλου και οι δυο μοιράζονταν τον ίδιο πόνο και την ίδια λαχτάρα. Ήθελαν να γυρίσουν στις οικογένειές τους, στις κοπέλες τους, πάνω από όλα όμως ήθελαν να τελειώσει ο πόλεμος.

Ο αντίπαλος έκανε την πρώτη κίνηση. Του μίλησε και με νοήματα τον ευχαρίστησε που δεν τον σκότωσε. Του είπε ότι ο καθένας στη θέση του θα τον είχε πυροβολήσει. Κάθισαν ώρες δίπλα στην πηγή και συζητούσαν για τις μητέρες τους, για τ’ αδέρφια τους, για τον τρόπο που ζούσαν.

Ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή φωνή. Ήταν ο στρατηγός του νέου στρατιώτη. Μόλις τους είδε μαζί ξαφνιάστηκε. Έβγαλε το όπλο του και σκότωσε τον αντίπαλο. Ο νέος στρατιώτης τον κοιτούσε με αγωνία. Ήξερε ότι θα τον σκότωνε και αυτόν επειδή πρόδωσε το στράτευμά του. Και πράγματι, ακριβώς έτσι έγινε. Σε κλάσματα δευτερολέπτου ο στρατηγός πυροβόλησε και το νέο στρατιώτη. Τελικά, και οι δυο κείτονταν  νεκροί, νικημένοι από τον πόλεμο…

Δημήτρης Σασλόγλου

Φεύγοντας από την πηγή με το καθαρό νερό, με την άκρη του ματιού του ο νέος στρατιώτης αντικρίζει έναν εχθρό, που κι αυτός πλησίασε στην πηγή για να νιώσει άνθρωπος. Να θυμηθεί ξανά τη ζωή του, όπως ήταν παλιά. Με  την οικογένειά του, τους φίλους του και τους γνωστούς του.

Εκείνος, ο άλλος, ήταν άοπλος. Τα χέρια του ήταν ματωμένα από τη μάχη της ημέρας. Γύρισε με το όπλο του να σημαδεύει ο πρώτος στρατιώτης. Μπορούσε να δει το φόβο στα μάτια του άλλου. Σαν να του έλεγε. «Έχω κι εγώ ζωή, είμαι και εγώ άνθρωπος σαν εσένα, με οικογένεια με φίλους με αγαπημένους. Μην το κάνεις αυτό, λυπήσου με». Τότε ο πρώτος στρατιώτης βρήκε τον άνθρωπο μέσα του, κρατήθηκε. Μπορούσε να τον πυροβολήσει αλλά δεν το έκανε. Τον σημάδεψε αλλά επίτηδες δεν τον πέτυχε. Τον τρόμαξε όμως. Έτρεξαν κι οι δύο πίσω στα στρατόπεδά τους. Ο άοπλος στρατιώτης νόμιζε ότι την γλίτωσε φθηνά ενώ ο άλλος έλεγε ότι δεν κατάφερε να τον πετύχει. Αλλά βαθιά μέσα του ήξερε ότι έσωσε τη ζωή ενός ανθρώπου κι όχι ενός «εχθρού».

Δανιήλ Τσακάλης

Ο νέος στρατιώτης στη θέα του εχθρού σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε. Η σφαίρα βρήκε τον αντίπαλο στο πόδι. Ο εχθρός έπιασε το πόδι του και έπεσε πληγωμένος στο κρύο χώμα. Ο νέος στρατιώτης έβγαλε το βρεγμένο μαχαίρι του και όρμησε στο χτυπημένο. Η κούραση όμως της ημέρας τον εμπόδισε να βρει το στόχο του κι απλά έπεσε δίπλα στον εχθρό.

Ξαφνικά ο νέος στρατιώτης συνειδητοποίησε ότι ήταν άνθρωπος. Έβγαλε ένα κομμάτι πανί που είχε μαζί του και το παγούρι με το νερό και τα χρησιμοποίησε για να βοηθήσει τον πληγωμένο, που βρίσκονταν στο χώμα και σφάδαζε από τον πόνο. Τα μάτια του χτυπημένου έδειχναν ευγνωμοσύνη. Ήταν σαν να έλεγαν » ευχαριστώ που μ’ έσωσες».

σ

Ελισάβετ Προβατίδου

Ο νέος στρατιώτης, καθώς είδε τον αντίπαλό του να έρχεται, στόχευσε έτοιμος να τον πυροβολήσει. Ξαφνικά αισθάνθηκε κάτι κι έκανε πίσω. Κατέβασε το όπλο και το πέταξε κάτω. Πλησίασε δειλά δειλά και του ζήτησε συγγνώμη. Εκείνος τον κοίταξε με απορία στα μάτια, σαν να τον ρωτούσε :γιατί δεν με σκότωσες; Μα, πώς να αφαιρέσει τη ζωή κάποιου, που ήταν άοπλος; Αυτό θα τον στοίχειωνε  για πάντα.

Οι δύο άντρες χωρίς πολλά λόγια υποσχέθηκαν ο ένας τον άλλον πως ό,τι και αν συμβεί θα μείνουν για πάντα ενωμένοι και αχώριστοι. Ούτε ο πόλεμος δεν κατάφερε, τελικά, να σβήσει την ανθρωπιά από μέσα τους!

Θωμαή Παπαδοπούλου

Ο στρατιώτης πήρε με προσοχή τον τραυματία και του έριξε νερό στο πρόσωπο. Του κράτησε σφιχτά το χέρι με ενοχές, ζητώντας συγχώρεση. Του ορκίστηκε πως δεν είναι φονιάς. Ξέχασα για μια στιγμή που είμαι άνθρωπος, του είπε, ξέχασα πως έχεις κι εσύ οικογένεια που σε περιμένει.

Χωρίς δεύτερη σκέψη έκοψε ένα κομμάτι ύφασμα από τη στολή του και το πίεσε στο σημείο όπου τον πυροβόλησε. Ο τραυματίας τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη. Λίγα λεπτά μετά ήρθε ένας φίλος του παραλίγο θύτη, που ήθελε και εκείνος να δροσιστεί στην πηγή. Μόλις είδε την εικόνα του φίλου του με τον εχθρό μαζί, ταράχτηκε. Είχε ξεχάσει και αυτός μέσα στην ατμόσφαιρα του πολέμου πως ήταν άνθρωπος. Χωρίς δεύτερη σκέψη φώναξε το γιατρό του λόχου. Ο τραυματίας ήταν σε κρίσιμη κατάσταση αλλά παρόλα αυτά κατάφερε να σωθεί. Ο στρατιώτης που πυροβόλησε ένιωσε βαθιά να ανακούφιση, αφού δεν θα χρειαζόταν να ζει την υπόλοιπη ζωή του με ενοχές, επειδή σκότωσε έναν άνθρωπο. Έναν άνθρωπο που είχε μια μάνα να τον περιμένει με αγωνία.

Από τότε οι δυο στρατιώτες έγιναν φίλοι. Ήταν τόσο δεμένοι, είχαν τόσα κοινά, ήταν σαν αδέρφια. Έτσι κατάλαβε ο στρατιώτης πόσο κακό του είχε κάνει ο πόλεμος, που τον έκανε να ξεχάσει ότι είχε και αυτός συναισθήματα. Όταν τελείωσε ο πόλεμος έμειναν φίλοι και ήταν αχώριστοι.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης